Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2011

Οδηγίες για Ομάδες Παραγωγών στο Μέτρο της ποιότητας


Παραγωγών (δικαιούχων) στο πλαίσιο του Μέτρου 133 « Ενημέρωση – Προώθηση των προϊόντων στο πλαίσιο συστημάτων για την ποιότητα των τροφίμων» δίνει με ανακοίνωσή του το υπουργείο, προκειμένου οι ενδιαφερόμενοι να επιλέξουν έγκαιρα τους ανθρώπους με τους οποίους θα συνεργαστούν, στο πλαίσιο μιας Ομάδας Παραγωγών του Μέτρου 133, για την επίτευξη των στόχων της (διεύρυνση των αγορών πώλησης του πιστοποιημένου προϊόντος της, καλύτερες πρόσοδοι, βελτίωση των συνθηκών ζωής).

Αναλυτικότερα, η σχετική ανακοίνωση αναφέρει τα εξής:
1. Αν είστε δικαιούχοι του Μέτρου 132 «Συμμετοχή γεωργών σε συστήματα ποιότητας τροφίμων» του ΠΑΑ, τότε μόνο εσείς έχετε τη δυνατότητα να ενταχθείτε και να λάβετε ενίσχυση από το Μέτρο 133, ώστε να μπορέσετε να ενημερώσετε τους καταναλωτές και να προωθήσετε το ποιοτικό προϊόν, για το οποίο ενισχυθήκατε στο πλαίσιο του Μέτρου 132 για  την πιστοποίησή του ως ποιοτικό (είτε Βιολογικό είτε με Ολοκληρωμένη Διαχείριση – AGRO 2 ή AGRO 3).
Πρέπει να δείτε συνολικά τα δύο Μέτρα 132 και 133, γιατί απώτερος σκοπός είναι τα ποιοτικά προϊόντα του Μέτρου 132 να έρθουν σε υψηλότερο επίπεδο στην προτίμηση των καταναλωτών με τη βοήθεια του Μέτρου 133, εξασφαλίζοντας διεξόδους, καταρχάς στην Εσωτερική Αγορά (το εσωτερικό της χώρας και τα Κράτη Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης).

2. Αν λοιπόν επιθυμείτε να ενταχθείτε στο Μέτρο 133 του ΠΑΑ, τότε πρέπει να οργανωθείτε σε «Ομάδα Παραγωγών», που όλα τα μέλη της παράγουν το συγκεκριμένο προϊόν ποιότητας, που παράγετε και εσείς, στο πλαίσιο του ίδιου συστήματος ποιότητας.

3. Μπορείτε να επωφεληθείτε πολλαπλά από το Μέτρο 133, επιλέγοντας όλες τις δράσεις, που ενδεικτικά αναφέρονται κατωτέρω ή μέρος αυτών:
– Ενημέρωση των καταναλωτών (είτε με φυλλάδια είτε με ενημερωτικές συναντήσεις είτε στον τύπο κ.λ.π.)
– Διαφήμιση του προϊόντος σε ό,τι αφορά τον τρόπο παραγωγής, μεθοδολογίες, χαρακτηριστικά κ.λ.π.
– Προώθηση (είτε με συμμετοχή σε Εκθέσεις στην εσωτερική αγορά – το εσωτερικό της χώρας και τα Κράτη Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε συμμετοχή σε πανηγύρεις, γευσιγνωσίες, συναντήσεις με εμπόρους κ.λ.π.).
Ενδεχομένως να εκφραστούν επιφυλάξεις από την πλευρά σας, σχετικά με την δυνατότητά σας να προβείτε σε δράσεις προώθησης/ διαφήμισης/ ενημέρωσης, καθώς δεν έχετε ανάλογη εμπειρία και τεχνογνωσία. Σας ενημερώνουμε ότι στις επιλέξιμες δράσεις του Μέτρου 133 περιλαμβάνονται και η μελέτη για το τριετές επιχειρησιακό σχέδιο δράσης που πρέπει να εφαρμόσετε, η σχετική μελέτη έρευνας αγοράς για το πιστοποιημένο προϊόν και τις ποσότητες που θέλετε να προωθήσετε σε επιλεγμένες αγορές – στόχους, καθώς και η δημοσιοποίηση (ανεύρεση συνεργατών κλπ για την υποστήριξη υλοποίησης του σχεδίου).

4. Επισημαίνεται, ότι στις παραπάνω δράσεις δεν πρέπει να δίνεται έμφαση στον τόπο προέλευσης, σε τρόπο ώστε το τελευταίο να μην επηρεάζει τον καταναλωτή . Επίσης, μέσω των παραπάνω δράσεων δεν επιτρέπεται η προώθηση εμπορικών σημάτων.

5. Σε ό,τι αφορά τη δημοσιότητα για το Μέτρο 133, μπορείτε να την έχετε, καταρχάς, εισερχόμενοι στον ιστότοπο : « www.agrotikianaptixi.gr », όπου, μέσα στο Πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης της Ελλάδας 2007-2013 «ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ» (ΠΑΑ), μπορείτε να αναζητήσετε το Μέτρο 133 (στην πρώτη σελίδα του ιστότοπου πατώντας το σημείο αριστερά Το ΠΑΑ αναλυτικά  και σε ό,τι προκύψει, στο κέντρο, πάλι θα πατήσετε το σημείο Το Πρόγραμμα αναλυτικά, ύστερα θα πατήσετε, στο κέντρο, το σημείο ΠΑΑ 2007-2013 και στη συνέχεια μετά το εξώφυλλο είναι ο ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ. Στον Πίνακα Περιεχομένων ο κωδικός 5.3.1.3.3 Δραστηριότητες ενημέρωσης και προώθησης δηλώνει δεξιά τη σελίδα, όπου μπορείτε να βρείτε το Μέτρο 133 και να ενημερωθείτε σχετικά).
Στη συνέχεια, θα εκδοθούν κατά σειρά η ΚΥΑ, η Απόφαση λεπτομερειών αυτής και η Πρόσκληση Εκδήλωσης Ενδιαφέροντος για το Μέτρο 133, όπου θα αναφέρονται όλες οι σχετικές πληροφορίες, περιλαμβανομένων και των προθεσμιών υποβολής αιτήσεων ενίσχυσης.

6. Οργάνωση σε Ομάδα Παραγωγών
6.1 Είναι γνωστό σε σας ότι, στο πλαίσιο της 1ης Προκήρυξης του Μέτρου 132, κατά την αξιολόγηση και έγκριση των αιτήσεών σας, είχατε λάβει οι περισσότεροι από εσάς (όσοι είχατε δημιουργήσει μαζί με άλλους γεωργούς άτυπες ομάδες παραγωγών) επιπλέον βαθμολόγηση, κυρίως με σκοπό την ομαδική πιστοποίηση των προϊόντων σας.

6.2 Υπάρχουν τα εξής ενδεχόμενα :
6.2.1.  Να έχετε πιστοποιηθεί για περισσότερα του ενός προϊόντα.
6.2.2.  Να είχατε ήδη πιστοποιηθεί και εκτός του Μέτρου 132, για περισσότερα του ενός συστήματα ποιότητας τροφίμων (βιολογικά, AGRO, ΠΟΠ/ΠΓΕ κ.λ.π.).
6.2.3.  Να παραμείνατε μόνο μερικοί από τους αρχικούς συμμετέχοντες σε κάθε μία από τις άτυπες ομάδες παραγωγών, γιατί οι υπόλοιποι δεν εγκρίθηκαν ως δικαιούχοι του Μέτρου 132 ή δεν συμφώνησαν να συνεχίσουν για διαφόρους λόγους.
6.2.4.  Συνδυασμός των ανωτέρω.

6.3 Σύμφωνα με τους όρους του Μέτρου 133, από τα ανωτέρω θα μπορούσαν να γίνουν τα εξής :
6.3.1.  Ως προς τα σημεία 6.2.1 και 6.2.2 ανωτέρω, η απάντηση είναι ότι η ομάδα παραγωγών (που είναι ο δικαιούχος του Μέτρου 133) μόνο ένα προϊόν μπορεί να προωθήσει, να διαφημίσει κ.λ.π., στο πλαίσιο ενός μόνο συστήματος ποιότητας και μάλιστα εκείνου για το οποίο είχαν ενισχυθεί τα μέλη της από το Μέτρο 132 για την πιστοποίηση του ανωτέρω προϊόντος.
6.3.2.  Η επιλογή του ενός προϊόντος θα γίνεται, σε τρόπο ώστε μαζί με το ίδιο προϊόν και το ίδιο σύστημα ποιότητας άλλων δικαιούχων του Μέτρου 132, να φθάνουν ως ομάδα παραγωγών σε μέγεθος παραγωγής, που να μπορεί να προωθηθεί, διαφημισθεί κ.λ.π. με το Μέτρο 133 και να φθάνει σε αποτέλεσμα την προσπάθεια διείσδυσης σε αγορές . Η προσπάθεια διείσδυσης σε αγορές μπορεί να συμβεί, εφόσον ικανοποιούνται όλοι οι άλλοι όροι, αν ο όγκος παραγωγής της ομάδας παραγωγών ικανοποιεί τη ζήτηση του συγκεκριμένου προϊόντος ποιότητας σε μια ή περισσότερες αγορές.
6.3.3.  Ως προς το σημείο 6.2.3, η απάντηση  είναι ότι δεν αποκλείεσθε από το Μέτρο 133, αρκεί να συστήσετε μια ομάδα παραγωγών σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα.

6.4 Από τα ανωτέρω γίνεται αντιληπτό, ότι είναι προς το συμφέρον της «Ομάδας Παραγωγών» να έχει ένα μέγεθος παραγωγής, τέτοιο ώστε να εξυπηρετεί αποτελεσματικά τις αγορές στόχους της.

6.5 Προκειμένου μια ομάδα παραγωγών να είναι σε θέση να πραγματοποιήσει τις επιλέξιμες δράσεις του Μέτρου 133, έτσι ώστε να επωφεληθεί από αυτές, θα πρέπει προηγουμένως να έχει αποκτήσει νομική μορφή. Άλλωστε, νομική μορφή απαιτείται, ώστε η ομάδα παραγωγών να μπορεί να συναλλάσσεται, να διαπραγματεύεται και να συνάπτει συμφωνίες εμπορικού ή άλλου περιεχομένου.

6.6 Νομική πράξη σύστασης νομικού προσώπου (καταστατικό), ειδικά για το Μέτρο 133, πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα:
– Στοιχεία των μελών της ομάδας παραγωγών (ονοματεπώνυμο, πατρώνυμο, κατοικία, ταχυδρομική διεύθυνση, ΑΦΜ).
– Η νομική μορφή της ομάδας παραγωγών μπορεί να είναι οποιαδήποτε, εκτός της επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής οργάνωσης, και θα έχει και εμπορικό σκοπό.
– Για τις ομάδες παραγωγών, που αποκτούν νομική μορφή στο πλαίσιο του Μέτρου 133, η ΕΔΡΑ τους θα ορίζεται στο Δήμο, στον οποίο ευρίσκεται αθροιστικά το μεγαλύτερο ποσοστό των εκτάσεων των γεωργικών εκμεταλλεύσεων (στην περίπτωση φυτικής παραγωγής) ή του αριθμού ζώων κατά το ίδιο είδος (στην περίπτωση ζωικής παραγωγής) των μελών, για το προϊόν που ενισχύθηκαν με το Μέτρο 132 και για το οποίο συστήνεται η συγκεκριμένη Ομάδα Παραγωγών.
– Στο σκοπό του νομικού προσώπου, που θα συστήσει η Ομάδα Παραγωγών, θα πρέπει να αναφέρεται η προώθηση και η διαφήμιση του προϊόντος που παράγεται από τα μέλη της Ομάδας Παραγωγών σύμφωνα με το σύστημα ποιότητας, που ακολουθούν και ενισχύονται από το Μέτρο 132,  καθώς και η ενημέρωση των καταναλωτών για το συγκεκριμένο προϊόν.
– Η χρονική διάρκεια του νομικού προσώπου της ομάδας παραγωγών θα πρέπει να  καλύπτει τουλάχιστον τη τριετή διάρκεια του επιχειρησιακού σχεδίου δράσης του και την διάρκεια των μακροχρόνιων δεσμεύσεων του Μέτρου.

7. Η Ομάδα παραγωγών, με την υποβολή της Αίτησης ενίσχυσης για το Μέτρο 133, θα προτείνει και ένα Επιχειρησιακό Σχέδιο Δράσης (διάρκειας έως τριών ετών) βάσει του οποίου θα εκτελέσει τις επιλέξιμες δράσεις της παραγράφου 3 ανωτέρω. Είναι αυτονόητο, ότι στην πρόταση θα υπάρχει περιγραφή και διαβεβαιώσεις του τρόπου με τον οποίο θα υλοποιήσει το Σχέδιό της, από οικονομικής / χρηματοδοτικής άποψης. Σημειώνεται ότι η Δημόσια Δαπάνη ανέρχεται σε 70% των δαπανών των επιλέξιμων δραστηριοτήτων. 

1,5 Εκατομμύρια Ευρώ στην Πελοπόννησο για Ανακύκλωση.


Ανακύκλωση: κονδύλι 1.5 εκατ. ευρώ στην Περιφέρεια Πελοποννήσου

Περιβάλλον- Ενέργεια- Οικολογία.
Το ΥΠΕΚΑ στο πλαίσιο του Επιχειρησιακό Προγράμματος «Περιβάλλον και Αειφόρος Ανάπτυξη», διέθεσε 1.5 εκατ. ευρώ στην περιφέρεια Πελοποννήσου, ύστερα από αίτημα του περιφερειάρχη Φώτη Χατζημιχάλη, για να διατεθεί στον τομέα διαχείρισης των απορριμμάτων.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας «Καθημερινή», το ποσό του 1,5 εκατ. ευρώ θα διατεθεί για την ενίσχυση της ανακύκλωσης με την αγορά απορριμματοφόρων και κάδων για ανακυκλώσιμα υλικά.
Επίσης, από πόρους του εν λόγω προγράμματος θα προχωρήσει και η αποκατάσταση των ΧΑΔΑ, στο πλαίσιο υλοποίησης του Περιφερειακού Σχεδιασμού, που θα εφαρμοστεί όταν ολοκληρωθεί η διαδικασία γνωμοδότησης των αρμοδίων φορέων και έγκρισης από τα συναρμόδια υπουργεία, που βρίσκονται σε εξέλιξη.
Για το econews

Ρυμουλκιώτικη φορεσιά 3.


