Κυριακή 17 Ιουλίου 2011

ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ: Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗ ΜΕ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ. ΟΙ ΦΗΜΕΣ ΚΑΙ Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΛΗΘΕΙΑ.





Στήσαν χορό παραπληροφόρησης τα γνωστά ανεμιστηράκια λάσπης του διαδικτύου εξ αιτίας μιας κοινωνικής συνεύρεσης  μεταξύ του Προέδρου του ΛΑ.Ο.Σ κ. Γιώργου Καρατζαφέρη και του πρώην Πρωθυπουργού κ. Κ.Καραμανλή. Η συνάντηση έγινε στο Κτήμα Νάσιουτζικ όπου παρέθετε γεύμα ο γιός του γνωστού Ορθοπεδικού κ. Βασίλη Μπιτούνη και ήταν καλεσμένοι εκτός των άλλων και οι δύο πιο πάνω πολιτικοί.  (Σχετικα:και ΕΔΩ). Μέχρις εδώ μια χαρά η είδηση. Άρχισαν όμως τα διαδικτυακά παπαγαλάκια για κάνουν... οχτάρια, με το μυαλό (;) τους και  επι εσφαλμένης βάσεως να υψώνουν πύργους σεναρίων και πικρόχολων σχολίων. ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΛΗΘΕΙΑ: Επικοινωνήσαμε .... δεόντως    και προέκυψε η εξής δήλωση: "Οντως η συνάντηση έγινε, αλλά πέραν της κοινωνικής , τυπικής συναντήσεως ΟΥΔΕΝ άλλο συζητήθηκε ". Η πιο πάνω δήλωση προέρχεται, απο κύκλους του Προέδρου του ΛΑ.Ο.Σ και δεν σηκώνει καμία αμφισβήτηση, πιθανόν θα εκδοθεί και ανάλογο δελτίο τύπου.ΕΔΩ

Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ

H AΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗ


Στήσαν χορό παραπληροφόρησης τα γνωστά ανεμιστηράκια λάσπης του διαδικτύου εξ αιτίας μιας κοινωνικής συνεύρεσης  μεταξύ του Προέδρου του ΛΑ.Ο.Σ κ. Γιώργου Καρατζαφέρη και του πρώην Πρωθυπουργού κ. Κ.Καραμανλή. Η συνάντηση έγινε στο Κτήμα Νάσιουτζικ όπου παρέθετε γεύμα ο γιός του γνωστού Ορθοπεδικού κ. Βασίλη Μπιτούνη και ήταν καλεσμένοι εκτός των άλλων και οι δύο πιο πάνω πολιτικοί.  (Σχετικα:ΕΔΩ  και ΕΔΩ). Μέχρις εδώ μια χαρά η είδηση. Άρχισαν όμως τα διαδικτυακά παπαγαλάκια για κάνουν... οχτάρια, με το μυαλό (;) τους και  επι εσφαλμένης βάσεως να υψώνουν πύργους σεναρίων και πικρόχολων σχολίων. ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΛΗΘΕΙΑ: Επικοινωνήσαμε .... δεόντως    και προέκυψε η εξής δήλωση: "Οντως η συνάντηση έγινε, αλλά πέραν της κοινωνικής , τυπικής συναντήσεως ΟΥΔΕΝ άλλο συζητήθηκε ". Η πιο πάνω δήλωση προέρχεται, απο κύκλους του Προέδρου του ΛΑ.Ο.Σ και δεν σηκώνει καμία αμφισβήτηση, πιθανόν θα εκδοθεί και ανάλογο δελτίο τύπου.

Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ

Παρασκευή 15 Ιουλίου 2011

NTOKOYMENTO ΓΙΑ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΟΛΩΝ. ΠΟΣΟ ΠΙΟ ΜΠΡΟΣΤΑ ΗΤΑΝ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΟ 410πχ. Της Αγγελικής Νιαροπέτρου

(ΚΛΙΚ ΣΤΗ ΦΩΤΟ)
Αυτό το Ψήφισμα είναι το τελευταίο που έχει διασωθεί απο το αρχείο του αείμνηστου Ευάγγελου Γιαννόπουλου. Είχε παραδώσει δυο τρία, σε έμπιστα πρόσωπα, με την εντολή, όταν κινδυνεύσει η Πατρίδα να το δημοσιοποιήσουν. Νομίζω ότι τον καιρό αυτό πραγματικά  η Ελλάδα διατρέχει τον ΥΨΙΣΤΟ κίνδυνο από υπάρξεώς της. Οι "αγώνες" των αιώνιων εχθρών της πλησιάζουν στην "ολοκλήρωσή" τους.
Διανύουμε τις εφιαλτικότερες μέρες όπου οι εντολοδόχοι για την διάλυση του Έθνους, βρίσκονται ένα βήμα πριν την .... επιτυχία τους.
Με πρόσχημα την Ελληνική πτώχευση αφελληνίζουν το λαό, απαξιώνουν τις αντιστάσεις του, τον ρίχνουν την δυστυχία ώστε να καταστεί ακίνδυνος στην επερχόμενη λεηλασία εδαφών και φυσικού πλούτου.
Δεν είναι τυχαία η στήριξη Ομπάμα στον εντολοδόχο του Παπανδρέου , ούτε και η επικείμενη άφιξη της Χίλαρι Κλίντον, είναι τα κοράκια που "επιθεωρούν" το πτώμα της Ελλάδος πριν το κατασπαράξουν.
Αρα λοιπόν αυτή είναι η καταλληλότερη χρονική στιγμή δημοσιοποίησης του πριν 2420 χρόνια ψηφίσματος του Δημόφαντου.
Υ.Γ. Μέχρι το 2000, ο Ευάγγελος Γιαννόπουλος είχε τυπώσει σε ειδικό χαρτί παπύρου και καδράρει πάνω από 200 αντίτυπα και τα είχε δωρίσει σε Υπουργούς , Βουλευτές και κόμματα. Άραγε υπάρχει ακόμα κάποιος που εκτιμώντας την αξία του, το έχει ακόμα;
Αγγελική Νιαροπέτρου 

Δέλτα Πηνελόπη





                     Βιογραφικό

     Η μεγαλύτερη μορφή της νεοελληνικής παιδικής λογοτεχνίας. Κόρη του εθνικού ευεργέτη Εμμανουήλ Μπενάκη, γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια όταν ο Ελληνισμός ανθούσε στην κτισμένη από το Μ. Αλέξανδρο μεγαλούπολη της Αιγύπτου.
     Γεννήθηκε το 1874 στην Αλεξάνδρεια κι ήταν το 3ο παιδί τουΕμμανουήλ Μπενάκη και της Βιργινίας Χωρέμη. Είχε 2 μεγαλύτερα αδέλφια, την Αλεξάνδρα και τον Αντώνη, το γνωστό "Τρελαντώνη" του ομώνυμου βιβλίου της. Μετά τη γέννησή της ακολούθησαν άλλα 3 παιδιά, οΚωνσταντίνος (που πέθανε σε ηλικία 2 ετών), ο Αλέξανδρος κι η Αργίνη.
     Η οικογένεια μετακόμισε προσωρινά στην Αθήνα το 1882, όπου ηΠηνελόπη παντρεύτηκε τον πλούσιο Φαναριώτη βαμβακέμπορο Στέφανο Δέλτα. Μαζί του απέκτησε 3 κόρες: τη Σοφία (μετέπειτα Μαυροκορδάτου), τη Βιργινία (μετέπειτα Ζάννα) και την Αλεξάνδρα (μετέπειταΠαπαδοπούλου). Επέστρεψαν στην Αλεξάνδρεια το 1905, όπου γνώρισε τον Ίωνα Δραγούμη, τότε υποπρόξενο της Ελλάδας στην Αλεξάνδρεια. Ανάμεσά τους αναπτύσσεται ένας μεγάλος έρωτας, εκείνη όμως δε μπορεί ν' αντιταχθεί στις κοινωνικές επιταγές και την υποχρέωσή της απέναντι στο σύζυγο και τα παιδιά της. Η πλατωνική αυτή σχέση της με τον Δραγούμη τελειώνει το 1908, όταν αυτός συνδέεται με τη Μαρίκα Κοτοπούλη.
     Αργότερα έζησε ένα διάστημα στη Φρανκφούρτη στη Γερμανία (1906-1912). Τον καιρό εκείνο στη τουρκοκρατούμενη ακόμα Μακεδονία μας διεξαγόταν ο Μακεδόνικος Αγώνας που έληξε ένδοξα με την απελευθέρωση της το 1912. Εκείνη την κρίσιμη για την πατρίδα μας εποχή ζώντας σε ξένη γη η λογοτέχνιδα εξέδωσε στο Λονδίνο τα πρώτα παλλόμενα από αγνό πατριωτισμό παιδικά βιβλία της: "Για Τη Πατρίδα"  (Λονδίνο 1909 -με εικονογράφηση του Νικηφόρου Λύτρα) μαζί με το παραμύθι "Η Καρδιά Της Βασιλοπούλας", "Παραμύθι Χωρίς Όνομα" (Λονδίνο 1910 -μια αλληγορία για το δυναμισμό του νέου Ελληνισμού), "Στον Καιρό Του Βουλγαροκτόνου" (Λονδίνο 1911 - μεγάλο ιστορικό αφήγημα από τον καιρό της δόξας του Βυζαντίου).
     Το 1915 εκδίδει στην Αθήνα τα "Παραμύθια Και 'Αλλα". Από το 1916, ενώ μαινόταν ο Α' Παγκ. Πόλ. (1914-1918), εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα. Εδώ βρισκόταν από το 1910 κι ο πατέρας της κι είχεν ήδη διατελέσει Βουλευτής, Υπουργός και το 1914-1916 Δήμαρχος Αθηναίων. Αυτός χάρισε στην Αθήνα τη Μπενάκειο Βιβλιοθήκη, τοΝοσοκομείο Ερυθρού Σταυρού, το Δημοτικό Σταθμό Πρώτων Βοηθειώνκι άλλα κοινωφελή ιδρύματα. Ανέπτυξαν στενή φιλία με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, τον οποίο και προσκαλούσαν συχνά στην εξοχική τους οικία στηΚηφισιά.
     Η κόρη του εθνικού ευεργέτη πρόσφερε στο Έθνος μεγαλύτερη ευεργεσία από τον πατέρα της με τα υπέροχα παιδικά βιβλία που χάρισε σταΕλληνόπουλα, τη χρυσή ελπίδα του Έθνους και μ' αυτά ενέπνευσε σε αναρίθμητες παιδικές ψυχές αισθήματα ευγένειας, ανθρωπισμού και πατριωτισμού. Μ' αυτά τους εμφύτευσε εθνική υπερηφάνεια για ό,τι ωραίο πρόσφερε ο Ελληνισμός στην ανθρωπότητα και βαθειά αγάπη προς τις αθάνατες αξίες της ελληνοχριστιανικής κληρονομιάς μας.
     Το 1921 εκδίδονται τα διηγήματα "Τ' Ανεύθυνα" (Ψυχές παιδιών -Για γονείς και δασκάλους), το 1925 "Η Ζωή Του Χριστού" (με βάση τις πληροφορίες των Ευαγγελιστών, εμπλουτισμένες με ιστορικές και γεωγραφικές γνώσεις της εποχής και του περιβάλλοντος του Χριστού), το1934 "Ο Μάγκας" το 1937 το ιστορικό αφήγημα "Τα Μυστικά Του Βάλτου" (από το Μακεδόνικο Αγώνα). Παιδαγωγικού περιεχομένου είναι το βιβλίο της: "Στοχασμοί Για Την Ανατροφή Των Παιδιών Μας" (για γονείς και δασκάλους). Τα βιβλία της αγαπήθηκαν και διαβάστηκαν πολύ, όπως αποδεικνύεται κι από τις πολυάριθμες επανεκδόσεις τους.
     Ζούσε με πλήρη συνέπεια προς τις αρχές που διακήρυσσε: "Πρόσεχε, μην είναι θεωρητικές οι σκέψεις σου. Πρόσεχε, μη και δεν τις εφαρμόζεις στη ζωή". Είχε οργανώσει στο σπίτι της ιατρείο για τους φτωχούς κι αγωνιζόταν να τους ανακουφίζει οικονομικά. Ο σύζυγος της Στέφανος Δέλταςδιακρίθηκε για τη μεγάλη συμβολή του στην επίλυση των προβλημάτων του1,5 εκατομμυρίου προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής. Διορίσθηκε το 1923 μέλος της 4μελούς (από έναν Αμερικανό, ένα Αγγλοκαι δύο Έλληνες) Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων, που ιδρύθηκε τότε και μες στα επόμενα έτη επιτέλεσε τεράστιο έργο.
             
     Εκείνα όμως τα έτη άρχισε ένα προσωπικό πρόβλημά της. Από το 1925, τη χρονιά που πρωτοδημοσίευσε τη "Ζωή Του Χριστού", άρχισε η ίδια να σηκώνει το σταυρό μιας ασθένειας που την άφησε μισοπαράλυτη. Το 1929, ξεκίνησε τη συγγραφή της 3λογίας "Ρωμιοπούλες", η οποία τελείωσε το1939. Το 1ο βιβλίο, "Το Ξύπνημα", καλύπτει γεγονότα των ετών 1895-1907, η "Λάβρα" καλύπτει τα έτη 1907-1909 και το "Σούρουπο" τα έτη1914-1920. Στο μεταξύ είχεν εκδώσει τον "Τρελαντώνη", το 1932.
     Το 1941, ο Φίλιππος Δραγούμης, της εμπιστεύεται τα ημερολόγια και το αρχείο του αδερφού του, Ίωνα, στα οποία η Δέλτα πρόσθεσε περίπου1000 χειρόγραφες σελίδες με σχόλια για το έργο του. Στις 27 Απριλίου 1941, τα γερμανικά στρατεύματα καταλαμβάνουν την Αθήνα κι υψώνουν στην Ακρόπολη τη σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό. Η Πηνελόπη Δέλτααυτοκτονεί στις 2 Μάη 1941, παίρνοντας δηλητήριο -είχανε προηγηθεί κι άλλες απόπειρες αυτοκτονίας στο παρελθόν- μην αντέχοντας τον πόνο για την κατάκτηση της πατρίδας μας. Στον τάφο της, στον κήπο του σπιτιού της, χαράχτηκε η λέξη ΣIΩΠH.
     Μετά το θάνατο της εξεδόθη από τον Ξ. Λευκοπατρίδη σε ογκώδη τόμο "Η Αλληλογραφία Της Π.Σ. Δέλτα 1903-1940", όπου παρελαύνουν εξέχοντα πρόσωπα της πολιτικής, των γραμμάτων και των επιστημών κι όπου εκφράζονται ολοζώντανα οι ιδέες και τάσεις που χαρακτήριζαν τότε την ελληνική διανόηση και πολιτική.
     Σήμερα, τόσα χρόνια μετά το θάνατο της μεγάλης λογοτέχνιδας, τα βιβλία της διαβάζονται με την ίδια αγάπη.