ƒ Το πουκάμισο (ή π’κάμσου) είναι αυτό που καλύπτει όσα αφήνει να
φαίνονται ο σαϊάς. Φτάνει λίγο πιο κάτω από το γόνατο. Είναι κλειστό κάτω
από τη μέση και έχει ένα άνοιγμα στο ύψος του στήθους. Υφαίνεται με
μάλλινο ή βαμβακερό νήμα και διακοσμείται ενδιάμεσα με μεταξένιες
γραμμές.
Το πουκάμισο.
ƒ Το αντίρι είναι μεταξωτός μεσόφορος επενδύτης και φοριέται πάνω από το
πουκάμισο και την τραχηλιά πιο συχνά στη νυφιάτικη στολή και όχι τόσο στη
καθημερινή ή στη γιορταστική. Είναι γνωστός και σε άλλα ελληνικά μέρη.
Στο Ρουμλούκι αποτελούσε δείγμα πολυτέλειας και ήταν ένα από ταπροαιρετικά δώρα του γαμπρού. Οι πιο πλούσιες νύφες είχαν και δεύτερο
αντίρι, που το ύφασμά του το χάριζε ο νουνός στη στεφάνωση.
Το αντίρι.
ƒ Το καταστάρι (ή κατασάρκι) είναι φανέλα πυκνοϋφασμένη και φοριέται
κατάσαρκα. Χρησιμοποιούνταν περισσότερο το χειμώνα λόγω ότι το άνοιγμα
του σαϊά και η λεπτότητα του πουκαμίσου δεν προστάτευε ιδιαίτερα τις
γυναίκες από το τσουχτερό κρύο αυτής της εποχής.
Το καταστάρι.
ƒ Τα μπρουμάνικα (ή μανίκια). Τα μανίκια του σαϊά και του πουκαμίσου
έφταναν κάπου στον αγκώνα του χεριού και άφηναν το υπόλοιπο χέρι
ακάλυπτο. Το κενό αυτό το κάλυπταν ειδικά πρόσθετα μανίκια ή αλλιώς
μπρουμάνικα για λόγους ηθικής της εποχής, αφού δεν ήταν επιτρεπτή η γυμνή
σάρκα. Τα επίσημα μπρουμάνικα γίνονταν από βελούδο και είχαν προσεγμένα
κεντήματα σε διάφορα σχήματα με λευκόχρυσες ταινίες. Τα πιο καθημερινά
μπρουμάνικα γίνονταν με ύφασμα του αργαλειού, το ίδιο περίπου με αυτό που
χρησιμοποιούσαν για το πουκάμισο. Συνήθως, όμως, οι Ρουμλουκιώτισσες
στις καθημερινές τους εργασίες δεν φορούσαν μπρουμάνικα
Τα μπρουμάνικα.
ƒ Το κοντόσι είναι ένας βραχύτατος επενδύτης (πανωφόρι) που φοριόνταν
πάνω από το σαϊά. Το χρώμα του είναι γεράνιο ή μαύρο. Το ύφασμα του
γίνονταν στον αργαλειό από λεπτή, καλοδουλεμένη κάνουρα. Πολλές φορές,
το καθημερινό κυρίως κοντόσι για να είναι πιο ζεστό το φόδραραν εσωτερικά
με τομάρι (δέρμα) προβάτου, που διατηρούσε το μαλλί του. Η διακόσμηση
του κοντοσιού είναι περιφερειακή και γίνονταν με αγοραστά γαϊτάνια και
ταινίες, που ράβονταν πάνω στο ύφασμα . Χρυσοκέντητο κοντόσι και καθημερινό κοντόσι .
ƒ Η τραχηλιά αποτελείται από δύο ξεχωριστά, ορθογώνια κομμάτια υφάσματος
που ενώνονται στο επάνω μέρος με κορδόνι. Χρησιμοποιείται για την κάλυψη
του στήθους. Στις καλές, επίσημες φορεσιές η τραχηλιά ήταν ολομέταξη.
Πάνω στη τραχηλιά κεντούσαν άνθη με χαρούμενα χρώματα. Το κάθε
κομμάτι της τραχηλιάς στερεώνονταν και έμπαινε μέσα στο ζωνάρι. Οι
ηλικιωμένες γυναίκες συνήθιζαν να φορούν σκουρόχρωμες και
χοντροϋφασμένες τραχηλιές.  

Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

Ρυμουλκιώτικη φορεσιά 2.


Τα περισσότερα υφάσματα για τη φορεσιά κατασκευάζονταν από τις γυναίκες
της περιοχής και τα υλικά που χρησιμοποιούνταν για την ύφανση τους ήταν πρόβιο
μαλλί, βαμβάκι και μετάξι σε μικρότερες ποσότητες.

 Παλιότερα χρησιμοποιούσαν 
και λινάρι που αφθονούσε στους κάμπους. Τα μόνα υφάσματα που αγόραζαν ήταν
τσόχα και βελούδο (κατιφές). Όλα τα εξωτερικά ενδύματα τόσο των γυναικών όσο
και των αντρών ράβονταν από επαγγελματίες ραφτάδες. Τα κοσμήματα της φορεσιάς,
"η στολισιά" αγοράζονταν από τους κοαμτζήδες (χρυσικούς) της Βέροιας και
σπανιότερα της Θεσσαλονίκης. Ακόμη, για το διάκοσμο της φορεσιάς αγοράζονταν
γαϊτάνια (χρυσά και μεταξωτά), ασημένιες ταινίες , κλωστές και πούλιες κ.α.
Η γυναικεία φορεσιά του Ρουμλουκιού διακρίνεται σε τρία μέρη: στα κομμάτια
που φοριούνται στον κύριο κορμό, σε εκείνα που προορίζονται για το κεφάλι και
τέλος στα κοσμήματα που φοριούνται τόσο στον κορμό όσο και στο κεφάλι .
Τα κομμάτια που αποτελούν τον κύριο κορμό της ρουμλουκιώτικης γυναικείας
φορεσιάς είναι τα εξής:

ƒ Ο σαϊάς αποτελεί το πιο βασικό και χαρακτηριστικό ρούχο της όλης
φορεσιάς. Γίνεται από βαμβακερό ύφασμα, υφασμένο από τις
Ρουμλουκιώτισσες στον αργαλειό τους. Σε κάποιες άκρες του σαϊά έμπαιναν
στενές λουρίδες βελούδου. Ο σαϊάς συναντάται σε δύο χρώματα λευκό και
γεράνιο (σκούρο γαλάζιο). Το λευκό σαϊά το φορούν τα νεαρά κορίτσια από
την ηλικία των 15 με 16 χρόνων περίπου. Ο γεράνιος (βαμμένος με λουλάκι)
φοριέται από τις Ρουμλουκιώτισσες τη μέρα του γάμου τους και έπειτα σε όλη
την υπόλοιπη ζωή τους. Ο σαϊάς αν και είναι γυναικείο φόρεμα είναι μπροστά
ανοικτός από πάνω έως κάτω και μοιάζει περισσότερο με πανωφόρι. Είναι
στενός και εφαρμοστός στη μέση και όσο κατεβαίνει φαρδαίνει. Οι δύο
μπροστινές του άκρες διπλώνονται προς τα πίσω και στερεώνονται στη μέση
κάτω από το ζωνάρι. Στα δύο αυτά σχεδόν τριγωνικά διπλώματα του σαϊά
κεντούσαν σχέδια απλά αλλά ιδιαίτερα καλαίσθητα. Για παράδειγμα
γεωμετρικά σχήματα (τρίγωνα, ρόμβους, κυλίνδρους) και λουλούδια. Όταν
πρόκειται για τον "καλό σαϊά", το νυφιάτικο ή τον επίσημο, τα σχέδια στα
κεντήματα είναι πιο γιορταστικά και πιο προσεγμένα. Οι ηλικιωμένες και οι
χήρες φορούν σαϊά χωρίς κανένα κέντημα.

Καθενιώτικη Αντρική Φορεσιά.

Costume Grec. Ελληνική φουστανέλαImage via Wikipedia
ΑΝΔΡΙΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ
Α' ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Η π’καμίσα (πουκαμίσα) η κοντό. Η πουκαμίσα ήταν φτιαγμένη από άσπρο βαμβακερό ύφασμα υφαντό στον αργαλειό από αγοραστό νήμα και ραμμένη στο χέρι. Αργότερα έβαφαν το ύφασμα γεράνιο γιατί το άσπρο ήταν δύσκολο στο πλύσιμο. Η πουκαμίσα ήταν κοντή και έφτανε μέχρι τα γόνατα Είχε άνοιγμα μέχρι την μέση και κούμπωνε με μικρά κουμπιά. Η περιοχή του στήθους καλυπτόταν από πυκνές πένσες που σχημάτιζαν ένα ξεχωριστό τετράγωνο. Από την μέση και κάτω ήταν φαρδύ και λεγόταν πουκαμίσα φουστανελλάδικη. Τα μανίκια ήταν πλατιά και ανοικτά κάτω. Αργότερα έγιναν κοντά και κούμπωναν στον καρπό. Οι κάλτσες ήταν πλεκτές ή υφαντές χωρίς πατούσα που έφταναν μέχρι το γόνατο όπου δένονταν με την γονατάρα. Στο κάτω μέρος ήταν ραμμένη μια λεπτή λουρίδα που περνούσε κάτω από την καμάρα του ποδιού και κρατούσε την κάλτσα τεντωμένη. Η λουρίδα αυτή ονομαζόταν παλιά στάφα αργότερα πατήκι. Το παντελόνι. Οι Καθενιώτες άρχισαν να φορούν παντελόνια, μετά το 1880. Το παντελόνι εκείνης της εποχής ήταν κοντό και, έφτανε μέχρι το γόνατο. Το έλεγαν μπουτούρι. Ήταν ραμμένο από υφαντό ύφασμα συνήθως μαύρο. Αργότερα τα μπουντούρια και οι κάλτσες αντικαταστάθηκαν από τα πανωβράκια.. Όταν έφτασε στο χωριό η Ευρωπαϊκή (Φράγκικη ) ενδυμασία το πανωβράκι αντικαταστήθηκε από το παντελόνι που το έραβαν από ντρίλινο αγοραστό ύφασμα . Αυτό το ύφασμα το ονόμαζαν της ρετσίνας. Τα πανωβράκια φτιάχνονταν από υφαντό μάλλινο ύφασμα μαύρου χρώματος. Ήταν στενά αλλά κάτω από τα σκέλια σχημάτιζαν την σέλα για να μη δυσκολεύονται στο περπάτημα. Τα έδεναν στη μέση με ένα κομμάτι σχοινί την βρακοζώνα, την οποία περνούσαν μέσα από την φακαρόλα, στο κενό δηλαδή που δημιουργείται στο πάνω μέρος του πανωβρακιού όταν δίπλωναν το ύφασμα προς τα κάτω και το έραβαν. Τον χειμώνα φορούσαν το σταυρωτό η γιλέκο. Ήταν φτιαγμένο από σκούρο μπλε υφαντό ύφασμα Το ύφασμα ήταν φτηνό χωρίς πολλά κεντίδια. Στα βαριά χειμωνιάτικα κρύα φορούσαν πάνω από όλα την πατατούκα. Ήταν φτιαγμένη από μάλλινο προβάτινο ύφασμα χρώματος μπλε ή μαύρου και έφτανε λίγο πιο πάνω από τα γόνατα. Όταν ύφαιναν το ύφασμα το πήγαιναν στο μαντάνι για να μπάσει και για να γίνει χοντρό και το έλεγαν σ’κτι (σκουτί). Την πατατούκα τη έραβαν στο χέρι ή στην χειροκίνητη ραπτομηχανή .Γνωστός ράφτης ήταν ο Μπαρδαμπούλιας. ΕΠΙΣΗΜΗ Του π’κμάμ’σου (πουκάμισο) ή κοντό. Το έραβαν από λευκό και λεπτό βαμβακερό αγοραστό ύφασμα. Ήταν ανοιχτό στο στήθος, όπου έφτιαχναν πολλές πιέτες. Τα μανίκια ήταν φαρδιά στις άκρες και μακριά ή στενά στον καρπό για να κουμπώνουν αλλά το ίδιο φαρδιά. Ο γιακάς ήταν μικρός και στρογγυλός. Φουστανέλα Φουστανέλα. Κατασκευάσθηκε το 1904 στα Ψαχνά. Κάτοχος. Αντώνης Ρουμπής. Φέσι. Κάτοχος. Αντώνης Ρουμπής Ζωνάρι σε φουστανέλα. Κάτοχος Α. Ρουμπής Κάλτσες. Κάτοχος Φανή Κορώνη. Γιλέκο. Κάτοχος Φανή Κορώνη. Πάνω από το πουκάμισο φορούσαν το σταυρωτό γιλέκο. Αυτό ήταν φτιαγμένο από σκουτί ή τσόχα χρώματος βαθύ μπλε ή μαύρου με ωραία κεντήματα στο στήθος όπου κούμπωνε σταυρωτά με ειδικά κουμπιά. Τα κουμπιά ήταν μικρά, στρογγυλά με κρόσσια και κούμπωναν σε θηλιές. Κεντήματα είχε και στην πίσω πλευρά ένα στην μέση και ένα κοντά στον τράχηλο. Η φόρμα με μανίκια (πισλί). Ήταν φτιαγμένη από αγοραστό ύφασμα βαθύ μπλε και μαύρου χρώματος. Στο μπροστινό μέρος είχε κεντήματα φτιαγμένα με χοντρούς πράσινους μουλινέδες και κουμπιά με θηλιές σε σειρά που σπάνια κούμπωναν. Στο πίσω μέρος κρέμονταν δύο ψευτομάνικα που κατέληγαν σε γλωσσίδια κεντημένα και ήταν φοδραρισμένα εσωτερικά με μεταξωτό κόκκινο πανί. Τα ψευτομάνικα είχαν σε όλη την περίμετρο τους σειράδια από πράσινους μεταξωτούς μουλινέδες. Τα δύο άκρα των μανικιών καθώς και το πίσω μέρος ήταν καλυμμένα από κεντήματα. Η φ’στανέλλα (φουστανέλα). Το σύμβολο της Ελληνικής λεβεντιάς. Ήταν φτιαγμένη από χασέ, λευκό αγοραστό ύφασμα. Για να βγαίνουν ωραία τα κομμάτια πριν τα κόψουν έβαζαν το ύφασμα μια μέρα στο νερό για να μπάσει και ύστερα το στέγνωνα και το σιδέρωνα. Έραβαν την φουστανέλα στο χέρι και αργότερα με τις χειροκίνητες ραπτομηχανές. Πρώτα έκοβαν το ύφασμα σε ισοσκελή τρίγωνα, τις λόξες ή φιλέτα ή φύλλα. Οι λόξες είχαν μήκος 15 εκατοστά στην βάση και 3ή 4 εκατοστά στην κορυφή που δεν ήταν μυτερή γιατί ήταν κομμένη. Όσο πιο στενή είναι η κορυφή τόσο πιο φουσκωτή γίνεται κάτω η φουστανέλα. Για να μην ξεφτίζουν οι λόξες τις δίπλωναν στις πλευρές τους και τις έραβαν με Γαλλική ραφή ή πλακοραφή. Επίσης για να είναι ακριβώς ίσιες τις τοποθετούσαν την μια πάνω στην άλλη όταν τις έκοβαν και διόρθωναν τις τυχόν ατέλειες. Τις λόξες τις έραβαν ή τις γάζωναν από την βάση προς την κορυφή, για να είναι οι βάσεις ακριβώς στο ίδιο ύψος, ενώ αν εξείχε καμιά άκρη στη κορυφή τη έραβαν μέσα στη ζώνη και δεν φαινόταν η ατέλεια. Οι κορυφές ράβονταν από τις δυο πλευρές (μέσα και έξω) σε μια ζώνη περίπου δέκα εκατοστών που την έλεγαν φακαρόλα. Η φουστανέλα αποτελούταν από δύο κομμάτια τα οποία ενώνονταν με κόπιτσες και την στερέωναν στην μέση ή ήταν μονοκόμματη και την στερέωναν στη μέση με κορδόνι το οποίο περνούσαν μέσα στο κενό που είχε η φακαρόλα. Για να υπολογίσουν τον αριθμό των φύλλων μετρούσαν την μέση του άνδρα ή του παιδιού. Ο αριθμός των τριγωνικών υφασμάτων που είχε μια φουστανέλα καθόριζε το μέγεθος και το βάρος της. Οι μεγαλύτερες είχαν 400 φύλλα ή λόξες. Για να είναι ατσαλάκωτες οι φουστανέλες τις σιδέρωναν φύλλο -φύλλο με ειδικό σίδερο με κάρβουνα που το έλεγαν σκανταλέτο. Οι Καθενιώτες έραβαν τις φουστανέλες τους στο χωριό, αλλά και σε άλλα χωριά όπως τα Ψαχνά, σε ραφτάδες που ήταν ειδικοί τεχνίτες. Γνωστός Καθενιώτης ράφτης ήταν ο Μπαρδαμπόυλιας. Οι Καθενιώτες φορούσαν δύο ειδών φουστανέλες . Κυρίως την παλαιοελλαδίτικη που ήταν μακριά και την φορούσαν οι κάτοικοι της παλιάς Ελλάδας, αυτή που φορούσε ο Κολοκοτρώνης και τη κοντή που λεγόταν Τυρναβίτικη, γιατί αυτό το είδος φοριότανε στον Τύρναβο. Συνέχεια της φουστανέλας ήταν οι κάλτσες. Ήταν άσπρες υφαντές ή πλεκτές και πολύ μακριές. Στους μηρούς του έδεναν με νήματα και κάτω από το πόδι τις στερέωναν στην στάφα ή πήχη (πατήχι). Τις έδεναν κάτω από το γόνατο με τις γονατάρες, οι οποίες στο ένα άκρο είχαν δύο μαύρες φούντες και στο άλλο μια θηλιά μέσα από την οποία περνούσαν οι φούντες κατά το δέσιμο. Του ζ’ναρ (ζωνάρι). Το φορούσαν στην μέση για φιγούρα αλλά και για να καλύπτει την φουστανέλα στο σημείο που στηριζότανε στο σώμα και για να μη φαίνεται η φακαρόλα. Ήταν αγοραστό ή υφαντό το ανεπίσημο. Είχε μήκος 1,80 μέχρί 2,00 μέτρα. Το πλάτος του ποίκιλε. Πολλές φορές το φαρδύ το δίπλωναν στη μέση και το έραβαν στις άκρες. Το κενό που δημιουργούταν το γέμιζαν με κλωστές ή στριφτό ύφασμα για να είναι σκληρό. Το ζωνάρι δενόταν με κορδόνι περασμένο μέσα από το κενό ή με κόπιτσα. Είχε διάφορα χρώματα και στις άκρες λεπτά και μακριά κρόσσια που έπεφταν στο αριστερό μέρος. Παλιά ήταν έθιμο να χαρίζουν ζωνάρια στους φίλους τους οι συγγενείς των μελλονύμφων κατά τον αρραβώνα ή τον γάμο. Το κεφάλι κάλυπτε του φες (φέσι) Ήταν αγοραστό, βελούδινο κόκκινου χρώματος και αργότερα το έβαφαν γεράνιο γιατί το άσπρο ήταν δύσκολο στο πλύσιμο. Είχε μια μπλε ή μαύρη φούντα. Τα εσώρουχα Γυναικεία Ο στηθόδεσμος. Ήταν σαν την τραχυλιά και τον έδεναν πίσω. Τον έλεγαν μπούστο. Το ύφασμα ήταν βαμβακερό και το έραβαν μόνες τους ή σε τοπικές μοδίστρες. Το μεσοφόρι. Φοριόταν κάτω από το πουκάμισο και είχε συνήθως το ίδιο σχήμα με αυτό. Ήταν βαμβακερό υφαντό από αγοραστό κάμποτ. Ήταν αμάνικο και ανοιχτό στο λαιμό ή με λαιμόκοψη. Το βρακί. Ήταν μακρύ και το έδεναν πάνω από το γόνατο με κορδόνια, όπως και στη μέση επίσης το έδεναν με κορδόνι. Το ύφασμα ήταν υφαντό ή αγοραστό λευκού χρώματος. Ανδρικά. Το Σώβρακο με σέλα, ήταν μακρύ μέχρι τον αστράγαλο (σκελέα) και κατασκευασμένο από βαμβακερό ύφασμα, συνήθως άσπρο αλλά και μαύρο. Η Φανέλα Ήταν λευκή μάλλινη, υφαντή στον σπιτικό αργαλειό. Είχε μανίκια και λαιμόκοψη. Στη μια πλευρά είχε άνοιγμα και έπιανε με μια κόπιτσα. Τα λευκά εσώρουχα αλλά και όλα τα ασπρόρουχα τα έπλεναν με ασπρόχωμα. Τσαρούχια από δέρμα γουρουνιού. Κάτοχος. Γιάννης Κούρος ή Κάπελας. Τα παπούτσια Τα επίσημα παπούτσια τα αγόραζαν. Είχαν φούντα και τα έλεγαν τζάμκα. Τα αγόραζαν γιατί οι κατασκευαστές ήταν ειδικοί τεχνίτες και δεν υπήρχαν τέτοιοι στο χωριό. Οι τσαγκάριδες απλώς τα επισκεύαζαν. Τα τσαρούχια τα οποία έφτιαχναν μόνοι τους, ήταν τα παπούτσια των φτωχών και διακρίνονταν σε δύο είδη. Στα καουτσούκια, για την κατασκευή των οποίων χρησιμοποιούσαν σόλα από καουτσούκ που το αγόραζαν και πάνω της κάρφωναν δύο δερμάτινες λουρίδες, τη μία για να κρατά το πάνω μέρος του ποδιού και την άλλη για να κρατά την φτέρνα και στα καθημερινά. Τα καθημερινά τσαρούχια είχαν για σόλα κομμάτι γουρουνίσιου ή βοδινού δέρματος. Το κομμάτι του επεξεργασμένου δέρματος το έκοβαν όσο χρειαζόταν για να τυλίξει το πόδι. Τρυπούσαν κατόπιν τις άκρες του και περνούσαν μέσα τους λεπτές λουρίδες δέρματος ή κορδόνι, το οποίο πέρναγαν και από την φτέρνα όταν το έδεναν, για να το συγκρατήσουν στο πόδι Στην φτέρνα ήταν ανοιχτά ή κλειστά Η επεξεργασία του δέρματος πριν γίνει τσαρούχι ήταν ολόκληρη διαδικασία. Μετά το γδάρσιμο του ζώου έκοβαν σε λουρίδες το δέρματου. Ύστερα τις αλάτιζαν και τις κρεμούσαν για να στεγνώσουν αλλά και για να ψηθούν από το αλάτι. Μετά από μερικές μέρες τις καθάριζαν με στάχτη και στη συνέχεια τις έπλεναν με σταχτόνερο. Αφού στέγνωναν τις αλάτιζαν πάλι και ξεκινούσαν την ίδια διαδικασία από την αρχή. Για να πετύχουν πολύ καλή επεξεργασία στο δέρμα πολλές φορές το δούλευαν με αυτό τον τρόπο μέχρι και ένα χρόνο. Στο πόδι τοποθετούσαν την γδαρμένη πλευρά του δέρματος, ενώ την άλλη με τις τρίχες την είχαν εξωτερικά. Δεν ξύριζαν τις τρίχες του ζώου από το δέρμα για να μην κολλούν τον χειμώνα ή λάσπη και το χιώνι. . Το είδος του δέρματος καθόριζε και την ποιότητα των τσαρουχιών . Τα τσαρούχια από δέρμα γουρουνιού ήταν κακής ποιότητας γιατί είχαν λίπος το οποίο όταν ζεσταινόταν ή έπαιρνε υγρασία άλλαζε τη μορφή και το σχήμα των τσαρουχιών. Τα τσαρούχια από δέρμα βοδιού ήταν τα καλλίτερα γιατί το δέρμα του δεν έχει λίπος. Τα παιδικά παπούτσια τα έλεγαν στιβόλια . Ήταν κλειστά και τα έδενα με κορδόνια.


Enhanced by Zemanta

Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

Καθενιώτικη Παραδοσιακή Φορεσιά 2.


Η ΑΡΜΑΤΩΣΙΑ ΤΗΝ ΝΥΦΗΣ

Το στόλισμα της νύφης συμπλήρωναν τα στολίδια που ήταν : Τα γιορτάνια. Ήταν το μικρό και το μεγάλο Τα φορούσαν στον λαιμό. Το μικρό που φορούσαν πρώτα ήταν ασημένιο και στη μέση είχε μια γαλάζια πέτρα. Κάτω από το μικρό φορούσαν, το μεγάλο που ήταν και αυτό ασημένιο. Στολίδια της νύφης : Γιορτάνι, μασαλάς, δαχτυλίδι, σκουλαρίκι, μεγάλα κλειδωτήρια. Κάτοχος Καλλιόπη Κηρύκου ή Μπουκαδούρενα Ο Μασαλας. Αποτελούταν από τρεις σειρές αλυσίδες από τις οποίες κρέμονταν νομίσματα. Ήταν δραχμές της εποχής του Όθωνα και συγκεκριμένα των ετών 1832 1833 και 1834 Ο μασαλάς στερεωνόταν στο στήθος με άγκιστρα Τα κλειδωτήρια. Αποτελούνταν από δυο κομμάτια τα οποία ενώνονταν (κούμπωναν) σε ένα σημείο. Εκεί που γινόταν το κούμπωμα υπήρχε πέτρα χρώματος μπλε. Ήταν χυτά ασημένια και κουμπώνουν την σεγκούνα που δεν έχε κουμπιά. Τα ζγατζούδια. Ήταν μικρά έμοιαζαν με τα κλειδωτήρια. Κούμπωναν και αυτά την σεγκούνα καλυπτοντόμενα από τα κλειδωτήρια. Από αυτά κρέμονταν δυο αλυσίδες που με άγκιστρο πιάνονταν στους γοφούς και είχαν νόμισμα της εποχής του Όθωνα. Τα βραχιόλια. Ήταν σειρά πέντε λεπτών αλυσίδων στερεωμένων σε αγκράφες που κούμπωναν στον καρπό. Οι αγκράφες ήταν στολισμένες με κόκκινες και γαλάζιες χάντρες . Τα τάλαρα. Ήταν σαν τα φλουριά αλλά πολύ μεγαλύτερα, τα οποία έραβαν σε λουρίδα από πανί και τα κρεμούσαν στο στήθος στερεώνοντας τα στο σβέρκο της νύφης. Τα τοποθετούσαν έξω από τα άλλα στολίδια (γιορντάνι και μασαλά). Τα σκουλαρίκια. Ήταν ασημένια, με τρεις ή τέσσερις αλυσιδίτσες να κρέμονται από το κυρίως σκουλαρίκι στολισμένες με γαλάζιες χάντρες.

Καθενιώτικη Παραδοσιακή Φορεσιά.


Η ΚΑΘΕΝΙΩΤΙΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ:
Παρακάτω συνεχίζουμε την παρουσίαση των Ελληνικών Παραδοσιακών Φορεσιών. 