--------------------------------------------------------------------------------------

     Μια παραμονή Πρωτοχρονιάς, χωμένο στη γωνία μιας εξώπορτας, κάθουνταν ένα αγοράκι και κοίταζε το αντικρινό φωτισμένο παράθυρο. Είχε νυχτώσει νωρίς, και το χιόνι σκέπαζε τις πλάκες του δρόμου, τα φανάρια, τα δέντρα και τις στέγες των σπιτιών, πράμα σπάνιο στην Αθήνα.
     Το κρύο ήταν δυνατό, και τυλιγμένος στο παλιωμένο και σκισμένο ρουχάκι του, όλο και περισσότερο χώνουνταν ο Βασίλης στη γωνιά της εξώπορτας, για να ξεφύγει από το βοριά που τον πάγωνε ως τα κόκαλα. Μα τα μάτια του έμεναν καρφωμένα στο φωτισμένο παράθυρο του αρχοντόσπιτου, αντίκρυ του.
 -"Πρωτοχρονιά αύριο", μουρμούρισε, "διασκεδάζουν εκεί μέσα".

     Εκεί μέσα κείτουνταν ένα παιδί, με λιωμένο αχνό πρόσωπο. Κουτιά γεμάτα μπογιές, μολυβένια στρατιωτάκια, ζώα ξύλινα, σιδηρόδρομοι και καραβάκια, που σκέπαζαν το κρεβάτι του, έστεκαν άγγιχτα. Τ' αδύνατα χεράκια του μέναν ακίνητα στο σεντόνι πάνω, δεν κοίταζε καν τα πλούσια δώρα γύρω του. Το κουρασμένο βλέμμα του ήτανε καρφωμένο στο παράθυρο όπου, στα σκοτεινά, άσπριζαν τα χιόνια της αντικρινής στέγης.
 -"Τί συλλογίζεσαι, Βασιλάκη;" ρώτησε η μητέρα του.
 -"Κοίταζα τα χιόνια", αποκρίθηκε ο μικρός "και συλλογίζουμουν τη χαρά να τρέχεις στους δρόμους, να βουτάς στα χιόνια, να τα μαζεύεις και να φτιάνεις μπάλες, και να τις τινάζεις στους περαστικούς, όπως στη ζωγραφιά του βιβλίου μου, εκεί που είδα και το χριστουγεννιάτικο δέντρο με τα πολλά κεράκια... Αλήθεια, μητέρα, λες να βρήκε ο Νικόλας δέντρο τέτοιο εδώ";
 -"Ναι, παιδί μου, βρήκε και θα στο φέρει τώρα στολισμένο. Δεν είναι πολύ μεγάλο όπως στη ζωγραφιά του βιβλίου σου, μα το στόλισε ο πατέρας σου... κι είναι πολύ όμορφο... Είσαι ευχαριστημένος";
 -"Ναι", είπε ο Βασιλάκης χωρίς ενθουσιασμό.
     Εκείνη την ώρα άνοιξε η πόρτα. Δυο υπηρέτες έφεραν μέσα ένα μικρό έλατο ολοφώτιστο και το στήσανε πάνω στο τραπέζι. Τα κλαδιά ήτανε φορτωμένα χρυσά κι ασημένια στολίδια, φαναράκια και μπρίλες. Παντού στέκουνταν όρθια τ' αναμμένα χρωματιστά κεράκια, και τα μεγαλύτερα κλαδιά λύγιζαν από το βάρος των παιχνιδιών που κρέμουνταν δεμένα με κορδέλες.
 -"Ε, Βασιλάκη, σ' αρέσει το δέντρο σου;" ρώτησε ζωηρά ο πατέρας του.
     Ο μικρός το κοίταξε μια στιγμή με σβησμένα αγέλαστα μάτια.
 -"Το φαντάζουμουν ωραιότερο", είπε με τη βαρεμένη του φωνή. Και το βλέμμα του γύρισε πάλι στο παράθυρο και στα χιόνια του αντικρυνού σπιτιού. "Πατέρα, λες του χρόνου τη Πρωτοχρονιά να είμαι πια καλά και να βγω κι εγώ στα χιόνια";
 -"Ναι, παιδί μου", είπε ο πατέρας κι η μητέρα βγήκε από το δωμάτιο για να κρύψει τα κλάματα που την έπνιγαν.
 -"Τί όμορφα που θα είναι να τρέχεις στα χιόνια..." είπε συλλογισμένα ο Βασιλάκης. "Τί δε θα 'δινα για να δω τί γίνεται έξω..."

     Έξω, ο Βασίλης είχε δει πίσω από το φωτισμένο παράθυρο το δέντρο του Βασιλάκη, με τα φώτα και τα χρυσά στολίδια και τα παιχνιδάκια που γεμιζανε τα κλαδιά από πάνω ως κάτω.
 -"Αχ, τί ωραίο!" είπε το φτωχό, "πρέπει να το 'φερε ο 'Αη-Βασίλης" και τα μάτια του τρώγανε το δέντρο και, τρέμοντας από το κρύο, ολοένα χώνουνταν βαθύτερα στη γωνιά του και γύρευε να τυλίξει στο κορμάκι του τα κουρέλια του, μήπως και το ζεστάνουνε
λίγο. "Ο 'Αη-Βασίλης..." μουρμούρισε, "γιατί δεν έρχεται κάποτε και σε μας";
     Θυμήθηκε το φτωχικό σπιτάκι στο χωριό του, όπου τον είχε μεγαλώσει η μάνα του. Όλα τα 'χε στερηθεί αφότου γεννήθηκε, εκτός μόνο τα χάδια της μάνας του. Ξενοδούλευε η κακομοίρα για να κερδίσει το ψωμί τους, μ' άλλο από ψωμί δε πρόφθαινε να βγάλει, μόνο την αγάπη της μπορούσε χάρισμα να του δίνει κι αυτή του την έδινε μπόλικη. Μα ήλθανε κακοί καιροί, αρρώστια, μαύρη φτώχεια και πέθανε η μάνα του και τη βάλανε σε σανιδένια κάσα και τη πήγανε στο νεκροταφείο και την είδε που τη σκεπάσανε τα χώματα. Και τον έβγαλαν από το φτωχικό του καλυβάκι κι έφυγε το έρμο ορφανό κι ήλθε κι έπεσε στην Αθήνα, παραμονή του 'Αη-Βασίλη, πεινασμένο, παγωμένο, μακαρίζοντας τους ευτυχισμένους που διασκεδάζανε πίσω από το φωτισμένο παράθυρο, αντίκρυ του.
     Από νωρίς είχε δει κίνηση μεγάλη στους δρόμους, παιδιά μεγάλα και μικρά, που σταματούσανε στις πόρτες των αρχοντόσπιτων και λέγανε τον 'Αγιο Βασίλη. Μα τ' ορφανό δεν τόλμησε να χτυπήσει κι αυτό σε καμμιά πόρτα, ούτε ήταν μαθημένο στη ταραχή της μεγάλης πολιτείας. Και λίγο-λίγο, τράβηξε στους ήσυχους μεγαλόπρεπους δρόμους, μακριά από το κέντρο κι ήλθε και ζάρωσε σε μιαν εξώπορτα, χωρίς ψωμί, χωρίς σκοπό, χωρίς καμιάν ελπίδα.
     Πίσω από το φωτισμένο παράθυρο πήγαιναν κι έρχουνταν σκιές. Πέρασε κι ένας υπηρέτης με βελάδα, βαστώντας ένα πιάτο με μια μεγάλη πίτα! Ο Βασίλης θυμήθηκε πως τη τελευταία βούκα ψωμί την είχε φάει το πρωί. Και μέσα κει θα τρώγανε τώρα πίτα! Αχ και να είχε κι αυτός μια βουκίτσα να γελάσει τη πείνα του! Του φάνηκε τόσο ορεκτική η πίτα, τόσο αφράτη, καθώς τη πέρασε ο υπηρέτης εμπρός στο παράθυρο. 'Αραγε, αν ζητούσε λίγη, θα του 'δινε κανένα κομματάκι; Κι έξαφνα, χωρίς να ξέρει κι αυτός πώς το 'κανε, άρχισε να τραγουδά:

'Αγιος Βασίλης έρχεται
α-α-από, από την Καισαρεία...
βαστά καλάμι και χαρτί,
χα-α-ρτί, χαρτί και καλαμάρι
.

     Πίσω από το φωτισμένο παράθυρο, διάφορες σκιές πήγαν κι ήλθαν κοιτάζοντας έξω. Σώπασε τρομαγμένος ο Βασιλάκης και ζάρωσε στη γωνίτσα του όσο μπορούσε περισσότερο.
 -"Παναγιά μου!" ψιθύρισε, "λένε πως οι πλούσιοι δεν έχουνς καλή ψυχή και περιφρονούνε τους φτωχούς..." Και με τρομαγμένα μάτια ακολουθούσε το πηγαινέλα των ανθρώπων μες στη κάμαρα.

     Μες στη καμάρα είχαν κόψει την πίτα. Ακουμπισμένος στα μαξιλάρια, ο Βασιλάκης βαστούσε το πιάτο του στα χέρια, κοιτάζοντας μ' αδιαφορία το κομμάτι του, χωρίς καν να το γευθεί.
 -"Δεν το κόβεις να δεις αν σου έπεσε το φλουρί, Βασιλάκη μου;" ρώτησε τρυφερά η μητέρα του.
 -"Ναι, μητέρα, θα το γυρέψω", αποκρίθηκε, αλλά δεν κούνησε, ούτε άλλαξε η κουρασμένη όψη του. Έξαφνα ανέβηκε ως το δωμάτιο του άρρωστου αγοριού μια
φωνή παιδιάτικη, τρεμουλιαστή, σα φοβισμένη:

'Αγιος Βασίλης έρχεται
α-α-από, από την Καισαρεία...
βαστά καλάμι και χαρτί,
χα-αρτί, χαρτί και καλαμάρι
.

     Ο Βασιλάκης ξαφνίστηκε. Ανάψαν μια στιγμή τα μάτια του, ζωήρεψε το μελαγχολικό του πρόσωπο.
 -"Πατέρα, πατέρα!" φώναξε, "τ' ακούς; Τραγουδά απ' έξω... Θα ναι κανένα αγοράκι... φώναξε το! Πολύ σε παρακαλώ"!
     Η μητέρα του είχε πάγει κιόλα στο παράθυρο, μα δεν είδε τίποτε.
 -"Δε βλέπω κανένα παιδί", είπε.
 -"Πατέρα, κοίταξε συ, άνοιξε το παράθυρο, φώναξε το παιδί να έλθει να πάρει από τη πίτα, το κομμάτι του φτωχού... και να μας πει τί γίνεται έξω..."
     Πήγε ο πατέρας στο παράθυρο, το άνοιξε, έσκυψε έξω, κοίταξε δεξιά, αριστερά, μα δεν είδε τίποτε· έκλεισε το παράθυρο και γύρισε στο κρεβάτι του Βασιλάκη.
 -"Πέρασε το παιδί και πάει", είπε ζωηρά, "μα δε πειράζει, θα περάσει κι άλλο και τότε το φωνάζομε· δοκίμασε την πίτα σου ωστόσο".
     Μα ο Βασιλάκης δεν πεινούσε· έσπρωξε το πιάτο του, ακούμπησε στα μαξιλάρια κι έκλεισε τα μάτια. Η ζωηράδα του προσώπου του είχε σβήσει· το φλουρί της πίτας δεν τον ενδιέφερε, ούτε το δέντρο όπου είχαν σβήσει πια τα κεράκια, ούτε τα δώρα του. Το δρόμο μόνο συλλογίζουνταν... Και το παιδάκι, που μπορούσε να πει την ομορφιά της ελευθερίας, τη χαρά να τρέχεις και να βουτάς στα χιόνια, είχε περάσει και  πάει!-
 -"Θέλεις, παιδί μου, να φας την πίτα σου αύριο;" ρώτησε η μητέρα χαϊδεύοντας γλυκά το μέτωπο του.
 -"Ναι, μητέρα, αύριο".
     Η μητέρα έκανε νόημα σ' όλους να βγουν από το δωμάτιο. Ο Βασιλάκης ήτανε κουρασμένος... Ο Βασιλάκης ήθελε να κοιμηθεί... Πήρε το πιάτο με τη πίτα και το ακούμπησε στο τραπέζι, κοντά στο κομμάτι του φτωχού· έσβησε τα φώτα, άναψε την καντήλα, φίλησε γλυκά το αγόρι της και βγήκε από το δωμάτιο. Μα ο Βασιλάκης δε νύσταζε. Ο νους του έμενε στο δρόμο και στη χαρά που θα 'χε αν μπορούσε να τρέξει στα χιόνια... Κοίταξε γύρω του, είδε πως ήταν μόνος. Με κόπο κατέβηκε από το κρεβάτι, και σιγά-σιγά σύρθηκε ως το παράθυρο. Αχ! και να έβλεπε λιγάκι απ' έξω το χιονισμένο δρόμο, τα φανάρια, τ' άσπρα δέντρα... Με δυσκολία γύρισε το πόμολο, άνοιξε το παράθυρο κι έσκυψε έξω. Το κρύο τον ξάφνισε, του 'κοψε την αναπνοή, ζήτησε να στηριχθεί στο πεζούλι του παραθύρου μα όλα γυρίζανε, του φάνηκε πως πέφτει...
     Έξαφνα, από το παράθυρο πήδησε μέσα ένας άνθρωπος κι ο Βασιλάκης από το σάστισμά του ξέχασε τη ζάλη του. Ήτανε γέρος, χιονοσκεπασμένος, με μακριά καλογερικά ρούχα και μεγάλα άσπρα γένια. Τον κοίταξε ο Βασιλάκης και τον ανεγνώρισε:
 -"Ο 'Αη-Βασίλης..." ψιθύρισε.
 -"Ναι, εγώ είμαι", είπε ο 'Αη-Βασίλης με το ανοιχτόκαρδο χαμόγελο του. "Ήλθα να σε ρωτήσω, τί θέλεις να σου δώσω για την εορτή μου που ξημερώνει αύριο και που 'ναι και δική σου εορτή";
 -"Αχ, Άη-Βασίλη μου, να μη μου δώσεις πια τίποτα!" φώναξε ο Βασιλάκης σταυρώνοντας παρακλητικά τα χέρια του. "Δες πόσα πράγματα μου δώσανε και τα 'χω τόσο βαρεθεί! Μα πάρε με έξω μαζί σου! Πάρε με στα χιόνια! Θέλω τόσο να τρέξω ελεύθερα"!
 -"Θέλεις;" είπε ο 'Αη-Βασίλης. "Μα έξω κάνει κρύο! Κι εσύ έχεις όλα τα καλά του κόσμου! Τόσα παιχνίδια, τόσα χάδια, και ζεστασιά και πίτα που ούτε τη δοκίμασες ακόμα... Και θέλεις να φύγεις";
 -"Ναι! Να βγω στα χιόνια, να τρέξω ελεύθερα, αχ, πάρε με, πάρε με, καλέ μου 'Αη-Βασίλη!" παρακάλεσε ο Βασιλάκης. "Πάρε με στα χιόνια"!
     Ο 'Αη-Βασίλης χαμογέλασε πάλι.
 -"Καλά!" είπε. "Εγώ σήμερα δε χαλώ χατήρι κανενός. Έλα μαζί μου αφού το θες".
Και πήρε το Βασιλάκη στην αγκαλιά του και πέταξε από το παράθυρο που 'μεινε ανοιχτό...