Οι παλιοί Καθενιώτες έραβαν μονοί τους από υφαντό στον αργαλειό ύφασμα σχεδόν το σύνολο των ρούχων που φορούσαν. Την δουλειά αυτή την έκαναν οι γυναίκες αλλά και οι άντρες ραφτάδες. Έραβαν τα ρούχα στο χέρι γιατί δεν είχαν ραπτομηχανές ή οποίες ήρθαν πολύ αργότερα και ήταν χειροκίνητες και ακριβές

. Τα ρούχα τους ήταν τα καθημερινά τα οποία ήταν από φτηνό υφαντό ύφασμα και τα επίσημα που ήταν από ακριβότερα υφάσματα και στολισμένα με κεντίδια. Τα υλικά αυτών των ρούχων ήταν καλής ποιότητος αγορασμένα ακριβά, λόγω της οικονομικής ευμάρειας πολλών Καθενιωτών, πράγμα που προκαλούσε τον φθόνο των κατοίκων των διπλανών χωριών όταν τα φορούσαν και πήγαιναν στα πανηγύρια τους. Αχνά κατάλοιπα αυτού υπάρχουν μέχρι σήμερα. Ο κάμπος που τους έδινε στάρι, λάδι, κρασί, γάλα , τυρί, μαλλί και φρούτα ήταν η αιτία τις οικονομικής τους ευμάρειας. Τα αγοραστά ρούχα ήταν πολύ λίγα. Τα γιορτινά το φορούσαν στις γιορτές στα πανηγύρια και στους γάμους. Στις επίσημες ενδυμασίες ανήκουν η νυφική και η γαμπριάτικη τις οποίες έφτιαχναν με ιδιαίτερη τέχνη και φροντίδα.. Σταδιακά οι Καθενιώτες εγκατέλειπαν τα υφαντά ρούχα και άρχισαν να αγοράζουν φτηνά υφάσματα για να φτιάχνουν τα καθημερινά τους ρούχα. Αυτά ήταν μάλλινα υφάσματα και τα ονόμαζαν της ρετσίνας. Η γυναικεία φορεσιά των Καθενών ανήκει στην φορεσιά με σεγκούνα. Πρώτη καταγραφή της φορεσιάς των Καθενών έγινε από τον καθηγητή Ιωάννη Καρά με τίτλο ‘Ενδυμασία Καθενών της Εύβοιας’ και δημοσιεύτηκε το 1962 στον Κ΄ τόμο της Λαογραφίας., η οποία αποτέλεσε την βάση της παρούσας εργασίας. Την εργασία του κ. Καρρά έλαβε υπόψη της και η Αγγελική Χατζημιχάλη στο έργο της ‘η ελληνική λαϊκή φορεσιά’ που εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο <<ΜΕΛΙΣΣΑ>>. Στην Σκατσέρενα διακρίνουμε όλα τα στολίδια της, σκουλαρίκια, περιδέραιο, μασαλάς, τάλαρα, κλειδωτήρια, βραχιόλι και δαχτυλίδι. Κάτοχος η εγγονή των, Καλλιόπη Κηρύκου ή Μπουκαδούρενα



Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΦΟΡΕΣΙΑ Α΄ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ


Του πκάμσου (πουκάμισο). Το πουκάμισο κάλυπτε όλο το σώμα και έφτανε μέχρι τους αστραγάλους. Ήταν ένα άσπρο φαρδύ ρούχο το οποίο έραβαν στο χέρι. Είχε κέντημα στον ποδόγυρο και στα μανίκια, με καθορισμένα σχέδια τα οποία έχουν σχέση με την εποχή και την ηλικία της γυναίκας που το φορά. Ήταν φτιαγμένο από βαμβακερό ύφασμα το οποίο ύφαιναν στον αργαλειό. Στο μέρος του στήθους είχε άνοιγμα το οποίο κούμπωνε με ένα κουμπί και το οποίο κάλυπτε η τραχηλιά. Όταν το μάζευαν το δίπλωναν σε φλέβες για να μην τσαλακωνόταν. Το κεντούσαν στο χέρι με μαυροκέντι, δηλαδή με μαύρη κλωστή . Τα συνήθη σχέδια του ήταν το πεταλάκι και το μαυρομάτι (φαρδύ τετράγωνο κέντημα το οποίο κατέληγε σε τρίγωνο στην κορυφή του) Στον κάτω μέρος είχε ταμτέλλα (δαντέλα) η οποία κατέληγε σε γλωσσίδια. Η Σεγκούνα Σεγκούνα. Κάτοχος Καλλιόπη Κηρύκου Κεντήματα σεγκούνας Ή Μπουκαδούρενα Ποδιά. Κάτοχος Καλλιόπη Κηρύκου ή Μπουκαδούρενα Ζιπούνι. Κάτοχος Φανή Κορώνη Πουκάμισο. Κάτοχος Καλλιόπη Κηρύκου ή Μπουκαδούρενα. Μεσοφόρι. Κάτοχος Καλλιόπη Κηρύκου ή Μπουκαδούρενα Μαντίλι, ζωγραφιστό, κεντρικό σχέδιο. Κάτοχος Φανή Κορώνη Η σουρκάδα Το ύφασμα της ήταν υφαντό από άσπρο χοντρό μαλλί προβάτου που για να κάνει χνούδι το έστελναν στο νεροτριβείο. Η σουρουκάδα είχε από την μια πλευρά σε σειρές πυκνά φλόκια και σειράδια στα μανίκια, στις τσέπες και γύρω- γύρω στην περίμετρο. Μπροστά υπήρχαν δυο σειρές από φλόκια και μια πίσω. Την έραβαν στο χέρι ειδικοί μάστοροι. Στο χωρίο ξακουστός ήταν ο Μπαρδαμπούλιας (Βασίλης Κούρος). Οι καλύτεροι όμως μάστοροι ήταν οι Αγραφιώτες οι οποί έρχονταν το καλοκαίρι με τους καλφάδες. τους βοηθούς τους Του ζπούν (ζηπουνί) ή τζάκος όπως είναι γνωστό σε άλλα μέρη . Ήταν φτιαγμένο από δυο διαφορετικά υφάσματα Το μπροστινό και το πίσω μέρος που τα κάλυπταν η τραχηλιά και η σουρκάδα αντίστοιχα, ήταν φτιαγμένο από φτηνό ύφασμα. Ενώ τα μανίκια που φαίνονταν ήταν φτιαγμένα από ύφασμα καλής ποιότητας , μετάξι ή βελούδο ,με ζώνες διαφορών χρωμάτων. Τα μανίκια ήταν ανοικτά στο κάτω άκρο και κατέληγαν στο λοξό ή φραξίδι με ταμτέλες Το φραξίδι ήταν μια ζώνη με χρώματα διαφορετικά από εκείνα του μανικιού για κάνει αντίθεση. Πολλές φορές στα μανίκια αντί για ταμτέλλα έβαζαν ρέλι στις άκρες των μανικιών Η τραχηλιά. Ήταν κατασκευασμένη από ύφασμα λευκό υφαντό ή αγοραστό. Ήταν απλή η είχε ταμτέλα και απλά κεντίδια (ψοροκόκκαλο). Την Φορούσαν στο στήθος για να σκεπάζει το ανοικτό μέρος του πουκαμίσου. Είχε λαιμόκοψη και δενόταν πίσω από το λαιμό με κορδόνι ή κούμπωνε με κουμπί. Στη μέση δενόταν επίσης με κορδόνι. Την έβαζαν μέσα στη σεγκούνα. Η ποδιά. Κάλυπτε το πουκάμισο από την μέση μέχρι λίγο πιο πάνω από το κέντημα του ποδόγυρου. Το είδος της εξαρτάτε από το υλικό της κατασκευής της. Το ύφασμα της ήταν υφαντό βαμβακερό και ίδιο με το ύφασμα των μανικιών του ζηπουνιού και έχει τα ίδια χρώματα και τις ίδιες γραμμές με αυτό εκτός από τις τρεις κατώτερες που είναι πλατυτέρες, με πιο ζωηρά χρώματα. Γύρω- γύρω έχει και η ποδιά το λοξό που ήταν όμοιο με εκείνο του ζηπουνιού. Ήταν κεντημένες στο χέρι. Υπήρχαν ακόμη και κεντημένες έτοιμες αγοραστές Το μαντίλι. Ήταν το υφασμάτινο κάλυμμα της κεφαλής απλό η με κεντίδια Είναι το ίδιο που φοράνε σήμερα μερικές γριές. Είχε κόκκινο, κίτρινο, μαύρο ή ζαχαρί χρώμα με κλάρες (σχέδια).Στα άσπρα μαντίλια έφτιαχναν αζούρ ή τριπογάζι, γύρω-γύρω στην άκρη του μαντιλιού και το γυρίζανε. Υπήρχαν μαντίλια τα οποία ήταν ζωγραφιστά. Ανακάτευαν φυσικά χρώματα με σαπούνι και με το μίγμα ζωγράφιζαν τα σχέδια. Τα τσουράπια (κάλτσες) Ήταν πλεκτά από άσπρο ύφασμα με πατούσες ή χωρίς. Το μήκος τους έφτανε μέχρι το γόνατο και τα έδεναν με την γονατά- ρα. Εκείνα που δεν είχαν πατούσα τα έλεγαν κοντοτσούραπα και είχαν μια υφασμάτινη γλώσσα που την περνούσαν στην καμάρα του ποδιού για να την κρατάει τεντωμένη. Τη λουρίδα αυτή την έλεγαν προυπόδ (προπόδι). Η ΝΥΦΙΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ Του π’κάμ’σου (πουκάμισο). Κατασκευάζονταν από άσπρο ύφασμα και το έραβαν στο χέρι. Ήταν ολόκληρο φουστάνι, φαρδύ και μακρύ που έφτανε μέχρι τους αστραγάλους. Το πουκάμισο στο μπροστινό μέρος ήταν ανοικτό και το κάλυπτε η τραχηλιά. Τα μανίκια ήταν φαρδιά στο άνοιγμα και κοντά. Δε έφταναν μέχρι τον καρπό αλλά σταματούσαν πέντε περίπου εκατοστά πριν από αυτόν. Τα μανίκια είχαν κεντήματα το ονομαζόμενα μυγδαλάκια , γιατί έμοιαζαν έτσι. Στο ποδόγυρο είχαν ένα συνεχόμενο κέντημα πλάτους 70 έως 90 εκατοστών, το πεταλάκι. Από το πεταλάκι ανέβαιναν εναλλάξ προς τα πάνω, σαν δέντρα, διαφορά μεγάλα ή μικρά κεντήματα. Ο ποδόγυρος όλων των πουκαμίσων ήταν στολισμένος με χρυσές πούλιες οι οποίες στις σημερινές φορεσιές δεν υπάρχουν γιατί έχουν χαθεί από τον καιρό. Το Καθενιώτικο πουκάμισο μοιάζει στο σχήμα και στα κεντίδια με το πουκάμισο της Τανάγρας. Η σιγκούνα. Ήταν κατασκευασμένη από μαντανισμένο άσπρο χοντρό μάλλινο ύφασμα προβάτου, το σαγιάκι. Όσες ήταν πλούσιες έφτιαχναν σιγκούνα από ωραίο αγοραστό ύφασμα που το έλεγαν σαάκ. Τα κεντήματα που ήταν χειροποίητα από αγοραστή τρίχα και απαιτούσαν υπομονή και δεξιοτεχνία. Ξακουστές κεντήστρες εκείνα τα χρονιά ήταν η Αρίσταινα (Αγγελική- Ακριώτη) η Κουταογύρω (Αργυρώ Κουσκούτη) και η Ασπασία Αθανασίου. Στο στήθος κεντούσαν μαργαρίτα ή σταυρό. Στο πίσω μέρος τα πολλά σειράδια κατέληγαν σε πολλά κρόσσια. Του ζπουν (ζιπούνι) το φορούσαν κάτω από την σεγκούνα. Η πλάτη και το στήθος ήταν φτιαγμένα από άσπρο ύφασμα, ενώ τα μανίκια από μελιτζανί βελούδο το οποίο ονόμαζαν φέλπα. Τα μανίκια ήταν μακριά, ανοικτά στο κάτω μέρος και κεντημένα με μουλινέδες. Τα συνηθισμένα κεντήματα ήταν μαργαρίτες, φύλλα δένδρου, λουλούδια και ένα μικρό πουλί σε κάθε μανίκι. Γύρω από το κέντημα υπήρχε κόκκινος πλισές και κάτω από αυτόν άσπρη ταμτέλλα (δαντέλλα). Η ποδιά. Φοριόταν πάνω από την σεγκούνα και σκέπαζε την τραχυλιά Ήταν φτιαγμένη και αυτή από την φέλπα όπως το ζιπούνι. Το κάτω μέρος της ποδιάς ήταν κεντημένο με φύλλα, λουλούδια και δυο πουλιά. Κάτω από τα κεντήματα υπήρχε κόκκινος πλισές που κατέληγε σε άσπρη ταμτέλλα. Ήταν βελούδινες ή από άσπρο μετάξι. Η ζώνη της ποδιάς ήταν απλά κεντημένη (ψαροκόκαλο) Το ζιπούνι και η ποδιά λέγονταν και γκεργκεφίκια γιατί ήταν κεντημένα. Από το ρήμα γκερκεφίζω πού σημαίνει κεντάω και γκερκερίφι το κέντημα. Η τραχ’λιά (τραχιλιά) Ήταν από άσπρο ύφασμα και είχε απλά ή σύνθετα κεντήματα. Την φορούσαν στο στήθος πάνω από το ζιπούνι και μέσα από την σιγκούνα να για να καλύψουν το άνοιγμα! του πουκαμίσου. Του μα’τήλ (μαντήλα) Το νυφικό μαντίλι ήτα κόκκινο. Γύρω-γύρω είχε κεντημένα κλαδιά και σε κάθε γωνιά μπουκέτο λουλουδιών. Στο κέντρο είχε κλωνάρια σε σχήμα σταυρού και στις γωνίες του σταυρού ήταν κεντημένα μικρά λουλούδια. Του μικαντενο ζ'ναρ' (ζωνάρι).Αυτό ήταν αγοραστό ίσως από την Θήβα γιατί εκεί ανθούσε η κατεργασία του μεταξιού και η υφαντική εκλεκτών υφασμάτων. Το φορούσαν, διπλό στο πλάτος, στη μέση πάνω από τη σεγκούνα. Μέσα στη δίπλα έβαζαν -καρύδία αμύγδαλα και σταφίδες τα οποία πετούσε ή νύφη πάνω από την πλάτη της όταν πήγαινε στο σπίτι του γαμπρού. Το ζωνάρι είχε ζώνες διαφόρου σχήματος και χρώματος αλλά το χρώμα του στο κέντρο ήταν γερανί. Στις άκρες είχε κρόσσια Το μήκος του 2,5 μέτρα και το φάρδος του 25 εκατοστά. Οι κάλτσες. Ήταν πλεκτές και είχαν κόκκινες και άσπρες ζώνες Τα παπούτσια. Τα νυφικά παπούτσια τα έλεγαν β΄δέλλα (βιδέλα) . Ήταν μαύρα με κοντό τακούνι, κούμπωναν με τρία σιδεράκια γυρισμένα σαν άγκιστρα. Δεν είχαν όλες οι νύφες β’δέλλα. Τα παπούτσια πήραν το όνομα τους από το βιδέλο, το δέρμα που χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή παπουτσιών. Με την ίδια ονομασία τα συναντάμε στην Αγ. Άννα στην Εύβοιας, ενώ με το όνομα βιδέλα στην Ελευσίνα.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2011

Οδηγίες για Ομάδες Παραγωγών στο Μέτρο της ποιότητας


Παραγωγών (δικαιούχων) στο πλαίσιο του Μέτρου 133 « Ενημέρωση – Προώθηση των προϊόντων στο πλαίσιο συστημάτων για την ποιότητα των τροφίμων» δίνει με ανακοίνωσή του το υπουργείο, προκειμένου οι ενδιαφερόμενοι να επιλέξουν έγκαιρα τους ανθρώπους με τους οποίους θα συνεργαστούν, στο πλαίσιο μιας Ομάδας Παραγωγών του Μέτρου 133, για την επίτευξη των στόχων της (διεύρυνση των αγορών πώλησης του πιστοποιημένου προϊόντος της, καλύτερες πρόσοδοι, βελτίωση των συνθηκών ζωής).

Αναλυτικότερα, η σχετική ανακοίνωση αναφέρει τα εξής:
1. Αν είστε δικαιούχοι του Μέτρου 132 «Συμμετοχή γεωργών σε συστήματα ποιότητας τροφίμων» του ΠΑΑ, τότε μόνο εσείς έχετε τη δυνατότητα να ενταχθείτε και να λάβετε ενίσχυση από το Μέτρο 133, ώστε να μπορέσετε να ενημερώσετε τους καταναλωτές και να προωθήσετε το ποιοτικό προϊόν, για το οποίο ενισχυθήκατε στο πλαίσιο του Μέτρου 132 για  την πιστοποίησή του ως ποιοτικό (είτε Βιολογικό είτε με Ολοκληρωμένη Διαχείριση – AGRO 2 ή AGRO 3).
Πρέπει να δείτε συνολικά τα δύο Μέτρα 132 και 133, γιατί απώτερος σκοπός είναι τα ποιοτικά προϊόντα του Μέτρου 132 να έρθουν σε υψηλότερο επίπεδο στην προτίμηση των καταναλωτών με τη βοήθεια του Μέτρου 133, εξασφαλίζοντας διεξόδους, καταρχάς στην Εσωτερική Αγορά (το εσωτερικό της χώρας και τα Κράτη Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης).

2. Αν λοιπόν επιθυμείτε να ενταχθείτε στο Μέτρο 133 του ΠΑΑ, τότε πρέπει να οργανωθείτε σε «Ομάδα Παραγωγών», που όλα τα μέλη της παράγουν το συγκεκριμένο προϊόν ποιότητας, που παράγετε και εσείς, στο πλαίσιο του ίδιου συστήματος ποιότητας.

3. Μπορείτε να επωφεληθείτε πολλαπλά από το Μέτρο 133, επιλέγοντας όλες τις δράσεις, που ενδεικτικά αναφέρονται κατωτέρω ή μέρος αυτών:
– Ενημέρωση των καταναλωτών (είτε με φυλλάδια είτε με ενημερωτικές συναντήσεις είτε στον τύπο κ.λ.π.)
– Διαφήμιση του προϊόντος σε ό,τι αφορά τον τρόπο παραγωγής, μεθοδολογίες, χαρακτηριστικά κ.λ.π.
– Προώθηση (είτε με συμμετοχή σε Εκθέσεις στην εσωτερική αγορά – το εσωτερικό της χώρας και τα Κράτη Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε συμμετοχή σε πανηγύρεις, γευσιγνωσίες, συναντήσεις με εμπόρους κ.λ.π.).
Ενδεχομένως να εκφραστούν επιφυλάξεις από την πλευρά σας, σχετικά με την δυνατότητά σας να προβείτε σε δράσεις προώθησης/ διαφήμισης/ ενημέρωσης, καθώς δεν έχετε ανάλογη εμπειρία και τεχνογνωσία. Σας ενημερώνουμε ότι στις επιλέξιμες δράσεις του Μέτρου 133 περιλαμβάνονται και η μελέτη για το τριετές επιχειρησιακό σχέδιο δράσης που πρέπει να εφαρμόσετε, η σχετική μελέτη έρευνας αγοράς για το πιστοποιημένο προϊόν και τις ποσότητες που θέλετε να προωθήσετε σε επιλεγμένες αγορές – στόχους, καθώς και η δημοσιοποίηση (ανεύρεση συνεργατών κλπ για την υποστήριξη υλοποίησης του σχεδίου).

4. Επισημαίνεται, ότι στις παραπάνω δράσεις δεν πρέπει να δίνεται έμφαση στον τόπο προέλευσης, σε τρόπο ώστε το τελευταίο να μην επηρεάζει τον καταναλωτή . Επίσης, μέσω των παραπάνω δράσεων δεν επιτρέπεται η προώθηση εμπορικών σημάτων.

5. Σε ό,τι αφορά τη δημοσιότητα για το Μέτρο 133, μπορείτε να την έχετε, καταρχάς, εισερχόμενοι στον ιστότοπο : « www.agrotikianaptixi.gr », όπου, μέσα στο Πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης της Ελλάδας 2007-2013 «ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ» (ΠΑΑ), μπορείτε να αναζητήσετε το Μέτρο 133 (στην πρώτη σελίδα του ιστότοπου πατώντας το σημείο αριστερά Το ΠΑΑ αναλυτικά  και σε ό,τι προκύψει, στο κέντρο, πάλι θα πατήσετε το σημείο Το Πρόγραμμα αναλυτικά, ύστερα θα πατήσετε, στο κέντρο, το σημείο ΠΑΑ 2007-2013 και στη συνέχεια μετά το εξώφυλλο είναι ο ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ. Στον Πίνακα Περιεχομένων ο κωδικός 5.3.1.3.3 Δραστηριότητες ενημέρωσης και προώθησης δηλώνει δεξιά τη σελίδα, όπου μπορείτε να βρείτε το Μέτρο 133 και να ενημερωθείτε σχετικά).
Στη συνέχεια, θα εκδοθούν κατά σειρά η ΚΥΑ, η Απόφαση λεπτομερειών αυτής και η Πρόσκληση Εκδήλωσης Ενδιαφέροντος για το Μέτρο 133, όπου θα αναφέρονται όλες οι σχετικές πληροφορίες, περιλαμβανομένων και των προθεσμιών υποβολής αιτήσεων ενίσχυσης.

6. Οργάνωση σε Ομάδα Παραγωγών
6.1 Είναι γνωστό σε σας ότι, στο πλαίσιο της 1ης Προκήρυξης του Μέτρου 132, κατά την αξιολόγηση και έγκριση των αιτήσεών σας, είχατε λάβει οι περισσότεροι από εσάς (όσοι είχατε δημιουργήσει μαζί με άλλους γεωργούς άτυπες ομάδες παραγωγών) επιπλέον βαθμολόγηση, κυρίως με σκοπό την ομαδική πιστοποίηση των προϊόντων σας.

6.2 Υπάρχουν τα εξής ενδεχόμενα :
6.2.1.  Να έχετε πιστοποιηθεί για περισσότερα του ενός προϊόντα.
6.2.2.  Να είχατε ήδη πιστοποιηθεί και εκτός του Μέτρου 132, για περισσότερα του ενός συστήματα ποιότητας τροφίμων (βιολογικά, AGRO, ΠΟΠ/ΠΓΕ κ.λ.π.).
6.2.3.  Να παραμείνατε μόνο μερικοί από τους αρχικούς συμμετέχοντες σε κάθε μία από τις άτυπες ομάδες παραγωγών, γιατί οι υπόλοιποι δεν εγκρίθηκαν ως δικαιούχοι του Μέτρου 132 ή δεν συμφώνησαν να συνεχίσουν για διαφόρους λόγους.
6.2.4.  Συνδυασμός των ανωτέρω.

6.3 Σύμφωνα με τους όρους του Μέτρου 133, από τα ανωτέρω θα μπορούσαν να γίνουν τα εξής :
6.3.1.  Ως προς τα σημεία 6.2.1 και 6.2.2 ανωτέρω, η απάντηση είναι ότι η ομάδα παραγωγών (που είναι ο δικαιούχος του Μέτρου 133) μόνο ένα προϊόν μπορεί να προωθήσει, να διαφημίσει κ.λ.π., στο πλαίσιο ενός μόνο συστήματος ποιότητας και μάλιστα εκείνου για το οποίο είχαν ενισχυθεί τα μέλη της από το Μέτρο 132 για την πιστοποίηση του ανωτέρω προϊόντος.
6.3.2.  Η επιλογή του ενός προϊόντος θα γίνεται, σε τρόπο ώστε μαζί με το ίδιο προϊόν και το ίδιο σύστημα ποιότητας άλλων δικαιούχων του Μέτρου 132, να φθάνουν ως ομάδα παραγωγών σε μέγεθος παραγωγής, που να μπορεί να προωθηθεί, διαφημισθεί κ.λ.π. με το Μέτρο 133 και να φθάνει σε αποτέλεσμα την προσπάθεια διείσδυσης σε αγορές . Η προσπάθεια διείσδυσης σε αγορές μπορεί να συμβεί, εφόσον ικανοποιούνται όλοι οι άλλοι όροι, αν ο όγκος παραγωγής της ομάδας παραγωγών ικανοποιεί τη ζήτηση του συγκεκριμένου προϊόντος ποιότητας σε μια ή περισσότερες αγορές.
6.3.3.  Ως προς το σημείο 6.2.3, η απάντηση  είναι ότι δεν αποκλείεσθε από το Μέτρο 133, αρκεί να συστήσετε μια ομάδα παραγωγών σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα.

6.4 Από τα ανωτέρω γίνεται αντιληπτό, ότι είναι προς το συμφέρον της «Ομάδας Παραγωγών» να έχει ένα μέγεθος παραγωγής, τέτοιο ώστε να εξυπηρετεί αποτελεσματικά τις αγορές στόχους της.

6.5 Προκειμένου μια ομάδα παραγωγών να είναι σε θέση να πραγματοποιήσει τις επιλέξιμες δράσεις του Μέτρου 133, έτσι ώστε να επωφεληθεί από αυτές, θα πρέπει προηγουμένως να έχει αποκτήσει νομική μορφή. Άλλωστε, νομική μορφή απαιτείται, ώστε η ομάδα παραγωγών να μπορεί να συναλλάσσεται, να διαπραγματεύεται και να συνάπτει συμφωνίες εμπορικού ή άλλου περιεχομένου.

6.6 Νομική πράξη σύστασης νομικού προσώπου (καταστατικό), ειδικά για το Μέτρο 133, πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα:
– Στοιχεία των μελών της ομάδας παραγωγών (ονοματεπώνυμο, πατρώνυμο, κατοικία, ταχυδρομική διεύθυνση, ΑΦΜ).
– Η νομική μορφή της ομάδας παραγωγών μπορεί να είναι οποιαδήποτε, εκτός της επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής οργάνωσης, και θα έχει και εμπορικό σκοπό.
– Για τις ομάδες παραγωγών, που αποκτούν νομική μορφή στο πλαίσιο του Μέτρου 133, η ΕΔΡΑ τους θα ορίζεται στο Δήμο, στον οποίο ευρίσκεται αθροιστικά το μεγαλύτερο ποσοστό των εκτάσεων των γεωργικών εκμεταλλεύσεων (στην περίπτωση φυτικής παραγωγής) ή του αριθμού ζώων κατά το ίδιο είδος (στην περίπτωση ζωικής παραγωγής) των μελών, για το προϊόν που ενισχύθηκαν με το Μέτρο 132 και για το οποίο συστήνεται η συγκεκριμένη Ομάδα Παραγωγών.
– Στο σκοπό του νομικού προσώπου, που θα συστήσει η Ομάδα Παραγωγών, θα πρέπει να αναφέρεται η προώθηση και η διαφήμιση του προϊόντος που παράγεται από τα μέλη της Ομάδας Παραγωγών σύμφωνα με το σύστημα ποιότητας, που ακολουθούν και ενισχύονται από το Μέτρο 132,  καθώς και η ενημέρωση των καταναλωτών για το συγκεκριμένο προϊόν.
– Η χρονική διάρκεια του νομικού προσώπου της ομάδας παραγωγών θα πρέπει να  καλύπτει τουλάχιστον τη τριετή διάρκεια του επιχειρησιακού σχεδίου δράσης του και την διάρκεια των μακροχρόνιων δεσμεύσεων του Μέτρου.

7. Η Ομάδα παραγωγών, με την υποβολή της Αίτησης ενίσχυσης για το Μέτρο 133, θα προτείνει και ένα Επιχειρησιακό Σχέδιο Δράσης (διάρκειας έως τριών ετών) βάσει του οποίου θα εκτελέσει τις επιλέξιμες δράσεις της παραγράφου 3 ανωτέρω. Είναι αυτονόητο, ότι στην πρόταση θα υπάρχει περιγραφή και διαβεβαιώσεις του τρόπου με τον οποίο θα υλοποιήσει το Σχέδιό της, από οικονομικής / χρηματοδοτικής άποψης. Σημειώνεται ότι η Δημόσια Δαπάνη ανέρχεται σε 70% των δαπανών των επιλέξιμων δραστηριοτήτων. 