     Στα χιόνια κάθουνταν ο Βασίλης με τα μάτια καρφωμένα στο παράθυρο. Με τρομάρα είχε δει έναν κύριο που άνοιξε τα γυαλιά και κοίταζε στο δρόμο· μα έτσι μικρός που ήταν και ζαρωμένος στη γωνίτσα του, δεν τον είδε ο κύριος. Και το παράθυρο έκλεισε πάλι.
     Τα κεράκια του δέντρου είχαν σβήσει, οι σκιές πήγαιναν κι έρχονταν ακόμα· ύστερα σβήσανε και τα φώτα και μόνο μια καντήλα τρεμόφεγγε, στημένη σε κάποιο έπιπλο πάνω. Κι ο Βασίλης ακόμα κοίταζε, σα μαγνητισμένος από τη θαμπερή λάμψη της. Το κρύο όλο δυνάμωνε· τα βλέφαρα του Βασίλη βάραιναν. Θυμήθηκε τη μάνα του και τη ζεστή της αγκαλιά. Έριξε μια ματιά στο παράθυρο και συλλογίστηκε πως εκεί μέσα θα έκαμνε ζέστη... Αχ! λίγη ζέστη...
     Λαφρύς κρότος τον ξάφνιασε. Σήκωσε τα μάτια του τρομαγμένος. Το παράθυρο είχε ανοίξει πάλι, μα δεν ήταν πια εκεί ο ίδιος κύριος· ένα παιδάκι, στα νυχτικά του, έσκυβε να δει το δρόμο. Μια στιγμή το κοίταξε με απορία ο Βασίλης, μα τόσο βαριά ήτανε τα βλέφαρα του, που δε μπορούσε να τα βαστάξει ανοιχτά. Έκανε πάλι να δει το αντικρυνό παιδί και του φάνηκε πως σωριάζουνταν στο πάτωμα το άσπρο κορμάκι, μα δεν πρόφθασε να βεβαιωθεί. Ακούμπησε το κεφάλι του στον τοίχο και τα μάτια του κλείσαν
μονάχα τους.
     Έξαφνα, μια λάμψη τον ξύπνησε· μπρος του στέκουνταν ένας γέρος ντυμένος στα κόκκινα και στα χρυσά. Τα γένια του ήταν μακριά και κάτασπρα και γύρω του χύνουνταν τόση ζέστη, που ο Βασίλης ξέχασε τα χιόνια και το βοριά. Κοίταξε το γέρο και τον ανεγνώρισε.
 -"Ο 'Αη Βασίλης!" έκανε μαγεμένος.
 -"Ναι, ο 'Αη-Βασίλης", είπε ο γέρος, "σ' άκουσα που 'λεγες πως δεν έρχομαι ποτέ σε σας και, βλέπεις, τώρα ήλθα". Τ' ορφανό τον κοίταξε μ' έκσταση. Ο 'Αη-Βασίλης γέλασε. "Λοιπόν πες μου", του είπε· "αύριο ξημερώνει Πρωτοχρονιά, που 'ναι εορτή μου και δική σου εορτή. Τί θες να σου χαρίσω";
     Ο Βασίλης έριξε μια ματιά στο αντικρινό παράθυρο. Η καντήλα είχε σβήσει κι αυτή· τόσο κρύο θα ήτανε τώρα κι εκεί μέσα...
 -"Θέλω, παρακαλώ, λίγη πίτα", είπε δειλά "και θέλω πάλι τη μάνα μου... Μα ίσως αυτό να είναι αδύνατο;" ρώτησε φοβισμένος λίγο για τη μεγάλη του απαίτηση.
 -"Τίποτα δεν είναι αδύνατο σήμερα", είπε ο 'Αη-Βασίλης "κι ό,τι ζητήσεις θα στο κάνω. Πίτες όσες θέλεις θα σου δώσω και τη μάνα σου θα τη ξαναδείς οπόταν θέλεις. Μα σκέψου, είναι και μερικά παιδιά που λαχταρούν την ελευθερία σου. Εσύ μπορείς τον κόσμον όλο να γυρίσεις, να ζήσεις όπως θες. Είσαι ακόμα μικρός κι ο κόσμος όλος είναι ανοιχτός μπροστά σου..."
 -"Αχ όχι, καλέ μου 'Αη-Βασίλη!" παρεκάλεσε ο μικρός. "Μόνο πάρε με στη μάνα μου! Και δωσ' μου λίγη πίτα και για κείνη, που δεν έχει φάγει τώρα τόσα χρόνια"!
 -"Καλά!" είπε ο 'Αη-Βασίλης με το καλό του χαμόγελο. "Σήμερα δε χαλώ κανενός χατήρι. Έλα να σε πάγω στη μάνα σου".
     Και τον πήρε ο 'Αη-Βασίλης στην αγκαλιά του και πέταξε ψηλά ψηλά, τόσο που περνούσε πάνω από τα ψηλότερα σπίτια κι έφυγαν.
     Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, την ώρα που χαρούμενες χτυπούσαν οι καμπάνες σ' όλες τις εκκλησιές της χώρας, βγήκε ο Νικόλας ο υπηρέτης, με μάτια κοκκινισμένα από τα κλάματα, στο χιονισμένο δρόμο.
     Χωμένο σε μια γωνιά της εξώπορτας του αντικρινού σπιτιού, είδε ένα παιδάκι που φαίνονταν να κοιμάται. Το σίμωσε, το άγγιξετο βρήκε παγωμένο. Το πήρε στην αγκαλιά του και το ανέβασε στο αρχοντόσπιτο, όπου μητέρα και πατέρας, πλάγι στο κρεβάτι του Βασιλάκη, κλαίγανε το πεθαμένο τους αγόρι.
     Μαζί τα ξάπλωσαν πλάγι-πλάγι, το χαδεμένο μονοπαίδι και το έρημο ορφανό.
     Πάνω στο τραπέζι, δυο κομμάτια πίτας ξηραίνονταν άγγιχτα, το κομμάτι του Βασιλάκη και το κομμάτι του Βασίλη.
     Πλάγι-πλάγι έθαψαν τα δυο παιδιά. Στον ένα τάφο είναι γραμμένο με χρυσά γράμματα τ' όνομα του Βασιλάκη· ο άλλος τάφος δεν έχει όνομα.
     Κανένας δε γνώριζε το έρημο ορφανό.

Πηγή άρθρου:http://www.peri-grafis.com/ergo.php?id=1262

Enhanced by Zemanta

Κυριακή 3 Ιουλίου 2011

Μη μου ρίχνετε άλλα λεφτά. Το 'βγαλα το μεροκάματο»


Ο Γιώργης Παπάζογλου, υιοθετημένος γιος του μεγάλου ρεμπέτη Βαγγέλη Παπάζογλου και της Αγγέλας, είναι ένας λαϊκός άνθρωπος. Ως οικοδόμος εργάστηκε μια ζωή. Εχει όμως στο DNA του το συγγραφικό ταλέντο.
Ο Παπάζογλου (κιθάρα) με παρέα μουσικώνΟ Παπάζογλου (κιθάρα) με παρέα μουσικών Απόδειξη ήταν το βιβλίο του «Ονείρατα της άκαυτης και της καμμένης Σμύρνης», από το οποίο προήλθε κι ο περίφημος μονόλογος της «Αγγέλας Παπάζογλου», μια μεγάλη και μακροχρόνια επιτυχία της Αννας Βαγενά.
Ο Γιώργης Παπάζογλου συνέχισε βέβαια να γράφει. Πρόσφατα κυκλοφόρησε και το καινούργιο βιβλίο του «Τα χαΐρια μας εδώ», 585 σελίδων, με 33 κείμενα που εξιστορούν σταθμούς και περιστατικά της ζωής του Βαγγέλη, σαν να τα διηγείται ο ίδιος. Το βιβλίο περιλαμβάνει επίσης πλούσιο φωτογραφικό υλικό, τους στίχους από 156 τραγούδια του Βαγγέλη Παπάζογλου, άλλους στίχους σκόρπιους, τίτλους από παρτιτούρες, αλληλογραφία και διάφορα άλλα ντοκουμέντα. Ο Γιώργης το εξέδωσε, κατά τη συνήθη του πρακτική, σε πολύ περιορισμένα αντίτυπα «για φίλους» και ιδίοις εξόδοις. Το εισαγωγικό κείμενο έγραψε ο κοινωνιολόγος και μελετητής του ρεμπέτικου Δημήτρης Υφαντής. Ο ίδιος μας έστειλε και το κείμενό του, ένα πλήρες βιογραφικό του Βαγγέλη Παπάζογλου, δύο ανέκδοτα τραγούδια του, όπως και αποσπάσματα από τις εξιστορήσεις του Γιώργη για τον πατέρα του.
Γράφει, λοιπόν, ο Δημήτρης Υφαντής, συστήνοντάς μας το βιβλίο:
«Μίσος, έρωτας, αισθήματα, πίκρες, βάσανα και καϋμοί. Δεν μιλάω για χαρές, γιατί θέλω να σας μιλήσω για τον Βαγγέλη. Αλλος τρόπος να προχωρήσω την κουβέντα δεν υπάρχει. Θα τον τραγουδήσουμε λίγο, έτσι όπως σας κρατώ στα χέρια μου και στην καρδιά μου. Θ' ανέβουμε στον ουρανό και θα σεργιανίσουμε τ' όνειρο. Θα καταπιούμε το γέλιο... θα χορτάσουμε το φως...» αυτά μας υπόσχεται ο Γιώργης Παπάζογλου ο «καραγκιουλέ», γιος του Βαγγέλη, στα εισαγωγικά του τρίτου βιβλίου που εξέδωσε ο ίδιος με τον τίτλο «Τα χαΐρια μας εδώ» και θα λέγαμε ότι τηρεί την υπόσχεσή του και με το παραπάνω.
Για άλλη μια φορά εκπλήσσει, συγκινεί και προβληματίζει με τα 33 «μικρά λογοτεχνικά έργα», όπου μέσα από την εξιστόρηση της ζωής του Βαγγέλη Παπάζογλου ξεδιπλώνεται η ιστορία της προσφυγιάς και της Ελλάδας [...]
Η σχέση του με τη μουσική φαίνεται ότι ήταν μοναδική, αυτό το καταμαρτυρεί το γεγονός ότι δεν γνώριζε γράμματα, αλλά γνώριζε να γράφει και να διαβάζει μουσική. «Ο Βαγγέλης δεν ήταν κακογράφος, ούτε ανορθόγραφος. Απλά... δεν ήξερε γράμματα. Κι όταν αναγκαζόταν να καθαρογράψει από τις σημειώσεις του ένα τραγούδι, υπέφερε κυριολεκτικά» σημειώνει ο Γιώργης Παπάζογλου και συμπληρώνει: «Λαχτάρα ήτανε και ανάγκη να γράψει και χείμαρρος, που συνήθως όταν βρισκότανε σ' αυτό το αμόκ γραψίματος, έσβηνε με τη γομολάστιχα την αποκάτω μελωδία κι έγραφε από πάνω την καινούργια. 'Η ξεκινούσε απ' την κόλλα του πενταγράμμου από πάνω, έγραφε ένα τραγούδι, μετά γύριζε την κόλλα, έσβηνε το προηγούμενο τραγούδι και προχωρούσε το τωρινό. Αδιαφορώντας αν το προηγούμενο τραγούδι ήταν καλύτερο. Είχε ανάγκη να γράφει κι έγραφε». Τα παραπάνω, χωρίς περαιτέρω σχόλια, αρκούν για να περιγράψουν τον ιδιοφυή μουσικό Βαγγέλη Παπάζογλου».
Η ζωή του Βαγγέλη Παπάζογλου
Ο Βαγγέλης Παπάζογλου γεννήθηκε στο χωριό Ντουρμπαλί κοντά στη Σμύρνη το 1897. Τα παιδικά του χρόνια τα ζει μετακινούμενος με τον πατέρα του, που ήταν σταθμάρχης στους σιδηροδρόμους. Βοηθά τον πατέρα του ως κοτσαδόρος. Αυτός ήταν κι ο λόγος που δεν τελείωσε το σχολείο παρά λίγες τάξεις του Δημοτικού.
Από μικρή ηλικία μαθαίνει μαντολίνο, κιθάρα, βιολί, μπάντζο και, μεγαλώνοντας, εντάσσεται στην Σμυρναίικη Εστουδιαντίνα του Σιδερή γνωστής ως «Πολιτάκια», όπου μαθαίνει να διαβάζει και να γράφει μουσική σε παρτιτούρα. Το 1919 πηγαίνει εθελοντής στο στρατό και στη συνέχεια ως επιστρατευμένος πολεμά στην εκστρατεία στον Σαγγάριο. Με την οπισθοχώρηση, μέσω Σμύρνης, έφτασε στον Πειραιά.
Στην Ελλάδα εργάζεται ως επαγγελματίας μουσικός και το 1924 λειτουργεί δικό του καφενείο-ουζερί στις παράγκες της Κοκκινιάς. Τον ίδιο χρόνο γνωρίζει την Αγγέλα Μαρωνίτη, Σμυρνιά τραγουδίστρια, η οποία καταγόταν από οικογένεια μουσικών με μακρά παράδοση. Το 1927 παντρεύονται, εγκαθίστανται στην Κοκκινιά και υιοθετούν τον πρώτο ξάδερφο της Αγγέλας, τον Γιώργη.
Οι μουσικές γνώσεις και εμπνεύσεις του Βαγγέλη τον οδηγούν στην επανασύνδεση με τους παλιούς συναδέλφους του από τη Σμύρνη. Μπαίνει στη δισκογραφία γύρω στο 1934 και φωνογραφεί, πρωτότυπα και ανεπανάληπτα ως προς τη μουσική και το στίχο, τραγούδια όπως «Οι λαχανάδες», «Βάλε με στην αγκαλιά σου», «Η μπαμπέσα», «Η φωνή του αργιλέ», «Το παιδί του δρόμου», «Ο ξεμάγκας» κ.ά.
Με την επιβολή της λογοκρισίας, το 1937, επιλέγει την αποχή από τη δισκογραφία και ζει από την μουσική συχνά με περιοδείες ανά την Ελλάδα. Με την εισβολή των Γερμανών, «πενθεί» την υποδούλωση της χώρας με την άρνησή του να ανεβεί στο πάλκο και γίνεται παλιατζής. Τα τραγούδια, που εξακολουθεί να γράφει, τα χαρίζει σε φίλους και συναδέλφους μουσικούς. Πεθαίνει από την πείνα και τη φυματίωση το 1943.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, η Πολιτεία... «τίμησε» τον μεγάλο μουσικό, καταδικάζοντας την οικογένειά του και την, τυφλή από το 1929, Αγγέλα στην ανέχεια, με τις διώξεις του γιου του Γιώργη για την αντιστασιακή και πολιτική του δράση και με την ανοχή της λεηλασίας του έργου του από μουσικούς και δισκογραφικές εταιρίες.
Τα φωνογραφημένα τραγούδια στο όνομα του Βαγγέλη Παπάζογλου, στις 78 στροφές, ανέρχονται σε 24. Εντεκα είναι οι επανεκτελέσεις και διασώζονται επίσης και 4 αμανέδες με την Αγγέλα Παπάζογλου. *