1,5 Εκατομμύρια Ευρώ στην Πελοπόννησο για Ανακύκλωση.


Ανακύκλωση: κονδύλι 1.5 εκατ. ευρώ στην Περιφέρεια Πελοποννήσου

Περιβάλλον- Ενέργεια- Οικολογία.
Το ΥΠΕΚΑ στο πλαίσιο του Επιχειρησιακό Προγράμματος «Περιβάλλον και Αειφόρος Ανάπτυξη», διέθεσε 1.5 εκατ. ευρώ στην περιφέρεια Πελοποννήσου, ύστερα από αίτημα του περιφερειάρχη Φώτη Χατζημιχάλη, για να διατεθεί στον τομέα διαχείρισης των απορριμμάτων.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας «Καθημερινή», το ποσό του 1,5 εκατ. ευρώ θα διατεθεί για την ενίσχυση της ανακύκλωσης με την αγορά απορριμματοφόρων και κάδων για ανακυκλώσιμα υλικά.
Επίσης, από πόρους του εν λόγω προγράμματος θα προχωρήσει και η αποκατάσταση των ΧΑΔΑ, στο πλαίσιο υλοποίησης του Περιφερειακού Σχεδιασμού, που θα εφαρμοστεί όταν ολοκληρωθεί η διαδικασία γνωμοδότησης των αρμοδίων φορέων και έγκρισης από τα συναρμόδια υπουργεία, που βρίσκονται σε εξέλιξη.
Για το econews

Ρυμουλκιώτικη φορεσιά 3.


ƒ Το πουκάμισο (ή π’κάμσου) είναι αυτό που καλύπτει όσα αφήνει να
φαίνονται ο σαϊάς. Φτάνει λίγο πιο κάτω από το γόνατο. Είναι κλειστό κάτω
από τη μέση και έχει ένα άνοιγμα στο ύψος του στήθους. Υφαίνεται με
μάλλινο ή βαμβακερό νήμα και διακοσμείται ενδιάμεσα με μεταξένιες
γραμμές.
Το πουκάμισο.
ƒ Το αντίρι είναι μεταξωτός μεσόφορος επενδύτης και φοριέται πάνω από το
πουκάμισο και την τραχηλιά πιο συχνά στη νυφιάτικη στολή και όχι τόσο στη
καθημερινή ή στη γιορταστική. Είναι γνωστός και σε άλλα ελληνικά μέρη.
Στο Ρουμλούκι αποτελούσε δείγμα πολυτέλειας και ήταν ένα από ταπροαιρετικά δώρα του γαμπρού. Οι πιο πλούσιες νύφες είχαν και δεύτερο
αντίρι, που το ύφασμά του το χάριζε ο νουνός στη στεφάνωση.
Το αντίρι.
ƒ Το καταστάρι (ή κατασάρκι) είναι φανέλα πυκνοϋφασμένη και φοριέται
κατάσαρκα. Χρησιμοποιούνταν περισσότερο το χειμώνα λόγω ότι το άνοιγμα
του σαϊά και η λεπτότητα του πουκαμίσου δεν προστάτευε ιδιαίτερα τις
γυναίκες από το τσουχτερό κρύο αυτής της εποχής.
Το καταστάρι.
ƒ Τα μπρουμάνικα (ή μανίκια). Τα μανίκια του σαϊά και του πουκαμίσου
έφταναν κάπου στον αγκώνα του χεριού και άφηναν το υπόλοιπο χέρι
ακάλυπτο. Το κενό αυτό το κάλυπταν ειδικά πρόσθετα μανίκια ή αλλιώς
μπρουμάνικα για λόγους ηθικής της εποχής, αφού δεν ήταν επιτρεπτή η γυμνή
σάρκα. Τα επίσημα μπρουμάνικα γίνονταν από βελούδο και είχαν προσεγμένα
κεντήματα σε διάφορα σχήματα με λευκόχρυσες ταινίες. Τα πιο καθημερινά
μπρουμάνικα γίνονταν με ύφασμα του αργαλειού, το ίδιο περίπου με αυτό που
χρησιμοποιούσαν για το πουκάμισο. Συνήθως, όμως, οι Ρουμλουκιώτισσες
στις καθημερινές τους εργασίες δεν φορούσαν μπρουμάνικα
Τα μπρουμάνικα.
ƒ Το κοντόσι είναι ένας βραχύτατος επενδύτης (πανωφόρι) που φοριόνταν
πάνω από το σαϊά. Το χρώμα του είναι γεράνιο ή μαύρο. Το ύφασμα του
γίνονταν στον αργαλειό από λεπτή, καλοδουλεμένη κάνουρα. Πολλές φορές,
το καθημερινό κυρίως κοντόσι για να είναι πιο ζεστό το φόδραραν εσωτερικά
με τομάρι (δέρμα) προβάτου, που διατηρούσε το μαλλί του. Η διακόσμηση
του κοντοσιού είναι περιφερειακή και γίνονταν με αγοραστά γαϊτάνια και
ταινίες, που ράβονταν πάνω στο ύφασμα . Χρυσοκέντητο κοντόσι και καθημερινό κοντόσι .
ƒ Η τραχηλιά αποτελείται από δύο ξεχωριστά, ορθογώνια κομμάτια υφάσματος
που ενώνονται στο επάνω μέρος με κορδόνι. Χρησιμοποιείται για την κάλυψη
του στήθους. Στις καλές, επίσημες φορεσιές η τραχηλιά ήταν ολομέταξη.
Πάνω στη τραχηλιά κεντούσαν άνθη με χαρούμενα χρώματα. Το κάθε
κομμάτι της τραχηλιάς στερεώνονταν και έμπαινε μέσα στο ζωνάρι. Οι
ηλικιωμένες γυναίκες συνήθιζαν να φορούν σκουρόχρωμες και
χοντροϋφασμένες τραχηλιές.  

Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

Ρυμουλκιώτικη φορεσιά 2.


Τα περισσότερα υφάσματα για τη φορεσιά κατασκευάζονταν από τις γυναίκες
της περιοχής και τα υλικά που χρησιμοποιούνταν για την ύφανση τους ήταν πρόβιο
μαλλί, βαμβάκι και μετάξι σε μικρότερες ποσότητες.

 Παλιότερα χρησιμοποιούσαν 
και λινάρι που αφθονούσε στους κάμπους. Τα μόνα υφάσματα που αγόραζαν ήταν
τσόχα και βελούδο (κατιφές). Όλα τα εξωτερικά ενδύματα τόσο των γυναικών όσο
και των αντρών ράβονταν από επαγγελματίες ραφτάδες. Τα κοσμήματα της φορεσιάς,
"η στολισιά" αγοράζονταν από τους κοαμτζήδες (χρυσικούς) της Βέροιας και
σπανιότερα της Θεσσαλονίκης. Ακόμη, για το διάκοσμο της φορεσιάς αγοράζονταν
γαϊτάνια (χρυσά και μεταξωτά), ασημένιες ταινίες , κλωστές και πούλιες κ.α.
Η γυναικεία φορεσιά του Ρουμλουκιού διακρίνεται σε τρία μέρη: στα κομμάτια
που φοριούνται στον κύριο κορμό, σε εκείνα που προορίζονται για το κεφάλι και
τέλος στα κοσμήματα που φοριούνται τόσο στον κορμό όσο και στο κεφάλι .
Τα κομμάτια που αποτελούν τον κύριο κορμό της ρουμλουκιώτικης γυναικείας
φορεσιάς είναι τα εξής:

ƒ Ο σαϊάς αποτελεί το πιο βασικό και χαρακτηριστικό ρούχο της όλης
φορεσιάς. Γίνεται από βαμβακερό ύφασμα, υφασμένο από τις
Ρουμλουκιώτισσες στον αργαλειό τους. Σε κάποιες άκρες του σαϊά έμπαιναν
στενές λουρίδες βελούδου. Ο σαϊάς συναντάται σε δύο χρώματα λευκό και
γεράνιο (σκούρο γαλάζιο). Το λευκό σαϊά το φορούν τα νεαρά κορίτσια από
την ηλικία των 15 με 16 χρόνων περίπου. Ο γεράνιος (βαμμένος με λουλάκι)
φοριέται από τις Ρουμλουκιώτισσες τη μέρα του γάμου τους και έπειτα σε όλη
την υπόλοιπη ζωή τους. Ο σαϊάς αν και είναι γυναικείο φόρεμα είναι μπροστά
ανοικτός από πάνω έως κάτω και μοιάζει περισσότερο με πανωφόρι. Είναι
στενός και εφαρμοστός στη μέση και όσο κατεβαίνει φαρδαίνει. Οι δύο
μπροστινές του άκρες διπλώνονται προς τα πίσω και στερεώνονται στη μέση
κάτω από το ζωνάρι. Στα δύο αυτά σχεδόν τριγωνικά διπλώματα του σαϊά
κεντούσαν σχέδια απλά αλλά ιδιαίτερα καλαίσθητα. Για παράδειγμα
γεωμετρικά σχήματα (τρίγωνα, ρόμβους, κυλίνδρους) και λουλούδια. Όταν
πρόκειται για τον "καλό σαϊά", το νυφιάτικο ή τον επίσημο, τα σχέδια στα
κεντήματα είναι πιο γιορταστικά και πιο προσεγμένα. Οι ηλικιωμένες και οι
χήρες φορούν σαϊά χωρίς κανένα κέντημα.

Καθενιώτικη Αντρική Φορεσιά.

Costume Grec. Ελληνική φουστανέλαImage via Wikipedia
ΑΝΔΡΙΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ
Α' ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Η π’καμίσα (πουκαμίσα) η κοντό. Η πουκαμίσα ήταν φτιαγμένη από άσπρο βαμβακερό ύφασμα υφαντό στον αργαλειό από αγοραστό νήμα και ραμμένη στο χέρι. Αργότερα έβαφαν το ύφασμα γεράνιο γιατί το άσπρο ήταν δύσκολο στο πλύσιμο. Η πουκαμίσα ήταν κοντή και έφτανε μέχρι τα γόνατα Είχε άνοιγμα μέχρι την μέση και κούμπωνε με μικρά κουμπιά. Η περιοχή του στήθους καλυπτόταν από πυκνές πένσες που σχημάτιζαν ένα ξεχωριστό τετράγωνο. Από την μέση και κάτω ήταν φαρδύ και λεγόταν πουκαμίσα φουστανελλάδικη. Τα μανίκια ήταν πλατιά και ανοικτά κάτω. Αργότερα έγιναν κοντά και κούμπωναν στον καρπό. Οι κάλτσες ήταν πλεκτές ή υφαντές χωρίς πατούσα που έφταναν μέχρι το γόνατο όπου δένονταν με την γονατάρα. Στο κάτω μέρος ήταν ραμμένη μια λεπτή λουρίδα που περνούσε κάτω από την καμάρα του ποδιού και κρατούσε την κάλτσα τεντωμένη. Η λουρίδα αυτή ονομαζόταν παλιά στάφα αργότερα πατήκι. Το παντελόνι. Οι Καθενιώτες άρχισαν να φορούν παντελόνια, μετά το 1880. Το παντελόνι εκείνης της εποχής ήταν κοντό και, έφτανε μέχρι το γόνατο. Το έλεγαν μπουτούρι. Ήταν ραμμένο από υφαντό ύφασμα συνήθως μαύρο. Αργότερα τα μπουντούρια και οι κάλτσες αντικαταστάθηκαν από τα πανωβράκια.. Όταν έφτασε στο χωριό η Ευρωπαϊκή (Φράγκικη ) ενδυμασία το πανωβράκι αντικαταστήθηκε από το παντελόνι που το έραβαν από ντρίλινο αγοραστό ύφασμα . Αυτό το ύφασμα το ονόμαζαν της ρετσίνας. Τα πανωβράκια φτιάχνονταν από υφαντό μάλλινο ύφασμα μαύρου χρώματος. Ήταν στενά αλλά κάτω από τα σκέλια σχημάτιζαν την σέλα για να μη δυσκολεύονται στο περπάτημα. Τα έδεναν στη μέση με ένα κομμάτι σχοινί την βρακοζώνα, την οποία περνούσαν μέσα από την φακαρόλα, στο κενό δηλαδή που δημιουργείται στο πάνω μέρος του πανωβρακιού όταν δίπλωναν το ύφασμα προς τα κάτω και το έραβαν. Τον χειμώνα φορούσαν το σταυρωτό η γιλέκο. Ήταν φτιαγμένο από σκούρο μπλε υφαντό ύφασμα Το ύφασμα ήταν φτηνό χωρίς πολλά κεντίδια. Στα βαριά χειμωνιάτικα κρύα φορούσαν πάνω από όλα την πατατούκα. Ήταν φτιαγμένη από μάλλινο προβάτινο ύφασμα χρώματος μπλε ή μαύρου και έφτανε λίγο πιο πάνω από τα γόνατα. Όταν ύφαιναν το ύφασμα το πήγαιναν στο μαντάνι για να μπάσει και για να γίνει χοντρό και το έλεγαν σ’κτι (σκουτί). Την πατατούκα τη έραβαν στο χέρι ή στην χειροκίνητη ραπτομηχανή .Γνωστός ράφτης ήταν ο Μπαρδαμπούλιας. ΕΠΙΣΗΜΗ Του π’κμάμ’σου (πουκάμισο) ή κοντό. Το έραβαν από λευκό και λεπτό βαμβακερό αγοραστό ύφασμα. Ήταν ανοιχτό στο στήθος, όπου έφτιαχναν πολλές πιέτες. Τα μανίκια ήταν φαρδιά στις άκρες και μακριά ή στενά στον καρπό για να κουμπώνουν αλλά το ίδιο φαρδιά. Ο γιακάς ήταν μικρός και στρογγυλός. Φουστανέλα Φουστανέλα. Κατασκευάσθηκε το 1904 στα Ψαχνά. Κάτοχος. Αντώνης Ρουμπής. Φέσι. Κάτοχος. Αντώνης Ρουμπής Ζωνάρι σε φουστανέλα. Κάτοχος Α. Ρουμπής Κάλτσες. Κάτοχος Φανή Κορώνη. Γιλέκο. Κάτοχος Φανή Κορώνη. Πάνω από το πουκάμισο φορούσαν το σταυρωτό γιλέκο. Αυτό ήταν φτιαγμένο από σκουτί ή τσόχα χρώματος βαθύ μπλε ή μαύρου με ωραία κεντήματα στο στήθος όπου κούμπωνε σταυρωτά με ειδικά κουμπιά. Τα κουμπιά ήταν μικρά, στρογγυλά με κρόσσια και κούμπωναν σε θηλιές. Κεντήματα είχε και στην πίσω πλευρά ένα στην μέση και ένα κοντά στον τράχηλο. Η φόρμα με μανίκια (πισλί). Ήταν φτιαγμένη από αγοραστό ύφασμα βαθύ μπλε και μαύρου χρώματος. Στο μπροστινό μέρος είχε κεντήματα φτιαγμένα με χοντρούς πράσινους μουλινέδες και κουμπιά με θηλιές σε σειρά που σπάνια κούμπωναν. Στο πίσω μέρος κρέμονταν δύο ψευτομάνικα που κατέληγαν σε γλωσσίδια κεντημένα και ήταν φοδραρισμένα εσωτερικά με μεταξωτό κόκκινο πανί. Τα ψευτομάνικα είχαν σε όλη την περίμετρο τους σειράδια από πράσινους μεταξωτούς μουλινέδες. Τα δύο άκρα των μανικιών καθώς και το πίσω μέρος ήταν καλυμμένα από κεντήματα. Η φ’στανέλλα (φουστανέλα). Το σύμβολο της Ελληνικής λεβεντιάς. Ήταν φτιαγμένη από χασέ, λευκό αγοραστό ύφασμα. Για να βγαίνουν ωραία τα κομμάτια πριν τα κόψουν έβαζαν το ύφασμα μια μέρα στο νερό για να μπάσει και ύστερα το στέγνωνα και το σιδέρωνα. Έραβαν την φουστανέλα στο χέρι και αργότερα με τις χειροκίνητες ραπτομηχανές. Πρώτα έκοβαν το ύφασμα σε ισοσκελή τρίγωνα, τις λόξες ή φιλέτα ή φύλλα. Οι λόξες είχαν μήκος 15 εκατοστά στην βάση και 3ή 4 εκατοστά στην κορυφή που δεν ήταν μυτερή γιατί ήταν κομμένη. Όσο πιο στενή είναι η κορυφή τόσο πιο φουσκωτή γίνεται κάτω η φουστανέλα. Για να μην ξεφτίζουν οι λόξες τις δίπλωναν στις πλευρές τους και τις έραβαν με Γαλλική ραφή ή πλακοραφή. Επίσης για να είναι ακριβώς ίσιες τις τοποθετούσαν την μια πάνω στην άλλη όταν τις έκοβαν και διόρθωναν τις τυχόν ατέλειες. Τις λόξες τις έραβαν ή τις γάζωναν από την βάση προς την κορυφή, για να είναι οι βάσεις ακριβώς στο ίδιο ύψος, ενώ αν εξείχε καμιά άκρη στη κορυφή τη έραβαν μέσα στη ζώνη και δεν φαινόταν η ατέλεια. Οι κορυφές ράβονταν από τις δυο πλευρές (μέσα και έξω) σε μια ζώνη περίπου δέκα εκατοστών που την έλεγαν φακαρόλα. Η φουστανέλα αποτελούταν από δύο κομμάτια τα οποία ενώνονταν με κόπιτσες και την στερέωναν στην μέση ή ήταν μονοκόμματη και την στερέωναν στη μέση με κορδόνι το οποίο περνούσαν μέσα στο κενό που είχε η φακαρόλα. Για να υπολογίσουν τον αριθμό των φύλλων μετρούσαν την μέση του άνδρα ή του παιδιού. Ο αριθμός των τριγωνικών υφασμάτων που είχε μια φουστανέλα καθόριζε το μέγεθος και το βάρος της. Οι μεγαλύτερες είχαν 400 φύλλα ή λόξες. Για να είναι ατσαλάκωτες οι φουστανέλες τις σιδέρωναν φύλλο -φύλλο με ειδικό σίδερο με κάρβουνα που το έλεγαν σκανταλέτο. Οι Καθενιώτες έραβαν τις φουστανέλες τους στο χωριό, αλλά και σε άλλα χωριά όπως τα Ψαχνά, σε ραφτάδες που ήταν ειδικοί τεχνίτες. Γνωστός Καθενιώτης ράφτης ήταν ο Μπαρδαμπόυλιας. Οι Καθενιώτες φορούσαν δύο ειδών φουστανέλες . Κυρίως την παλαιοελλαδίτικη που ήταν μακριά και την φορούσαν οι κάτοικοι της παλιάς Ελλάδας, αυτή που φορούσε ο Κολοκοτρώνης και τη κοντή που λεγόταν Τυρναβίτικη, γιατί αυτό το είδος φοριότανε στον Τύρναβο. Συνέχεια της φουστανέλας ήταν οι κάλτσες. Ήταν άσπρες υφαντές ή πλεκτές και πολύ μακριές. Στους μηρούς του έδεναν με νήματα και κάτω από το πόδι τις στερέωναν στην στάφα ή πήχη (πατήχι). Τις έδεναν κάτω από το γόνατο με τις γονατάρες, οι οποίες στο ένα άκρο είχαν δύο μαύρες φούντες και στο άλλο μια θηλιά μέσα από την οποία περνούσαν οι φούντες κατά το δέσιμο. Του ζ’ναρ (ζωνάρι). Το φορούσαν στην μέση για φιγούρα αλλά και για να καλύπτει την φουστανέλα στο σημείο που στηριζότανε στο σώμα και για να μη φαίνεται η φακαρόλα. Ήταν αγοραστό ή υφαντό το ανεπίσημο. Είχε μήκος 1,80 μέχρί 2,00 μέτρα. Το πλάτος του ποίκιλε. Πολλές φορές το φαρδύ το δίπλωναν στη μέση και το έραβαν στις άκρες. Το κενό που δημιουργούταν το γέμιζαν με κλωστές ή στριφτό ύφασμα για να είναι σκληρό. Το ζωνάρι δενόταν με κορδόνι περασμένο μέσα από το κενό ή με κόπιτσα. Είχε διάφορα χρώματα και στις άκρες λεπτά και μακριά κρόσσια που έπεφταν στο αριστερό μέρος. Παλιά ήταν έθιμο να χαρίζουν ζωνάρια στους φίλους τους οι συγγενείς των μελλονύμφων κατά τον αρραβώνα ή τον γάμο. Το κεφάλι κάλυπτε του φες (φέσι) Ήταν αγοραστό, βελούδινο κόκκινου χρώματος και αργότερα το έβαφαν γεράνιο γιατί το άσπρο ήταν δύσκολο στο πλύσιμο. Είχε μια μπλε ή μαύρη φούντα. Τα εσώρουχα Γυναικεία Ο στηθόδεσμος. Ήταν σαν την τραχυλιά και τον έδεναν πίσω. Τον έλεγαν μπούστο. Το ύφασμα ήταν βαμβακερό και το έραβαν μόνες τους ή σε τοπικές μοδίστρες. Το μεσοφόρι. Φοριόταν κάτω από το πουκάμισο και είχε συνήθως το ίδιο σχήμα με αυτό. Ήταν βαμβακερό υφαντό από αγοραστό κάμποτ. Ήταν αμάνικο και ανοιχτό στο λαιμό ή με λαιμόκοψη. Το βρακί. Ήταν μακρύ και το έδεναν πάνω από το γόνατο με κορδόνια, όπως και στη μέση επίσης το έδεναν με κορδόνι. Το ύφασμα ήταν υφαντό ή αγοραστό λευκού χρώματος. Ανδρικά. Το Σώβρακο με σέλα, ήταν μακρύ μέχρι τον αστράγαλο (σκελέα) και κατασκευασμένο από βαμβακερό ύφασμα, συνήθως άσπρο αλλά και μαύρο. Η Φανέλα Ήταν λευκή μάλλινη, υφαντή στον σπιτικό αργαλειό. Είχε μανίκια και λαιμόκοψη. Στη μια πλευρά είχε άνοιγμα και έπιανε με μια κόπιτσα. Τα λευκά εσώρουχα αλλά και όλα τα ασπρόρουχα τα έπλεναν με ασπρόχωμα. Τσαρούχια από δέρμα γουρουνιού. Κάτοχος. Γιάννης Κούρος ή Κάπελας. Τα παπούτσια Τα επίσημα παπούτσια τα αγόραζαν. Είχαν φούντα και τα έλεγαν τζάμκα. Τα αγόραζαν γιατί οι κατασκευαστές ήταν ειδικοί τεχνίτες και δεν υπήρχαν τέτοιοι στο χωριό. Οι τσαγκάριδες απλώς τα επισκεύαζαν. Τα τσαρούχια τα οποία έφτιαχναν μόνοι τους, ήταν τα παπούτσια των φτωχών και διακρίνονταν σε δύο είδη. Στα καουτσούκια, για την κατασκευή των οποίων χρησιμοποιούσαν σόλα από καουτσούκ που το αγόραζαν και πάνω της κάρφωναν δύο δερμάτινες λουρίδες, τη μία για να κρατά το πάνω μέρος του ποδιού και την άλλη για να κρατά την φτέρνα και στα καθημερινά. Τα καθημερινά τσαρούχια είχαν για σόλα κομμάτι γουρουνίσιου ή βοδινού δέρματος. Το κομμάτι του επεξεργασμένου δέρματος το έκοβαν όσο χρειαζόταν για να τυλίξει το πόδι. Τρυπούσαν κατόπιν τις άκρες του και περνούσαν μέσα τους λεπτές λουρίδες δέρματος ή κορδόνι, το οποίο πέρναγαν και από την φτέρνα όταν το έδεναν, για να το συγκρατήσουν στο πόδι Στην φτέρνα ήταν ανοιχτά ή κλειστά Η επεξεργασία του δέρματος πριν γίνει τσαρούχι ήταν ολόκληρη διαδικασία. Μετά το γδάρσιμο του ζώου έκοβαν σε λουρίδες το δέρματου. Ύστερα τις αλάτιζαν και τις κρεμούσαν για να στεγνώσουν αλλά και για να ψηθούν από το αλάτι. Μετά από μερικές μέρες τις καθάριζαν με στάχτη και στη συνέχεια τις έπλεναν με σταχτόνερο. Αφού στέγνωναν τις αλάτιζαν πάλι και ξεκινούσαν την ίδια διαδικασία από την αρχή. Για να πετύχουν πολύ καλή επεξεργασία στο δέρμα πολλές φορές το δούλευαν με αυτό τον τρόπο μέχρι και ένα χρόνο. Στο πόδι τοποθετούσαν την γδαρμένη πλευρά του δέρματος, ενώ την άλλη με τις τρίχες την είχαν εξωτερικά. Δεν ξύριζαν τις τρίχες του ζώου από το δέρμα για να μην κολλούν τον χειμώνα ή λάσπη και το χιώνι. . Το είδος του δέρματος καθόριζε και την ποιότητα των τσαρουχιών . Τα τσαρούχια από δέρμα γουρουνιού ήταν κακής ποιότητας γιατί είχαν λίπος το οποίο όταν ζεσταινόταν ή έπαιρνε υγρασία άλλαζε τη μορφή και το σχήμα των τσαρουχιών. Τα τσαρούχια από δέρμα βοδιού ήταν τα καλλίτερα γιατί το δέρμα του δεν έχει λίπος. Τα παιδικά παπούτσια τα έλεγαν στιβόλια . Ήταν κλειστά και τα έδενα με κορδόνια.


Enhanced by Zemanta

Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

Καθενιώτικη Παραδοσιακή Φορεσιά 2.


Η ΑΡΜΑΤΩΣΙΑ ΤΗΝ ΝΥΦΗΣ

Το στόλισμα της νύφης συμπλήρωναν τα στολίδια που ήταν : Τα γιορτάνια. Ήταν το μικρό και το μεγάλο Τα φορούσαν στον λαιμό. Το μικρό που φορούσαν πρώτα ήταν ασημένιο και στη μέση είχε μια γαλάζια πέτρα. Κάτω από το μικρό φορούσαν, το μεγάλο που ήταν και αυτό ασημένιο. Στολίδια της νύφης : Γιορτάνι, μασαλάς, δαχτυλίδι, σκουλαρίκι, μεγάλα κλειδωτήρια. Κάτοχος Καλλιόπη Κηρύκου ή Μπουκαδούρενα Ο Μασαλας. Αποτελούταν από τρεις σειρές αλυσίδες από τις οποίες κρέμονταν νομίσματα. Ήταν δραχμές της εποχής του Όθωνα και συγκεκριμένα των ετών 1832 1833 και 1834 Ο μασαλάς στερεωνόταν στο στήθος με άγκιστρα Τα κλειδωτήρια. Αποτελούνταν από δυο κομμάτια τα οποία ενώνονταν (κούμπωναν) σε ένα σημείο. Εκεί που γινόταν το κούμπωμα υπήρχε πέτρα χρώματος μπλε. Ήταν χυτά ασημένια και κουμπώνουν την σεγκούνα που δεν έχε κουμπιά. Τα ζγατζούδια. Ήταν μικρά έμοιαζαν με τα κλειδωτήρια. Κούμπωναν και αυτά την σεγκούνα καλυπτοντόμενα από τα κλειδωτήρια. Από αυτά κρέμονταν δυο αλυσίδες που με άγκιστρο πιάνονταν στους γοφούς και είχαν νόμισμα της εποχής του Όθωνα. Τα βραχιόλια. Ήταν σειρά πέντε λεπτών αλυσίδων στερεωμένων σε αγκράφες που κούμπωναν στον καρπό. Οι αγκράφες ήταν στολισμένες με κόκκινες και γαλάζιες χάντρες . Τα τάλαρα. Ήταν σαν τα φλουριά αλλά πολύ μεγαλύτερα, τα οποία έραβαν σε λουρίδα από πανί και τα κρεμούσαν στο στήθος στερεώνοντας τα στο σβέρκο της νύφης. Τα τοποθετούσαν έξω από τα άλλα στολίδια (γιορντάνι και μασαλά). Τα σκουλαρίκια. Ήταν ασημένια, με τρεις ή τέσσερις αλυσιδίτσες να κρέμονται από το κυρίως σκουλαρίκι στολισμένες με γαλάζιες χάντρες.