Enhanced by Zemanta

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2011

Υπερφορτώνει τον εγκέφαλο η ζωή στις πόλεις


Πρόσφατη επιστημονική μελέτη, απέδειξε ότι η ζωή σε αστικό περιβάλλον, με υπερβολικό άγχος, πολυκοσμία, θόρυβο κάνει τον εγκέφαλο να λειτουργεί σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και αυξάνει την πιθανότητα εκδήλωσης σχιζοφρένειας και άλλων ψυχικών νόσων.
Σύμφωνα με γερμανική έρευνα της Ιατρικής Σχολής του πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης, που δημοσιεύεται στο περιοδικό «Nature», το «Science» αλλά και τις βρετανικές εφημερίδες «Γκάρντιαν» και «Τέλεγκραφ» η ζωή στις πόλεις μας “τρελαίνει”.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή ψυχιατρικής Αντρέας Μέγιερ-Λίντενμπεργκ  μελέτησαν τους εγκεφάλους 55 εθελοντών που ζούσαν σε διάφορες μεγάλες αστικές και απομακρυσμένες αγροτικές περιοχές, βάζοντας τους να λύνουν μαθηματικά προβλήματα υπό πίεση χρόνου και σε κατάσταση στρες και παρακολουθώντας την λειτουργία του εγκεφάλου με όργανα μαγνητικής απεικόνισης.
Τα συμπεράσματα τους ήταν μάλλον δυσάρεστα για του κατοίκους των πόλεων, αφού έδειξαν ότι οι εγκέφαλοι τους αντιδρούν πολύ άσχημα σε συνθήκες στρες σε αντίθεση με αυτούς των κατοίκων της υπαίθρου.
Η βασική ανακάλυψη έδειξε ότι το στρες στον εγκέφαλο των πρώτων, ενεργοποιεί εντονότατα την αμυγδαλή του εγκεφάλου, την κατ' εξοχήν περιοχή που συνδέεται με την αντίληψη του κινδύνου και των απειλών, με τις συναισθηματικές διαταραχές, την κατάθλιψη και την παραβατική συμπεριφορά (βία κ.α.). Επίσης, όσο περισσότερο χρόνο κάποιος είχε ζήσει σε πόλη ανάμεσα στη γέννησή του και στην ηλικία των 15 ετών, τόσο μεγαλύτερη ήταν η δραστηριότητα σε μια άλλη περιοχή του εγκεφάλου, τον πρόσθιο προσαγώγιο φλοιό,  περιοχή που ρυθμίζει το στρες.
Προηγούμενες επιδημιολογικές έρευνες, εδώ και δεκαετίες, έχουν δείξει ότι ανώμαλες συνδέσεις ανάμεσα σε αυτή την περιοχή του πρόσθιου φλοιού και στην αμυγδαλή παρατηρούνται σε όσους πάσχουν από σχιζοφρένεια μη γενετικής αιτιολογίας, πράγμα που δείχνει ότι πιθανώς η ζωή στην πόλη αυξάνει τον κίνδυνο για την εκδήλωση της συγκεκριμένης νόσου. Η κοινωνική απομόνωση, οι θόρυβοι, η πολυκοσμία κ.α. είναι μερικοί παράγοντες που αυξάνουν το στρες σε αυτές τις περιοχές.
Είναι ουσιαστικά η πρώτη φορά που οι νευροεπιστήμονες μελέτησαν τη σχέση ανάμεσα στον τόπο διαμονής και στις αλλαγές που προκαλούνται στη βιολογία του εγκεφάλου.
Όπως δήλωσε ο επικεφαλής των επιστημόνων  Μέγιερ-Λίντενμπεργκ «αν κάποιος παραβιάζει τον προσωπικό χώρο σου, αν έρχεται υπερβολικά κοντά σου, το κύκλωμα αμυγδαλής-πρόσθιου φλοιού ενεργοποιείται» και το άγχος αυξάνει. Πρόσθεσε μάλιστα χαρακτηριστικά πως οι σχεδιαστές των πόλεων στο μέλλον πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους αυτή την παράμετρο, δηλαδή της επίπτωσης της πυκνότητας του πληθυσμού στον εγκέφαλο και στις νοητικές-ψυχικές δυσλειτουργίες του, εκτιμώντας ότι «η ζωή στις πόλεις προκαλεί περισσότερους (ψυχικούς) κινδύνους από οποιοδήποτε γονίδιο».
Οι υπάρχουσες μέχρι σήμερα στατιστικές μελέτες έχουν δείξει ότι η γέννηση και η ζωή στις πόλεις αυξάνει κατά 21% τον κίνδυνο για εκδήλωση αγχώδους διαταραχής, ενώ διπλασιάζει τον κίνδυνο εκδήλωσης σχιζοφρένειας (η οποία πλήττει περίπου ένα άνθρωπο στους 100). Την ίδια στιγμή οι προβλέψεις δείχνουν ότι μέχρι το 2050, σχεδόν το 70% των κατοίκων του πλανήτη θα ζει σε πόλεις, όπου οι κάτοικοι κατά μέσο όρο απολαμβάνουν υψηλότερο εισόδημα και καλύτερες συνθήκες απασχόλησης, διατροφής, υγιεινής, εκπαίδευσης, ψυχαγωγίας κ.α. - αλλά με ένα αναπόφευκτο τίμημα στον εγκέφαλο και στην ψυχική ισορροπία τους.

Τρίτη 28 Ιουνίου 2011

Φωτογραφίζοντας την Ελλάδα του 1850


Οι ελληνικές αρχαιότητες, η ομορφιά του ελληνικού τοπίου ανάμεσα στα σπαράγματα του παρελθόντος, ήταν αγαπημένο θέμα των περιηγητών-ζωγράφων του 19ου αιώνα, οι οποίοι ταξίδεψαν στην Ελλάδα και στις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου, αναζητώντας ίχνη από τη δόξα του αρχαίου κόσμου.
Αποψη του Αρείου Πάγου από νοτιοανατολικάΑποψη του Αρείου Πάγου από νοτιοανατολικάΑπό το 1839, τη χρονιά της εφεύρεσης της φωτογραφίας, στο κύμα των περιηγητών-ζωγράφων προστέθηκαν οι φωτογράφοι. Ανάμεσά τους ήταν και ο Σκωτσέζος περιηγητής Τζέιμς Ρόμπερτσον, που έκανε μια στάση στην Αθήνα (1853-'54) πριν αναχωρήσει για τη Μάλτα, τους Αγίους Τόπους, την Αίγυπτο και τη Δαμασκό. Επανήλθε το 1856, συνοδευόμενος από τον νεότερό του φωτογράφο Φελίτσε Μπεάτο.
Τριάντα οκτώ πρωτότυπες φωτογραφικές εκτυπώσεις του Τζέιμς Ρόμπερτσον από το ελληνικό του ταξίδι παρουσιάζονται στην έκθεση «James Robertson. Φωτογραφίες ελληνικών αρχαιοτήτων, 1853-1854», που εγκαινιάζεται σήμερα, στις 20.00, στο κεντρικό κτίριο του Μουσείου Μπενάκη (Κουμπάρη 1). Οι φωτογραφικές εκτυπώσεις του περιηγητή έφτασαν στο Μουσείο Μπενάκη μέσω της δωρεάς, που έκανε η φίλη του Μουσείου, Ρένα Ανδρεάδη, στα Φωτογραφικά Αρχεία του Ιδρύματος.
Η διαδρομή που ακολούθησε ο φωτογράφος Ρόμπερτσον ήταν η καθιερωμένη για τους περιηγητές-ζωγράφους του 19ου αιώνα. Ξεκίνησε την καταγραφή του από τα μνημεία της Ακρόπολης και συνέχισε με τους αρχαιολογικούς χώρους της πρωτεύουσας, η οποία αποτυπώθηκε σε δεύτερο πλάνο, ως περίγυρος των αρχαιοτήτων. Η φωτογραφική σειρά του ολοκληρώθηκε με απόψεις των ναών του Ποσειδώνα στο Σούνιο, της Αφαίας Αθηνάς στην Αίγινα και του Απόλλωνα στην Κόρινθο. Στην Ακρόπολη, το βλέμμα του στάθηκε στα Προπύλαια, στον ναό της Απτέρου Νίκης, στον Παρθενώνα, στο Ερέχθειο και μέσα στην πόλη στον ναό Ολυμπίου Διός, στον Πύργο των Ανέμων, στην Πύλη της Αθηνάς Αρχηγέτιδος, στο Μνημείο του Λυσικράτη. Η φωτογραφική του ματιά ήταν επηρεασμένη από τις αντίστοιχες ζωγραφικές απόψεις της εποχής. Τα μνημεία είναι οι πρωταγωνιστές των κάδρων του, ενώ η ανθρώπινη παρουσία παρεμβάλλεται (φύλακες των μνημείων, φουστανελοφόροι και δυτικά ντυμένοι επισκέπτες), για να επισημάνει την κλίμακα των ερειπίων ή να διασκεδάσει τη μονοτονία τους.
Οι φωτογραφίες του, εκτός από σπάνια δείγματα της πρώιμης φωτογραφικής τέχνης, έχουν επιπλέον αξία. Αποτελούν ένα μοναδικό αρχείο οπτικών μαρτυριών για τη δραματική κατάσταση στην οποία περιήλθαν τα μνημεία από τις λεηλασίες και τους βανδαλισμούς την εποχή της οθωμανικής κυριαρχίας.
Ο Τζέιμς Ρόμπερτσον ταυτίζεται με τον ομώνυμο χαράκτη, που εργάστηκε στο Λονδίνο γύρω στο 1830. Εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1841, όπου και παρέμεινε για σαράντα χρόνια ως αρχιχαράκτης στο αυτοκρατορικό νομισματοκοπείο. Η φωτογραφική του πορεία ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1850, όταν άνοιξε φωτογραφείο στη συνοικία του Πέραν. Εγινε γνωστός τόσο για τις φωτογραφικές απεικονίσεις του όσο και για την κάλυψη του πολέμου της Κριμαίας, τη διετία 1854-'56. Πέθανε το 1888 στη Γιοκοχάμα της Ιαπωνίας.
*Διάρκεια έκθεσης έως 21 Αυγούστου.

Enhanced by Zemanta

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Κυριακή 17 Ιουλίου 2011

ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ: Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗ ΜΕ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ. ΟΙ ΦΗΜΕΣ ΚΑΙ Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΛΗΘΕΙΑ.





Στήσαν χορό παραπληροφόρησης τα γνωστά ανεμιστηράκια λάσπης του διαδικτύου εξ αιτίας μιας κοινωνικής συνεύρεσης  μεταξύ του Προέδρου του ΛΑ.Ο.Σ κ. Γιώργου Καρατζαφέρη και του πρώην Πρωθυπουργού κ. Κ.Καραμανλή. Η συνάντηση έγινε στο Κτήμα Νάσιουτζικ όπου παρέθετε γεύμα ο γιός του γνωστού Ορθοπεδικού κ. Βασίλη Μπιτούνη και ήταν καλεσμένοι εκτός των άλλων και οι δύο πιο πάνω πολιτικοί.  (Σχετικα:και ΕΔΩ). Μέχρις εδώ μια χαρά η είδηση. Άρχισαν όμως τα διαδικτυακά παπαγαλάκια για κάνουν... οχτάρια, με το μυαλό (;) τους και  επι εσφαλμένης βάσεως να υψώνουν πύργους σεναρίων και πικρόχολων σχολίων. ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΛΗΘΕΙΑ: Επικοινωνήσαμε .... δεόντως    και προέκυψε η εξής δήλωση: "Οντως η συνάντηση έγινε, αλλά πέραν της κοινωνικής , τυπικής συναντήσεως ΟΥΔΕΝ άλλο συζητήθηκε ". Η πιο πάνω δήλωση προέρχεται, απο κύκλους του Προέδρου του ΛΑ.Ο.Σ και δεν σηκώνει καμία αμφισβήτηση, πιθανόν θα εκδοθεί και ανάλογο δελτίο τύπου.ΕΔΩ

Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ

H AΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗ


Στήσαν χορό παραπληροφόρησης τα γνωστά ανεμιστηράκια λάσπης του διαδικτύου εξ αιτίας μιας κοινωνικής συνεύρεσης  μεταξύ του Προέδρου του ΛΑ.Ο.Σ κ. Γιώργου Καρατζαφέρη και του πρώην Πρωθυπουργού κ. Κ.Καραμανλή. Η συνάντηση έγινε στο Κτήμα Νάσιουτζικ όπου παρέθετε γεύμα ο γιός του γνωστού Ορθοπεδικού κ. Βασίλη Μπιτούνη και ήταν καλεσμένοι εκτός των άλλων και οι δύο πιο πάνω πολιτικοί.  (Σχετικα:ΕΔΩ  και ΕΔΩ). Μέχρις εδώ μια χαρά η είδηση. Άρχισαν όμως τα διαδικτυακά παπαγαλάκια για κάνουν... οχτάρια, με το μυαλό (;) τους και  επι εσφαλμένης βάσεως να υψώνουν πύργους σεναρίων και πικρόχολων σχολίων. ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΛΗΘΕΙΑ: Επικοινωνήσαμε .... δεόντως    και προέκυψε η εξής δήλωση: "Οντως η συνάντηση έγινε, αλλά πέραν της κοινωνικής , τυπικής συναντήσεως ΟΥΔΕΝ άλλο συζητήθηκε ". Η πιο πάνω δήλωση προέρχεται, απο κύκλους του Προέδρου του ΛΑ.Ο.Σ και δεν σηκώνει καμία αμφισβήτηση, πιθανόν θα εκδοθεί και ανάλογο δελτίο τύπου.

Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ

Παρασκευή 15 Ιουλίου 2011

NTOKOYMENTO ΓΙΑ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΟΛΩΝ. ΠΟΣΟ ΠΙΟ ΜΠΡΟΣΤΑ ΗΤΑΝ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΟ 410πχ. Της Αγγελικής Νιαροπέτρου

(ΚΛΙΚ ΣΤΗ ΦΩΤΟ)
Αυτό το Ψήφισμα είναι το τελευταίο που έχει διασωθεί απο το αρχείο του αείμνηστου Ευάγγελου Γιαννόπουλου. Είχε παραδώσει δυο τρία, σε έμπιστα πρόσωπα, με την εντολή, όταν κινδυνεύσει η Πατρίδα να το δημοσιοποιήσουν. Νομίζω ότι τον καιρό αυτό πραγματικά  η Ελλάδα διατρέχει τον ΥΨΙΣΤΟ κίνδυνο από υπάρξεώς της. Οι "αγώνες" των αιώνιων εχθρών της πλησιάζουν στην "ολοκλήρωσή" τους.
Διανύουμε τις εφιαλτικότερες μέρες όπου οι εντολοδόχοι για την διάλυση του Έθνους, βρίσκονται ένα βήμα πριν την .... επιτυχία τους.
Με πρόσχημα την Ελληνική πτώχευση αφελληνίζουν το λαό, απαξιώνουν τις αντιστάσεις του, τον ρίχνουν την δυστυχία ώστε να καταστεί ακίνδυνος στην επερχόμενη λεηλασία εδαφών και φυσικού πλούτου.
Δεν είναι τυχαία η στήριξη Ομπάμα στον εντολοδόχο του Παπανδρέου , ούτε και η επικείμενη άφιξη της Χίλαρι Κλίντον, είναι τα κοράκια που "επιθεωρούν" το πτώμα της Ελλάδος πριν το κατασπαράξουν.
Αρα λοιπόν αυτή είναι η καταλληλότερη χρονική στιγμή δημοσιοποίησης του πριν 2420 χρόνια ψηφίσματος του Δημόφαντου.
Υ.Γ. Μέχρι το 2000, ο Ευάγγελος Γιαννόπουλος είχε τυπώσει σε ειδικό χαρτί παπύρου και καδράρει πάνω από 200 αντίτυπα και τα είχε δωρίσει σε Υπουργούς , Βουλευτές και κόμματα. Άραγε υπάρχει ακόμα κάποιος που εκτιμώντας την αξία του, το έχει ακόμα;
Αγγελική Νιαροπέτρου 

Δέλτα Πηνελόπη





                     Βιογραφικό

     Η μεγαλύτερη μορφή της νεοελληνικής παιδικής λογοτεχνίας. Κόρη του εθνικού ευεργέτη Εμμανουήλ Μπενάκη, γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια όταν ο Ελληνισμός ανθούσε στην κτισμένη από το Μ. Αλέξανδρο μεγαλούπολη της Αιγύπτου.
     Γεννήθηκε το 1874 στην Αλεξάνδρεια κι ήταν το 3ο παιδί τουΕμμανουήλ Μπενάκη και της Βιργινίας Χωρέμη. Είχε 2 μεγαλύτερα αδέλφια, την Αλεξάνδρα και τον Αντώνη, το γνωστό "Τρελαντώνη" του ομώνυμου βιβλίου της. Μετά τη γέννησή της ακολούθησαν άλλα 3 παιδιά, οΚωνσταντίνος (που πέθανε σε ηλικία 2 ετών), ο Αλέξανδρος κι η Αργίνη.
     Η οικογένεια μετακόμισε προσωρινά στην Αθήνα το 1882, όπου ηΠηνελόπη παντρεύτηκε τον πλούσιο Φαναριώτη βαμβακέμπορο Στέφανο Δέλτα. Μαζί του απέκτησε 3 κόρες: τη Σοφία (μετέπειτα Μαυροκορδάτου), τη Βιργινία (μετέπειτα Ζάννα) και την Αλεξάνδρα (μετέπειταΠαπαδοπούλου). Επέστρεψαν στην Αλεξάνδρεια το 1905, όπου γνώρισε τον Ίωνα Δραγούμη, τότε υποπρόξενο της Ελλάδας στην Αλεξάνδρεια. Ανάμεσά τους αναπτύσσεται ένας μεγάλος έρωτας, εκείνη όμως δε μπορεί ν' αντιταχθεί στις κοινωνικές επιταγές και την υποχρέωσή της απέναντι στο σύζυγο και τα παιδιά της. Η πλατωνική αυτή σχέση της με τον Δραγούμη τελειώνει το 1908, όταν αυτός συνδέεται με τη Μαρίκα Κοτοπούλη.
     Αργότερα έζησε ένα διάστημα στη Φρανκφούρτη στη Γερμανία (1906-1912). Τον καιρό εκείνο στη τουρκοκρατούμενη ακόμα Μακεδονία μας διεξαγόταν ο Μακεδόνικος Αγώνας που έληξε ένδοξα με την απελευθέρωση της το 1912. Εκείνη την κρίσιμη για την πατρίδα μας εποχή ζώντας σε ξένη γη η λογοτέχνιδα εξέδωσε στο Λονδίνο τα πρώτα παλλόμενα από αγνό πατριωτισμό παιδικά βιβλία της: "Για Τη Πατρίδα"  (Λονδίνο 1909 -με εικονογράφηση του Νικηφόρου Λύτρα) μαζί με το παραμύθι "Η Καρδιά Της Βασιλοπούλας", "Παραμύθι Χωρίς Όνομα" (Λονδίνο 1910 -μια αλληγορία για το δυναμισμό του νέου Ελληνισμού), "Στον Καιρό Του Βουλγαροκτόνου" (Λονδίνο 1911 - μεγάλο ιστορικό αφήγημα από τον καιρό της δόξας του Βυζαντίου).
     Το 1915 εκδίδει στην Αθήνα τα "Παραμύθια Και 'Αλλα". Από το 1916, ενώ μαινόταν ο Α' Παγκ. Πόλ. (1914-1918), εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα. Εδώ βρισκόταν από το 1910 κι ο πατέρας της κι είχεν ήδη διατελέσει Βουλευτής, Υπουργός και το 1914-1916 Δήμαρχος Αθηναίων. Αυτός χάρισε στην Αθήνα τη Μπενάκειο Βιβλιοθήκη, τοΝοσοκομείο Ερυθρού Σταυρού, το Δημοτικό Σταθμό Πρώτων Βοηθειώνκι άλλα κοινωφελή ιδρύματα. Ανέπτυξαν στενή φιλία με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, τον οποίο και προσκαλούσαν συχνά στην εξοχική τους οικία στηΚηφισιά.
     Η κόρη του εθνικού ευεργέτη πρόσφερε στο Έθνος μεγαλύτερη ευεργεσία από τον πατέρα της με τα υπέροχα παιδικά βιβλία που χάρισε σταΕλληνόπουλα, τη χρυσή ελπίδα του Έθνους και μ' αυτά ενέπνευσε σε αναρίθμητες παιδικές ψυχές αισθήματα ευγένειας, ανθρωπισμού και πατριωτισμού. Μ' αυτά τους εμφύτευσε εθνική υπερηφάνεια για ό,τι ωραίο πρόσφερε ο Ελληνισμός στην ανθρωπότητα και βαθειά αγάπη προς τις αθάνατες αξίες της ελληνοχριστιανικής κληρονομιάς μας.
     Το 1921 εκδίδονται τα διηγήματα "Τ' Ανεύθυνα" (Ψυχές παιδιών -Για γονείς και δασκάλους), το 1925 "Η Ζωή Του Χριστού" (με βάση τις πληροφορίες των Ευαγγελιστών, εμπλουτισμένες με ιστορικές και γεωγραφικές γνώσεις της εποχής και του περιβάλλοντος του Χριστού), το1934 "Ο Μάγκας" το 1937 το ιστορικό αφήγημα "Τα Μυστικά Του Βάλτου" (από το Μακεδόνικο Αγώνα). Παιδαγωγικού περιεχομένου είναι το βιβλίο της: "Στοχασμοί Για Την Ανατροφή Των Παιδιών Μας" (για γονείς και δασκάλους). Τα βιβλία της αγαπήθηκαν και διαβάστηκαν πολύ, όπως αποδεικνύεται κι από τις πολυάριθμες επανεκδόσεις τους.
     Ζούσε με πλήρη συνέπεια προς τις αρχές που διακήρυσσε: "Πρόσεχε, μην είναι θεωρητικές οι σκέψεις σου. Πρόσεχε, μη και δεν τις εφαρμόζεις στη ζωή". Είχε οργανώσει στο σπίτι της ιατρείο για τους φτωχούς κι αγωνιζόταν να τους ανακουφίζει οικονομικά. Ο σύζυγος της Στέφανος Δέλταςδιακρίθηκε για τη μεγάλη συμβολή του στην επίλυση των προβλημάτων του1,5 εκατομμυρίου προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής. Διορίσθηκε το 1923 μέλος της 4μελούς (από έναν Αμερικανό, ένα Αγγλοκαι δύο Έλληνες) Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων, που ιδρύθηκε τότε και μες στα επόμενα έτη επιτέλεσε τεράστιο έργο.
             
     Εκείνα όμως τα έτη άρχισε ένα προσωπικό πρόβλημά της. Από το 1925, τη χρονιά που πρωτοδημοσίευσε τη "Ζωή Του Χριστού", άρχισε η ίδια να σηκώνει το σταυρό μιας ασθένειας που την άφησε μισοπαράλυτη. Το 1929, ξεκίνησε τη συγγραφή της 3λογίας "Ρωμιοπούλες", η οποία τελείωσε το1939. Το 1ο βιβλίο, "Το Ξύπνημα", καλύπτει γεγονότα των ετών 1895-1907, η "Λάβρα" καλύπτει τα έτη 1907-1909 και το "Σούρουπο" τα έτη1914-1920. Στο μεταξύ είχεν εκδώσει τον "Τρελαντώνη", το 1932.
     Το 1941, ο Φίλιππος Δραγούμης, της εμπιστεύεται τα ημερολόγια και το αρχείο του αδερφού του, Ίωνα, στα οποία η Δέλτα πρόσθεσε περίπου1000 χειρόγραφες σελίδες με σχόλια για το έργο του. Στις 27 Απριλίου 1941, τα γερμανικά στρατεύματα καταλαμβάνουν την Αθήνα κι υψώνουν στην Ακρόπολη τη σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό. Η Πηνελόπη Δέλτααυτοκτονεί στις 2 Μάη 1941, παίρνοντας δηλητήριο -είχανε προηγηθεί κι άλλες απόπειρες αυτοκτονίας στο παρελθόν- μην αντέχοντας τον πόνο για την κατάκτηση της πατρίδας μας. Στον τάφο της, στον κήπο του σπιτιού της, χαράχτηκε η λέξη ΣIΩΠH.
     Μετά το θάνατο της εξεδόθη από τον Ξ. Λευκοπατρίδη σε ογκώδη τόμο "Η Αλληλογραφία Της Π.Σ. Δέλτα 1903-1940", όπου παρελαύνουν εξέχοντα πρόσωπα της πολιτικής, των γραμμάτων και των επιστημών κι όπου εκφράζονται ολοζώντανα οι ιδέες και τάσεις που χαρακτήριζαν τότε την ελληνική διανόηση και πολιτική.
     Σήμερα, τόσα χρόνια μετά το θάνατο της μεγάλης λογοτέχνιδας, τα βιβλία της διαβάζονται με την ίδια αγάπη.

--------------------------------------------------------------------------------------

     Μια παραμονή Πρωτοχρονιάς, χωμένο στη γωνία μιας εξώπορτας, κάθουνταν ένα αγοράκι και κοίταζε το αντικρινό φωτισμένο παράθυρο. Είχε νυχτώσει νωρίς, και το χιόνι σκέπαζε τις πλάκες του δρόμου, τα φανάρια, τα δέντρα και τις στέγες των σπιτιών, πράμα σπάνιο στην Αθήνα.
     Το κρύο ήταν δυνατό, και τυλιγμένος στο παλιωμένο και σκισμένο ρουχάκι του, όλο και περισσότερο χώνουνταν ο Βασίλης στη γωνιά της εξώπορτας, για να ξεφύγει από το βοριά που τον πάγωνε ως τα κόκαλα. Μα τα μάτια του έμεναν καρφωμένα στο φωτισμένο παράθυρο του αρχοντόσπιτου, αντίκρυ του.
 -"Πρωτοχρονιά αύριο", μουρμούρισε, "διασκεδάζουν εκεί μέσα".

     Εκεί μέσα κείτουνταν ένα παιδί, με λιωμένο αχνό πρόσωπο. Κουτιά γεμάτα μπογιές, μολυβένια στρατιωτάκια, ζώα ξύλινα, σιδηρόδρομοι και καραβάκια, που σκέπαζαν το κρεβάτι του, έστεκαν άγγιχτα. Τ' αδύνατα χεράκια του μέναν ακίνητα στο σεντόνι πάνω, δεν κοίταζε καν τα πλούσια δώρα γύρω του. Το κουρασμένο βλέμμα του ήτανε καρφωμένο στο παράθυρο όπου, στα σκοτεινά, άσπριζαν τα χιόνια της αντικρινής στέγης.
 -"Τί συλλογίζεσαι, Βασιλάκη;" ρώτησε η μητέρα του.
 -"Κοίταζα τα χιόνια", αποκρίθηκε ο μικρός "και συλλογίζουμουν τη χαρά να τρέχεις στους δρόμους, να βουτάς στα χιόνια, να τα μαζεύεις και να φτιάνεις μπάλες, και να τις τινάζεις στους περαστικούς, όπως στη ζωγραφιά του βιβλίου μου, εκεί που είδα και το χριστουγεννιάτικο δέντρο με τα πολλά κεράκια... Αλήθεια, μητέρα, λες να βρήκε ο Νικόλας δέντρο τέτοιο εδώ";
 -"Ναι, παιδί μου, βρήκε και θα στο φέρει τώρα στολισμένο. Δεν είναι πολύ μεγάλο όπως στη ζωγραφιά του βιβλίου σου, μα το στόλισε ο πατέρας σου... κι είναι πολύ όμορφο... Είσαι ευχαριστημένος";
 -"Ναι", είπε ο Βασιλάκης χωρίς ενθουσιασμό.
     Εκείνη την ώρα άνοιξε η πόρτα. Δυο υπηρέτες έφεραν μέσα ένα μικρό έλατο ολοφώτιστο και το στήσανε πάνω στο τραπέζι. Τα κλαδιά ήτανε φορτωμένα χρυσά κι ασημένια στολίδια, φαναράκια και μπρίλες. Παντού στέκουνταν όρθια τ' αναμμένα χρωματιστά κεράκια, και τα μεγαλύτερα κλαδιά λύγιζαν από το βάρος των παιχνιδιών που κρέμουνταν δεμένα με κορδέλες.
 -"Ε, Βασιλάκη, σ' αρέσει το δέντρο σου;" ρώτησε ζωηρά ο πατέρας του.
     Ο μικρός το κοίταξε μια στιγμή με σβησμένα αγέλαστα μάτια.
 -"Το φαντάζουμουν ωραιότερο", είπε με τη βαρεμένη του φωνή. Και το βλέμμα του γύρισε πάλι στο παράθυρο και στα χιόνια του αντικρυνού σπιτιού. "Πατέρα, λες του χρόνου τη Πρωτοχρονιά να είμαι πια καλά και να βγω κι εγώ στα χιόνια";
 -"Ναι, παιδί μου", είπε ο πατέρας κι η μητέρα βγήκε από το δωμάτιο για να κρύψει τα κλάματα που την έπνιγαν.
 -"Τί όμορφα που θα είναι να τρέχεις στα χιόνια..." είπε συλλογισμένα ο Βασιλάκης. "Τί δε θα 'δινα για να δω τί γίνεται έξω..."

     Έξω, ο Βασίλης είχε δει πίσω από το φωτισμένο παράθυρο το δέντρο του Βασιλάκη, με τα φώτα και τα χρυσά στολίδια και τα παιχνιδάκια που γεμιζανε τα κλαδιά από πάνω ως κάτω.
 -"Αχ, τί ωραίο!" είπε το φτωχό, "πρέπει να το 'φερε ο 'Αη-Βασίλης" και τα μάτια του τρώγανε το δέντρο και, τρέμοντας από το κρύο, ολοένα χώνουνταν βαθύτερα στη γωνιά του και γύρευε να τυλίξει στο κορμάκι του τα κουρέλια του, μήπως και το ζεστάνουνε
λίγο. "Ο 'Αη-Βασίλης..." μουρμούρισε, "γιατί δεν έρχεται κάποτε και σε μας";
     Θυμήθηκε το φτωχικό σπιτάκι στο χωριό του, όπου τον είχε μεγαλώσει η μάνα του. Όλα τα 'χε στερηθεί αφότου γεννήθηκε, εκτός μόνο τα χάδια της μάνας του. Ξενοδούλευε η κακομοίρα για να κερδίσει το ψωμί τους, μ' άλλο από ψωμί δε πρόφθαινε να βγάλει, μόνο την αγάπη της μπορούσε χάρισμα να του δίνει κι αυτή του την έδινε μπόλικη. Μα ήλθανε κακοί καιροί, αρρώστια, μαύρη φτώχεια και πέθανε η μάνα του και τη βάλανε σε σανιδένια κάσα και τη πήγανε στο νεκροταφείο και την είδε που τη σκεπάσανε τα χώματα. Και τον έβγαλαν από το φτωχικό του καλυβάκι κι έφυγε το έρμο ορφανό κι ήλθε κι έπεσε στην Αθήνα, παραμονή του 'Αη-Βασίλη, πεινασμένο, παγωμένο, μακαρίζοντας τους ευτυχισμένους που διασκεδάζανε πίσω από το φωτισμένο παράθυρο, αντίκρυ του.
     Από νωρίς είχε δει κίνηση μεγάλη στους δρόμους, παιδιά μεγάλα και μικρά, που σταματούσανε στις πόρτες των αρχοντόσπιτων και λέγανε τον 'Αγιο Βασίλη. Μα τ' ορφανό δεν τόλμησε να χτυπήσει κι αυτό σε καμμιά πόρτα, ούτε ήταν μαθημένο στη ταραχή της μεγάλης πολιτείας. Και λίγο-λίγο, τράβηξε στους ήσυχους μεγαλόπρεπους δρόμους, μακριά από το κέντρο κι ήλθε και ζάρωσε σε μιαν εξώπορτα, χωρίς ψωμί, χωρίς σκοπό, χωρίς καμιάν ελπίδα.
     Πίσω από το φωτισμένο παράθυρο πήγαιναν κι έρχουνταν σκιές. Πέρασε κι ένας υπηρέτης με βελάδα, βαστώντας ένα πιάτο με μια μεγάλη πίτα! Ο Βασίλης θυμήθηκε πως τη τελευταία βούκα ψωμί την είχε φάει το πρωί. Και μέσα κει θα τρώγανε τώρα πίτα! Αχ και να είχε κι αυτός μια βουκίτσα να γελάσει τη πείνα του! Του φάνηκε τόσο ορεκτική η πίτα, τόσο αφράτη, καθώς τη πέρασε ο υπηρέτης εμπρός στο παράθυρο. 'Αραγε, αν ζητούσε λίγη, θα του 'δινε κανένα κομματάκι; Κι έξαφνα, χωρίς να ξέρει κι αυτός πώς το 'κανε, άρχισε να τραγουδά:

'Αγιος Βασίλης έρχεται
α-α-από, από την Καισαρεία...
βαστά καλάμι και χαρτί,
χα-α-ρτί, χαρτί και καλαμάρι
.

     Πίσω από το φωτισμένο παράθυρο, διάφορες σκιές πήγαν κι ήλθαν κοιτάζοντας έξω. Σώπασε τρομαγμένος ο Βασιλάκης και ζάρωσε στη γωνίτσα του όσο μπορούσε περισσότερο.
 -"Παναγιά μου!" ψιθύρισε, "λένε πως οι πλούσιοι δεν έχουνς καλή ψυχή και περιφρονούνε τους φτωχούς..." Και με τρομαγμένα μάτια ακολουθούσε το πηγαινέλα των ανθρώπων μες στη κάμαρα.

     Μες στη καμάρα είχαν κόψει την πίτα. Ακουμπισμένος στα μαξιλάρια, ο Βασιλάκης βαστούσε το πιάτο του στα χέρια, κοιτάζοντας μ' αδιαφορία το κομμάτι του, χωρίς καν να το γευθεί.
 -"Δεν το κόβεις να δεις αν σου έπεσε το φλουρί, Βασιλάκη μου;" ρώτησε τρυφερά η μητέρα του.
 -"Ναι, μητέρα, θα το γυρέψω", αποκρίθηκε, αλλά δεν κούνησε, ούτε άλλαξε η κουρασμένη όψη του. Έξαφνα ανέβηκε ως το δωμάτιο του άρρωστου αγοριού μια
φωνή παιδιάτικη, τρεμουλιαστή, σα φοβισμένη:

'Αγιος Βασίλης έρχεται
α-α-από, από την Καισαρεία...
βαστά καλάμι και χαρτί,
χα-αρτί, χαρτί και καλαμάρι
.

     Ο Βασιλάκης ξαφνίστηκε. Ανάψαν μια στιγμή τα μάτια του, ζωήρεψε το μελαγχολικό του πρόσωπο.
 -"Πατέρα, πατέρα!" φώναξε, "τ' ακούς; Τραγουδά απ' έξω... Θα ναι κανένα αγοράκι... φώναξε το! Πολύ σε παρακαλώ"!
     Η μητέρα του είχε πάγει κιόλα στο παράθυρο, μα δεν είδε τίποτε.
 -"Δε βλέπω κανένα παιδί", είπε.
 -"Πατέρα, κοίταξε συ, άνοιξε το παράθυρο, φώναξε το παιδί να έλθει να πάρει από τη πίτα, το κομμάτι του φτωχού... και να μας πει τί γίνεται έξω..."
     Πήγε ο πατέρας στο παράθυρο, το άνοιξε, έσκυψε έξω, κοίταξε δεξιά, αριστερά, μα δεν είδε τίποτε· έκλεισε το παράθυρο και γύρισε στο κρεβάτι του Βασιλάκη.
 -"Πέρασε το παιδί και πάει", είπε ζωηρά, "μα δε πειράζει, θα περάσει κι άλλο και τότε το φωνάζομε· δοκίμασε την πίτα σου ωστόσο".
     Μα ο Βασιλάκης δεν πεινούσε· έσπρωξε το πιάτο του, ακούμπησε στα μαξιλάρια κι έκλεισε τα μάτια. Η ζωηράδα του προσώπου του είχε σβήσει· το φλουρί της πίτας δεν τον ενδιέφερε, ούτε το δέντρο όπου είχαν σβήσει πια τα κεράκια, ούτε τα δώρα του. Το δρόμο μόνο συλλογίζουνταν... Και το παιδάκι, που μπορούσε να πει την ομορφιά της ελευθερίας, τη χαρά να τρέχεις και να βουτάς στα χιόνια, είχε περάσει και  πάει!-
 -"Θέλεις, παιδί μου, να φας την πίτα σου αύριο;" ρώτησε η μητέρα χαϊδεύοντας γλυκά το μέτωπο του.
 -"Ναι, μητέρα, αύριο".
     Η μητέρα έκανε νόημα σ' όλους να βγουν από το δωμάτιο. Ο Βασιλάκης ήτανε κουρασμένος... Ο Βασιλάκης ήθελε να κοιμηθεί... Πήρε το πιάτο με τη πίτα και το ακούμπησε στο τραπέζι, κοντά στο κομμάτι του φτωχού· έσβησε τα φώτα, άναψε την καντήλα, φίλησε γλυκά το αγόρι της και βγήκε από το δωμάτιο. Μα ο Βασιλάκης δε νύσταζε. Ο νους του έμενε στο δρόμο και στη χαρά που θα 'χε αν μπορούσε να τρέξει στα χιόνια... Κοίταξε γύρω του, είδε πως ήταν μόνος. Με κόπο κατέβηκε από το κρεβάτι, και σιγά-σιγά σύρθηκε ως το παράθυρο. Αχ! και να έβλεπε λιγάκι απ' έξω το χιονισμένο δρόμο, τα φανάρια, τ' άσπρα δέντρα... Με δυσκολία γύρισε το πόμολο, άνοιξε το παράθυρο κι έσκυψε έξω. Το κρύο τον ξάφνισε, του 'κοψε την αναπνοή, ζήτησε να στηριχθεί στο πεζούλι του παραθύρου μα όλα γυρίζανε, του φάνηκε πως πέφτει...
     Έξαφνα, από το παράθυρο πήδησε μέσα ένας άνθρωπος κι ο Βασιλάκης από το σάστισμά του ξέχασε τη ζάλη του. Ήτανε γέρος, χιονοσκεπασμένος, με μακριά καλογερικά ρούχα και μεγάλα άσπρα γένια. Τον κοίταξε ο Βασιλάκης και τον ανεγνώρισε:
 -"Ο 'Αη-Βασίλης..." ψιθύρισε.
 -"Ναι, εγώ είμαι", είπε ο 'Αη-Βασίλης με το ανοιχτόκαρδο χαμόγελο του. "Ήλθα να σε ρωτήσω, τί θέλεις να σου δώσω για την εορτή μου που ξημερώνει αύριο και που 'ναι και δική σου εορτή";
 -"Αχ, Άη-Βασίλη μου, να μη μου δώσεις πια τίποτα!" φώναξε ο Βασιλάκης σταυρώνοντας παρακλητικά τα χέρια του. "Δες πόσα πράγματα μου δώσανε και τα 'χω τόσο βαρεθεί! Μα πάρε με έξω μαζί σου! Πάρε με στα χιόνια! Θέλω τόσο να τρέξω ελεύθερα"!
 -"Θέλεις;" είπε ο 'Αη-Βασίλης. "Μα έξω κάνει κρύο! Κι εσύ έχεις όλα τα καλά του κόσμου! Τόσα παιχνίδια, τόσα χάδια, και ζεστασιά και πίτα που ούτε τη δοκίμασες ακόμα... Και θέλεις να φύγεις";
 -"Ναι! Να βγω στα χιόνια, να τρέξω ελεύθερα, αχ, πάρε με, πάρε με, καλέ μου 'Αη-Βασίλη!" παρακάλεσε ο Βασιλάκης. "Πάρε με στα χιόνια"!
     Ο 'Αη-Βασίλης χαμογέλασε πάλι.
 -"Καλά!" είπε. "Εγώ σήμερα δε χαλώ χατήρι κανενός. Έλα μαζί μου αφού το θες".
Και πήρε το Βασιλάκη στην αγκαλιά του και πέταξε από το παράθυρο που 'μεινε ανοιχτό...

     Στα χιόνια κάθουνταν ο Βασίλης με τα μάτια καρφωμένα στο παράθυρο. Με τρομάρα είχε δει έναν κύριο που άνοιξε τα γυαλιά και κοίταζε στο δρόμο· μα έτσι μικρός που ήταν και ζαρωμένος στη γωνίτσα του, δεν τον είδε ο κύριος. Και το παράθυρο έκλεισε πάλι.
     Τα κεράκια του δέντρου είχαν σβήσει, οι σκιές πήγαιναν κι έρχονταν ακόμα· ύστερα σβήσανε και τα φώτα και μόνο μια καντήλα τρεμόφεγγε, στημένη σε κάποιο έπιπλο πάνω. Κι ο Βασίλης ακόμα κοίταζε, σα μαγνητισμένος από τη θαμπερή λάμψη της. Το κρύο όλο δυνάμωνε· τα βλέφαρα του Βασίλη βάραιναν. Θυμήθηκε τη μάνα του και τη ζεστή της αγκαλιά. Έριξε μια ματιά στο παράθυρο και συλλογίστηκε πως εκεί μέσα θα έκαμνε ζέστη... Αχ! λίγη ζέστη...
     Λαφρύς κρότος τον ξάφνιασε. Σήκωσε τα μάτια του τρομαγμένος. Το παράθυρο είχε ανοίξει πάλι, μα δεν ήταν πια εκεί ο ίδιος κύριος· ένα παιδάκι, στα νυχτικά του, έσκυβε να δει το δρόμο. Μια στιγμή το κοίταξε με απορία ο Βασίλης, μα τόσο βαριά ήτανε τα βλέφαρα του, που δε μπορούσε να τα βαστάξει ανοιχτά. Έκανε πάλι να δει το αντικρυνό παιδί και του φάνηκε πως σωριάζουνταν στο πάτωμα το άσπρο κορμάκι, μα δεν πρόφθασε να βεβαιωθεί. Ακούμπησε το κεφάλι του στον τοίχο και τα μάτια του κλείσαν
μονάχα τους.
     Έξαφνα, μια λάμψη τον ξύπνησε· μπρος του στέκουνταν ένας γέρος ντυμένος στα κόκκινα και στα χρυσά. Τα γένια του ήταν μακριά και κάτασπρα και γύρω του χύνουνταν τόση ζέστη, που ο Βασίλης ξέχασε τα χιόνια και το βοριά. Κοίταξε το γέρο και τον ανεγνώρισε.
 -"Ο 'Αη Βασίλης!" έκανε μαγεμένος.
 -"Ναι, ο 'Αη-Βασίλης", είπε ο γέρος, "σ' άκουσα που 'λεγες πως δεν έρχομαι ποτέ σε σας και, βλέπεις, τώρα ήλθα". Τ' ορφανό τον κοίταξε μ' έκσταση. Ο 'Αη-Βασίλης γέλασε. "Λοιπόν πες μου", του είπε· "αύριο ξημερώνει Πρωτοχρονιά, που 'ναι εορτή μου και δική σου εορτή. Τί θες να σου χαρίσω";
     Ο Βασίλης έριξε μια ματιά στο αντικρινό παράθυρο. Η καντήλα είχε σβήσει κι αυτή· τόσο κρύο θα ήτανε τώρα κι εκεί μέσα...
 -"Θέλω, παρακαλώ, λίγη πίτα", είπε δειλά "και θέλω πάλι τη μάνα μου... Μα ίσως αυτό να είναι αδύνατο;" ρώτησε φοβισμένος λίγο για τη μεγάλη του απαίτηση.
 -"Τίποτα δεν είναι αδύνατο σήμερα", είπε ο 'Αη-Βασίλης "κι ό,τι ζητήσεις θα στο κάνω. Πίτες όσες θέλεις θα σου δώσω και τη μάνα σου θα τη ξαναδείς οπόταν θέλεις. Μα σκέψου, είναι και μερικά παιδιά που λαχταρούν την ελευθερία σου. Εσύ μπορείς τον κόσμον όλο να γυρίσεις, να ζήσεις όπως θες. Είσαι ακόμα μικρός κι ο κόσμος όλος είναι ανοιχτός μπροστά σου..."
 -"Αχ όχι, καλέ μου 'Αη-Βασίλη!" παρεκάλεσε ο μικρός. "Μόνο πάρε με στη μάνα μου! Και δωσ' μου λίγη πίτα και για κείνη, που δεν έχει φάγει τώρα τόσα χρόνια"!
 -"Καλά!" είπε ο 'Αη-Βασίλης με το καλό του χαμόγελο. "Σήμερα δε χαλώ κανενός χατήρι. Έλα να σε πάγω στη μάνα σου".
     Και τον πήρε ο 'Αη-Βασίλης στην αγκαλιά του και πέταξε ψηλά ψηλά, τόσο που περνούσε πάνω από τα ψηλότερα σπίτια κι έφυγαν.
     Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, την ώρα που χαρούμενες χτυπούσαν οι καμπάνες σ' όλες τις εκκλησιές της χώρας, βγήκε ο Νικόλας ο υπηρέτης, με μάτια κοκκινισμένα από τα κλάματα, στο χιονισμένο δρόμο.
     Χωμένο σε μια γωνιά της εξώπορτας του αντικρινού σπιτιού, είδε ένα παιδάκι που φαίνονταν να κοιμάται. Το σίμωσε, το άγγιξετο βρήκε παγωμένο. Το πήρε στην αγκαλιά του και το ανέβασε στο αρχοντόσπιτο, όπου μητέρα και πατέρας, πλάγι στο κρεβάτι του Βασιλάκη, κλαίγανε το πεθαμένο τους αγόρι.
     Μαζί τα ξάπλωσαν πλάγι-πλάγι, το χαδεμένο μονοπαίδι και το έρημο ορφανό.
     Πάνω στο τραπέζι, δυο κομμάτια πίτας ξηραίνονταν άγγιχτα, το κομμάτι του Βασιλάκη και το κομμάτι του Βασίλη.
     Πλάγι-πλάγι έθαψαν τα δυο παιδιά. Στον ένα τάφο είναι γραμμένο με χρυσά γράμματα τ' όνομα του Βασιλάκη· ο άλλος τάφος δεν έχει όνομα.
     Κανένας δε γνώριζε το έρημο ορφανό.

Πηγή άρθρου:http://www.peri-grafis.com/ergo.php?id=1262

Enhanced by Zemanta

Κυριακή 3 Ιουλίου 2011

Μη μου ρίχνετε άλλα λεφτά. Το 'βγαλα το μεροκάματο»


Ο Γιώργης Παπάζογλου, υιοθετημένος γιος του μεγάλου ρεμπέτη Βαγγέλη Παπάζογλου και της Αγγέλας, είναι ένας λαϊκός άνθρωπος. Ως οικοδόμος εργάστηκε μια ζωή. Εχει όμως στο DNA του το συγγραφικό ταλέντο.
Ο Παπάζογλου (κιθάρα) με παρέα μουσικώνΟ Παπάζογλου (κιθάρα) με παρέα μουσικών Απόδειξη ήταν το βιβλίο του «Ονείρατα της άκαυτης και της καμμένης Σμύρνης», από το οποίο προήλθε κι ο περίφημος μονόλογος της «Αγγέλας Παπάζογλου», μια μεγάλη και μακροχρόνια επιτυχία της Αννας Βαγενά.
Ο Γιώργης Παπάζογλου συνέχισε βέβαια να γράφει. Πρόσφατα κυκλοφόρησε και το καινούργιο βιβλίο του «Τα χαΐρια μας εδώ», 585 σελίδων, με 33 κείμενα που εξιστορούν σταθμούς και περιστατικά της ζωής του Βαγγέλη, σαν να τα διηγείται ο ίδιος. Το βιβλίο περιλαμβάνει επίσης πλούσιο φωτογραφικό υλικό, τους στίχους από 156 τραγούδια του Βαγγέλη Παπάζογλου, άλλους στίχους σκόρπιους, τίτλους από παρτιτούρες, αλληλογραφία και διάφορα άλλα ντοκουμέντα. Ο Γιώργης το εξέδωσε, κατά τη συνήθη του πρακτική, σε πολύ περιορισμένα αντίτυπα «για φίλους» και ιδίοις εξόδοις. Το εισαγωγικό κείμενο έγραψε ο κοινωνιολόγος και μελετητής του ρεμπέτικου Δημήτρης Υφαντής. Ο ίδιος μας έστειλε και το κείμενό του, ένα πλήρες βιογραφικό του Βαγγέλη Παπάζογλου, δύο ανέκδοτα τραγούδια του, όπως και αποσπάσματα από τις εξιστορήσεις του Γιώργη για τον πατέρα του.
Γράφει, λοιπόν, ο Δημήτρης Υφαντής, συστήνοντάς μας το βιβλίο:
«Μίσος, έρωτας, αισθήματα, πίκρες, βάσανα και καϋμοί. Δεν μιλάω για χαρές, γιατί θέλω να σας μιλήσω για τον Βαγγέλη. Αλλος τρόπος να προχωρήσω την κουβέντα δεν υπάρχει. Θα τον τραγουδήσουμε λίγο, έτσι όπως σας κρατώ στα χέρια μου και στην καρδιά μου. Θ' ανέβουμε στον ουρανό και θα σεργιανίσουμε τ' όνειρο. Θα καταπιούμε το γέλιο... θα χορτάσουμε το φως...» αυτά μας υπόσχεται ο Γιώργης Παπάζογλου ο «καραγκιουλέ», γιος του Βαγγέλη, στα εισαγωγικά του τρίτου βιβλίου που εξέδωσε ο ίδιος με τον τίτλο «Τα χαΐρια μας εδώ» και θα λέγαμε ότι τηρεί την υπόσχεσή του και με το παραπάνω.
Για άλλη μια φορά εκπλήσσει, συγκινεί και προβληματίζει με τα 33 «μικρά λογοτεχνικά έργα», όπου μέσα από την εξιστόρηση της ζωής του Βαγγέλη Παπάζογλου ξεδιπλώνεται η ιστορία της προσφυγιάς και της Ελλάδας [...]
Η σχέση του με τη μουσική φαίνεται ότι ήταν μοναδική, αυτό το καταμαρτυρεί το γεγονός ότι δεν γνώριζε γράμματα, αλλά γνώριζε να γράφει και να διαβάζει μουσική. «Ο Βαγγέλης δεν ήταν κακογράφος, ούτε ανορθόγραφος. Απλά... δεν ήξερε γράμματα. Κι όταν αναγκαζόταν να καθαρογράψει από τις σημειώσεις του ένα τραγούδι, υπέφερε κυριολεκτικά» σημειώνει ο Γιώργης Παπάζογλου και συμπληρώνει: «Λαχτάρα ήτανε και ανάγκη να γράψει και χείμαρρος, που συνήθως όταν βρισκότανε σ' αυτό το αμόκ γραψίματος, έσβηνε με τη γομολάστιχα την αποκάτω μελωδία κι έγραφε από πάνω την καινούργια. 'Η ξεκινούσε απ' την κόλλα του πενταγράμμου από πάνω, έγραφε ένα τραγούδι, μετά γύριζε την κόλλα, έσβηνε το προηγούμενο τραγούδι και προχωρούσε το τωρινό. Αδιαφορώντας αν το προηγούμενο τραγούδι ήταν καλύτερο. Είχε ανάγκη να γράφει κι έγραφε». Τα παραπάνω, χωρίς περαιτέρω σχόλια, αρκούν για να περιγράψουν τον ιδιοφυή μουσικό Βαγγέλη Παπάζογλου».
Η ζωή του Βαγγέλη Παπάζογλου
Ο Βαγγέλης Παπάζογλου γεννήθηκε στο χωριό Ντουρμπαλί κοντά στη Σμύρνη το 1897. Τα παιδικά του χρόνια τα ζει μετακινούμενος με τον πατέρα του, που ήταν σταθμάρχης στους σιδηροδρόμους. Βοηθά τον πατέρα του ως κοτσαδόρος. Αυτός ήταν κι ο λόγος που δεν τελείωσε το σχολείο παρά λίγες τάξεις του Δημοτικού.
Από μικρή ηλικία μαθαίνει μαντολίνο, κιθάρα, βιολί, μπάντζο και, μεγαλώνοντας, εντάσσεται στην Σμυρναίικη Εστουδιαντίνα του Σιδερή γνωστής ως «Πολιτάκια», όπου μαθαίνει να διαβάζει και να γράφει μουσική σε παρτιτούρα. Το 1919 πηγαίνει εθελοντής στο στρατό και στη συνέχεια ως επιστρατευμένος πολεμά στην εκστρατεία στον Σαγγάριο. Με την οπισθοχώρηση, μέσω Σμύρνης, έφτασε στον Πειραιά.
Στην Ελλάδα εργάζεται ως επαγγελματίας μουσικός και το 1924 λειτουργεί δικό του καφενείο-ουζερί στις παράγκες της Κοκκινιάς. Τον ίδιο χρόνο γνωρίζει την Αγγέλα Μαρωνίτη, Σμυρνιά τραγουδίστρια, η οποία καταγόταν από οικογένεια μουσικών με μακρά παράδοση. Το 1927 παντρεύονται, εγκαθίστανται στην Κοκκινιά και υιοθετούν τον πρώτο ξάδερφο της Αγγέλας, τον Γιώργη.
Οι μουσικές γνώσεις και εμπνεύσεις του Βαγγέλη τον οδηγούν στην επανασύνδεση με τους παλιούς συναδέλφους του από τη Σμύρνη. Μπαίνει στη δισκογραφία γύρω στο 1934 και φωνογραφεί, πρωτότυπα και ανεπανάληπτα ως προς τη μουσική και το στίχο, τραγούδια όπως «Οι λαχανάδες», «Βάλε με στην αγκαλιά σου», «Η μπαμπέσα», «Η φωνή του αργιλέ», «Το παιδί του δρόμου», «Ο ξεμάγκας» κ.ά.
Με την επιβολή της λογοκρισίας, το 1937, επιλέγει την αποχή από τη δισκογραφία και ζει από την μουσική συχνά με περιοδείες ανά την Ελλάδα. Με την εισβολή των Γερμανών, «πενθεί» την υποδούλωση της χώρας με την άρνησή του να ανεβεί στο πάλκο και γίνεται παλιατζής. Τα τραγούδια, που εξακολουθεί να γράφει, τα χαρίζει σε φίλους και συναδέλφους μουσικούς. Πεθαίνει από την πείνα και τη φυματίωση το 1943.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, η Πολιτεία... «τίμησε» τον μεγάλο μουσικό, καταδικάζοντας την οικογένειά του και την, τυφλή από το 1929, Αγγέλα στην ανέχεια, με τις διώξεις του γιου του Γιώργη για την αντιστασιακή και πολιτική του δράση και με την ανοχή της λεηλασίας του έργου του από μουσικούς και δισκογραφικές εταιρίες.
Τα φωνογραφημένα τραγούδια στο όνομα του Βαγγέλη Παπάζογλου, στις 78 στροφές, ανέρχονται σε 24. Εντεκα είναι οι επανεκτελέσεις και διασώζονται επίσης και 4 αμανέδες με την Αγγέλα Παπάζογλου. *

Enhanced by Zemanta

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2011

Υπερφορτώνει τον εγκέφαλο η ζωή στις πόλεις


Πρόσφατη επιστημονική μελέτη, απέδειξε ότι η ζωή σε αστικό περιβάλλον, με υπερβολικό άγχος, πολυκοσμία, θόρυβο κάνει τον εγκέφαλο να λειτουργεί σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και αυξάνει την πιθανότητα εκδήλωσης σχιζοφρένειας και άλλων ψυχικών νόσων.
Σύμφωνα με γερμανική έρευνα της Ιατρικής Σχολής του πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης, που δημοσιεύεται στο περιοδικό «Nature», το «Science» αλλά και τις βρετανικές εφημερίδες «Γκάρντιαν» και «Τέλεγκραφ» η ζωή στις πόλεις μας “τρελαίνει”.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή ψυχιατρικής Αντρέας Μέγιερ-Λίντενμπεργκ  μελέτησαν τους εγκεφάλους 55 εθελοντών που ζούσαν σε διάφορες μεγάλες αστικές και απομακρυσμένες αγροτικές περιοχές, βάζοντας τους να λύνουν μαθηματικά προβλήματα υπό πίεση χρόνου και σε κατάσταση στρες και παρακολουθώντας την λειτουργία του εγκεφάλου με όργανα μαγνητικής απεικόνισης.
Τα συμπεράσματα τους ήταν μάλλον δυσάρεστα για του κατοίκους των πόλεων, αφού έδειξαν ότι οι εγκέφαλοι τους αντιδρούν πολύ άσχημα σε συνθήκες στρες σε αντίθεση με αυτούς των κατοίκων της υπαίθρου.
Η βασική ανακάλυψη έδειξε ότι το στρες στον εγκέφαλο των πρώτων, ενεργοποιεί εντονότατα την αμυγδαλή του εγκεφάλου, την κατ' εξοχήν περιοχή που συνδέεται με την αντίληψη του κινδύνου και των απειλών, με τις συναισθηματικές διαταραχές, την κατάθλιψη και την παραβατική συμπεριφορά (βία κ.α.). Επίσης, όσο περισσότερο χρόνο κάποιος είχε ζήσει σε πόλη ανάμεσα στη γέννησή του και στην ηλικία των 15 ετών, τόσο μεγαλύτερη ήταν η δραστηριότητα σε μια άλλη περιοχή του εγκεφάλου, τον πρόσθιο προσαγώγιο φλοιό,  περιοχή που ρυθμίζει το στρες.
Προηγούμενες επιδημιολογικές έρευνες, εδώ και δεκαετίες, έχουν δείξει ότι ανώμαλες συνδέσεις ανάμεσα σε αυτή την περιοχή του πρόσθιου φλοιού και στην αμυγδαλή παρατηρούνται σε όσους πάσχουν από σχιζοφρένεια μη γενετικής αιτιολογίας, πράγμα που δείχνει ότι πιθανώς η ζωή στην πόλη αυξάνει τον κίνδυνο για την εκδήλωση της συγκεκριμένης νόσου. Η κοινωνική απομόνωση, οι θόρυβοι, η πολυκοσμία κ.α. είναι μερικοί παράγοντες που αυξάνουν το στρες σε αυτές τις περιοχές.
Είναι ουσιαστικά η πρώτη φορά που οι νευροεπιστήμονες μελέτησαν τη σχέση ανάμεσα στον τόπο διαμονής και στις αλλαγές που προκαλούνται στη βιολογία του εγκεφάλου.
Όπως δήλωσε ο επικεφαλής των επιστημόνων  Μέγιερ-Λίντενμπεργκ «αν κάποιος παραβιάζει τον προσωπικό χώρο σου, αν έρχεται υπερβολικά κοντά σου, το κύκλωμα αμυγδαλής-πρόσθιου φλοιού ενεργοποιείται» και το άγχος αυξάνει. Πρόσθεσε μάλιστα χαρακτηριστικά πως οι σχεδιαστές των πόλεων στο μέλλον πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους αυτή την παράμετρο, δηλαδή της επίπτωσης της πυκνότητας του πληθυσμού στον εγκέφαλο και στις νοητικές-ψυχικές δυσλειτουργίες του, εκτιμώντας ότι «η ζωή στις πόλεις προκαλεί περισσότερους (ψυχικούς) κινδύνους από οποιοδήποτε γονίδιο».
Οι υπάρχουσες μέχρι σήμερα στατιστικές μελέτες έχουν δείξει ότι η γέννηση και η ζωή στις πόλεις αυξάνει κατά 21% τον κίνδυνο για εκδήλωση αγχώδους διαταραχής, ενώ διπλασιάζει τον κίνδυνο εκδήλωσης σχιζοφρένειας (η οποία πλήττει περίπου ένα άνθρωπο στους 100). Την ίδια στιγμή οι προβλέψεις δείχνουν ότι μέχρι το 2050, σχεδόν το 70% των κατοίκων του πλανήτη θα ζει σε πόλεις, όπου οι κάτοικοι κατά μέσο όρο απολαμβάνουν υψηλότερο εισόδημα και καλύτερες συνθήκες απασχόλησης, διατροφής, υγιεινής, εκπαίδευσης, ψυχαγωγίας κ.α. - αλλά με ένα αναπόφευκτο τίμημα στον εγκέφαλο και στην ψυχική ισορροπία τους.

Τρίτη 28 Ιουνίου 2011

Φωτογραφίζοντας την Ελλάδα του 1850


Οι ελληνικές αρχαιότητες, η ομορφιά του ελληνικού τοπίου ανάμεσα στα σπαράγματα του παρελθόντος, ήταν αγαπημένο θέμα των περιηγητών-ζωγράφων του 19ου αιώνα, οι οποίοι ταξίδεψαν στην Ελλάδα και στις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου, αναζητώντας ίχνη από τη δόξα του αρχαίου κόσμου.
Αποψη του Αρείου Πάγου από νοτιοανατολικάΑποψη του Αρείου Πάγου από νοτιοανατολικάΑπό το 1839, τη χρονιά της εφεύρεσης της φωτογραφίας, στο κύμα των περιηγητών-ζωγράφων προστέθηκαν οι φωτογράφοι. Ανάμεσά τους ήταν και ο Σκωτσέζος περιηγητής Τζέιμς Ρόμπερτσον, που έκανε μια στάση στην Αθήνα (1853-'54) πριν αναχωρήσει για τη Μάλτα, τους Αγίους Τόπους, την Αίγυπτο και τη Δαμασκό. Επανήλθε το 1856, συνοδευόμενος από τον νεότερό του φωτογράφο Φελίτσε Μπεάτο.
Τριάντα οκτώ πρωτότυπες φωτογραφικές εκτυπώσεις του Τζέιμς Ρόμπερτσον από το ελληνικό του ταξίδι παρουσιάζονται στην έκθεση «James Robertson. Φωτογραφίες ελληνικών αρχαιοτήτων, 1853-1854», που εγκαινιάζεται σήμερα, στις 20.00, στο κεντρικό κτίριο του Μουσείου Μπενάκη (Κουμπάρη 1). Οι φωτογραφικές εκτυπώσεις του περιηγητή έφτασαν στο Μουσείο Μπενάκη μέσω της δωρεάς, που έκανε η φίλη του Μουσείου, Ρένα Ανδρεάδη, στα Φωτογραφικά Αρχεία του Ιδρύματος.
Η διαδρομή που ακολούθησε ο φωτογράφος Ρόμπερτσον ήταν η καθιερωμένη για τους περιηγητές-ζωγράφους του 19ου αιώνα. Ξεκίνησε την καταγραφή του από τα μνημεία της Ακρόπολης και συνέχισε με τους αρχαιολογικούς χώρους της πρωτεύουσας, η οποία αποτυπώθηκε σε δεύτερο πλάνο, ως περίγυρος των αρχαιοτήτων. Η φωτογραφική σειρά του ολοκληρώθηκε με απόψεις των ναών του Ποσειδώνα στο Σούνιο, της Αφαίας Αθηνάς στην Αίγινα και του Απόλλωνα στην Κόρινθο. Στην Ακρόπολη, το βλέμμα του στάθηκε στα Προπύλαια, στον ναό της Απτέρου Νίκης, στον Παρθενώνα, στο Ερέχθειο και μέσα στην πόλη στον ναό Ολυμπίου Διός, στον Πύργο των Ανέμων, στην Πύλη της Αθηνάς Αρχηγέτιδος, στο Μνημείο του Λυσικράτη. Η φωτογραφική του ματιά ήταν επηρεασμένη από τις αντίστοιχες ζωγραφικές απόψεις της εποχής. Τα μνημεία είναι οι πρωταγωνιστές των κάδρων του, ενώ η ανθρώπινη παρουσία παρεμβάλλεται (φύλακες των μνημείων, φουστανελοφόροι και δυτικά ντυμένοι επισκέπτες), για να επισημάνει την κλίμακα των ερειπίων ή να διασκεδάσει τη μονοτονία τους.
Οι φωτογραφίες του, εκτός από σπάνια δείγματα της πρώιμης φωτογραφικής τέχνης, έχουν επιπλέον αξία. Αποτελούν ένα μοναδικό αρχείο οπτικών μαρτυριών για τη δραματική κατάσταση στην οποία περιήλθαν τα μνημεία από τις λεηλασίες και τους βανδαλισμούς την εποχή της οθωμανικής κυριαρχίας.
Ο Τζέιμς Ρόμπερτσον ταυτίζεται με τον ομώνυμο χαράκτη, που εργάστηκε στο Λονδίνο γύρω στο 1830. Εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1841, όπου και παρέμεινε για σαράντα χρόνια ως αρχιχαράκτης στο αυτοκρατορικό νομισματοκοπείο. Η φωτογραφική του πορεία ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1850, όταν άνοιξε φωτογραφείο στη συνοικία του Πέραν. Εγινε γνωστός τόσο για τις φωτογραφικές απεικονίσεις του όσο και για την κάλυψη του πολέμου της Κριμαίας, τη διετία 1854-'56. Πέθανε το 1888 στη Γιοκοχάμα της Ιαπωνίας.
*Διάρκεια έκθεσης έως 21 Αυγούστου.

Enhanced by Zemanta