Καθενιώτικη Παραδοσιακή Φορεσιά.


Η ΚΑΘΕΝΙΩΤΙΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ:
Παρακάτω συνεχίζουμε την παρουσίαση των Ελληνικών Παραδοσιακών Φορεσιών. 


Οι παλιοί Καθενιώτες έραβαν μονοί τους από υφαντό στον αργαλειό ύφασμα σχεδόν το σύνολο των ρούχων που φορούσαν. Την δουλειά αυτή την έκαναν οι γυναίκες αλλά και οι άντρες ραφτάδες. Έραβαν τα ρούχα στο χέρι γιατί δεν είχαν ραπτομηχανές ή οποίες ήρθαν πολύ αργότερα και ήταν χειροκίνητες και ακριβές

. Τα ρούχα τους ήταν τα καθημερινά τα οποία ήταν από φτηνό υφαντό ύφασμα και τα επίσημα που ήταν από ακριβότερα υφάσματα και στολισμένα με κεντίδια. Τα υλικά αυτών των ρούχων ήταν καλής ποιότητος αγορασμένα ακριβά, λόγω της οικονομικής ευμάρειας πολλών Καθενιωτών, πράγμα που προκαλούσε τον φθόνο των κατοίκων των διπλανών χωριών όταν τα φορούσαν και πήγαιναν στα πανηγύρια τους. Αχνά κατάλοιπα αυτού υπάρχουν μέχρι σήμερα. Ο κάμπος που τους έδινε στάρι, λάδι, κρασί, γάλα , τυρί, μαλλί και φρούτα ήταν η αιτία τις οικονομικής τους ευμάρειας. Τα αγοραστά ρούχα ήταν πολύ λίγα. Τα γιορτινά το φορούσαν στις γιορτές στα πανηγύρια και στους γάμους. Στις επίσημες ενδυμασίες ανήκουν η νυφική και η γαμπριάτικη τις οποίες έφτιαχναν με ιδιαίτερη τέχνη και φροντίδα.. Σταδιακά οι Καθενιώτες εγκατέλειπαν τα υφαντά ρούχα και άρχισαν να αγοράζουν φτηνά υφάσματα για να φτιάχνουν τα καθημερινά τους ρούχα. Αυτά ήταν μάλλινα υφάσματα και τα ονόμαζαν της ρετσίνας. Η γυναικεία φορεσιά των Καθενών ανήκει στην φορεσιά με σεγκούνα. Πρώτη καταγραφή της φορεσιάς των Καθενών έγινε από τον καθηγητή Ιωάννη Καρά με τίτλο ‘Ενδυμασία Καθενών της Εύβοιας’ και δημοσιεύτηκε το 1962 στον Κ΄ τόμο της Λαογραφίας., η οποία αποτέλεσε την βάση της παρούσας εργασίας. Την εργασία του κ. Καρρά έλαβε υπόψη της και η Αγγελική Χατζημιχάλη στο έργο της ‘η ελληνική λαϊκή φορεσιά’ που εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο <<ΜΕΛΙΣΣΑ>>. Στην Σκατσέρενα διακρίνουμε όλα τα στολίδια της, σκουλαρίκια, περιδέραιο, μασαλάς, τάλαρα, κλειδωτήρια, βραχιόλι και δαχτυλίδι. Κάτοχος η εγγονή των, Καλλιόπη Κηρύκου ή Μπουκαδούρενα



Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΦΟΡΕΣΙΑ Α΄ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ


Του πκάμσου (πουκάμισο). Το πουκάμισο κάλυπτε όλο το σώμα και έφτανε μέχρι τους αστραγάλους. Ήταν ένα άσπρο φαρδύ ρούχο το οποίο έραβαν στο χέρι. Είχε κέντημα στον ποδόγυρο και στα μανίκια, με καθορισμένα σχέδια τα οποία έχουν σχέση με την εποχή και την ηλικία της γυναίκας που το φορά. Ήταν φτιαγμένο από βαμβακερό ύφασμα το οποίο ύφαιναν στον αργαλειό. Στο μέρος του στήθους είχε άνοιγμα το οποίο κούμπωνε με ένα κουμπί και το οποίο κάλυπτε η τραχηλιά. Όταν το μάζευαν το δίπλωναν σε φλέβες για να μην τσαλακωνόταν. Το κεντούσαν στο χέρι με μαυροκέντι, δηλαδή με μαύρη κλωστή . Τα συνήθη σχέδια του ήταν το πεταλάκι και το μαυρομάτι (φαρδύ τετράγωνο κέντημα το οποίο κατέληγε σε τρίγωνο στην κορυφή του) Στον κάτω μέρος είχε ταμτέλλα (δαντέλα) η οποία κατέληγε σε γλωσσίδια. Η Σεγκούνα Σεγκούνα. Κάτοχος Καλλιόπη Κηρύκου Κεντήματα σεγκούνας Ή Μπουκαδούρενα Ποδιά. Κάτοχος Καλλιόπη Κηρύκου ή Μπουκαδούρενα Ζιπούνι. Κάτοχος Φανή Κορώνη Πουκάμισο. Κάτοχος Καλλιόπη Κηρύκου ή Μπουκαδούρενα. Μεσοφόρι. Κάτοχος Καλλιόπη Κηρύκου ή Μπουκαδούρενα Μαντίλι, ζωγραφιστό, κεντρικό σχέδιο. Κάτοχος Φανή Κορώνη Η σουρκάδα Το ύφασμα της ήταν υφαντό από άσπρο χοντρό μαλλί προβάτου που για να κάνει χνούδι το έστελναν στο νεροτριβείο. Η σουρουκάδα είχε από την μια πλευρά σε σειρές πυκνά φλόκια και σειράδια στα μανίκια, στις τσέπες και γύρω- γύρω στην περίμετρο. Μπροστά υπήρχαν δυο σειρές από φλόκια και μια πίσω. Την έραβαν στο χέρι ειδικοί μάστοροι. Στο χωρίο ξακουστός ήταν ο Μπαρδαμπούλιας (Βασίλης Κούρος). Οι καλύτεροι όμως μάστοροι ήταν οι Αγραφιώτες οι οποί έρχονταν το καλοκαίρι με τους καλφάδες. τους βοηθούς τους Του ζπούν (ζηπουνί) ή τζάκος όπως είναι γνωστό σε άλλα μέρη . Ήταν φτιαγμένο από δυο διαφορετικά υφάσματα Το μπροστινό και το πίσω μέρος που τα κάλυπταν η τραχηλιά και η σουρκάδα αντίστοιχα, ήταν φτιαγμένο από φτηνό ύφασμα. Ενώ τα μανίκια που φαίνονταν ήταν φτιαγμένα από ύφασμα καλής ποιότητας , μετάξι ή βελούδο ,με ζώνες διαφορών χρωμάτων. Τα μανίκια ήταν ανοικτά στο κάτω άκρο και κατέληγαν στο λοξό ή φραξίδι με ταμτέλες Το φραξίδι ήταν μια ζώνη με χρώματα διαφορετικά από εκείνα του μανικιού για κάνει αντίθεση. Πολλές φορές στα μανίκια αντί για ταμτέλλα έβαζαν ρέλι στις άκρες των μανικιών Η τραχηλιά. Ήταν κατασκευασμένη από ύφασμα λευκό υφαντό ή αγοραστό. Ήταν απλή η είχε ταμτέλα και απλά κεντίδια (ψοροκόκκαλο). Την Φορούσαν στο στήθος για να σκεπάζει το ανοικτό μέρος του πουκαμίσου. Είχε λαιμόκοψη και δενόταν πίσω από το λαιμό με κορδόνι ή κούμπωνε με κουμπί. Στη μέση δενόταν επίσης με κορδόνι. Την έβαζαν μέσα στη σεγκούνα. Η ποδιά. Κάλυπτε το πουκάμισο από την μέση μέχρι λίγο πιο πάνω από το κέντημα του ποδόγυρου. Το είδος της εξαρτάτε από το υλικό της κατασκευής της. Το ύφασμα της ήταν υφαντό βαμβακερό και ίδιο με το ύφασμα των μανικιών του ζηπουνιού και έχει τα ίδια χρώματα και τις ίδιες γραμμές με αυτό εκτός από τις τρεις κατώτερες που είναι πλατυτέρες, με πιο ζωηρά χρώματα. Γύρω- γύρω έχει και η ποδιά το λοξό που ήταν όμοιο με εκείνο του ζηπουνιού. Ήταν κεντημένες στο χέρι. Υπήρχαν ακόμη και κεντημένες έτοιμες αγοραστές Το μαντίλι. Ήταν το υφασμάτινο κάλυμμα της κεφαλής απλό η με κεντίδια Είναι το ίδιο που φοράνε σήμερα μερικές γριές. Είχε κόκκινο, κίτρινο, μαύρο ή ζαχαρί χρώμα με κλάρες (σχέδια).Στα άσπρα μαντίλια έφτιαχναν αζούρ ή τριπογάζι, γύρω-γύρω στην άκρη του μαντιλιού και το γυρίζανε. Υπήρχαν μαντίλια τα οποία ήταν ζωγραφιστά. Ανακάτευαν φυσικά χρώματα με σαπούνι και με το μίγμα ζωγράφιζαν τα σχέδια. Τα τσουράπια (κάλτσες) Ήταν πλεκτά από άσπρο ύφασμα με πατούσες ή χωρίς. Το μήκος τους έφτανε μέχρι το γόνατο και τα έδεναν με την γονατά- ρα. Εκείνα που δεν είχαν πατούσα τα έλεγαν κοντοτσούραπα και είχαν μια υφασμάτινη γλώσσα που την περνούσαν στην καμάρα του ποδιού για να την κρατάει τεντωμένη. Τη λουρίδα αυτή την έλεγαν προυπόδ (προπόδι). Η ΝΥΦΙΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ Του π’κάμ’σου (πουκάμισο). Κατασκευάζονταν από άσπρο ύφασμα και το έραβαν στο χέρι. Ήταν ολόκληρο φουστάνι, φαρδύ και μακρύ που έφτανε μέχρι τους αστραγάλους. Το πουκάμισο στο μπροστινό μέρος ήταν ανοικτό και το κάλυπτε η τραχηλιά. Τα μανίκια ήταν φαρδιά στο άνοιγμα και κοντά. Δε έφταναν μέχρι τον καρπό αλλά σταματούσαν πέντε περίπου εκατοστά πριν από αυτόν. Τα μανίκια είχαν κεντήματα το ονομαζόμενα μυγδαλάκια , γιατί έμοιαζαν έτσι. Στο ποδόγυρο είχαν ένα συνεχόμενο κέντημα πλάτους 70 έως 90 εκατοστών, το πεταλάκι. Από το πεταλάκι ανέβαιναν εναλλάξ προς τα πάνω, σαν δέντρα, διαφορά μεγάλα ή μικρά κεντήματα. Ο ποδόγυρος όλων των πουκαμίσων ήταν στολισμένος με χρυσές πούλιες οι οποίες στις σημερινές φορεσιές δεν υπάρχουν γιατί έχουν χαθεί από τον καιρό. Το Καθενιώτικο πουκάμισο μοιάζει στο σχήμα και στα κεντίδια με το πουκάμισο της Τανάγρας. Η σιγκούνα. Ήταν κατασκευασμένη από μαντανισμένο άσπρο χοντρό μάλλινο ύφασμα προβάτου, το σαγιάκι. Όσες ήταν πλούσιες έφτιαχναν σιγκούνα από ωραίο αγοραστό ύφασμα που το έλεγαν σαάκ. Τα κεντήματα που ήταν χειροποίητα από αγοραστή τρίχα και απαιτούσαν υπομονή και δεξιοτεχνία. Ξακουστές κεντήστρες εκείνα τα χρονιά ήταν η Αρίσταινα (Αγγελική- Ακριώτη) η Κουταογύρω (Αργυρώ Κουσκούτη) και η Ασπασία Αθανασίου. Στο στήθος κεντούσαν μαργαρίτα ή σταυρό. Στο πίσω μέρος τα πολλά σειράδια κατέληγαν σε πολλά κρόσσια. Του ζπουν (ζιπούνι) το φορούσαν κάτω από την σεγκούνα. Η πλάτη και το στήθος ήταν φτιαγμένα από άσπρο ύφασμα, ενώ τα μανίκια από μελιτζανί βελούδο το οποίο ονόμαζαν φέλπα. Τα μανίκια ήταν μακριά, ανοικτά στο κάτω μέρος και κεντημένα με μουλινέδες. Τα συνηθισμένα κεντήματα ήταν μαργαρίτες, φύλλα δένδρου, λουλούδια και ένα μικρό πουλί σε κάθε μανίκι. Γύρω από το κέντημα υπήρχε κόκκινος πλισές και κάτω από αυτόν άσπρη ταμτέλλα (δαντέλλα). Η ποδιά. Φοριόταν πάνω από την σεγκούνα και σκέπαζε την τραχυλιά Ήταν φτιαγμένη και αυτή από την φέλπα όπως το ζιπούνι. Το κάτω μέρος της ποδιάς ήταν κεντημένο με φύλλα, λουλούδια και δυο πουλιά. Κάτω από τα κεντήματα υπήρχε κόκκινος πλισές που κατέληγε σε άσπρη ταμτέλλα. Ήταν βελούδινες ή από άσπρο μετάξι. Η ζώνη της ποδιάς ήταν απλά κεντημένη (ψαροκόκαλο) Το ζιπούνι και η ποδιά λέγονταν και γκεργκεφίκια γιατί ήταν κεντημένα. Από το ρήμα γκερκεφίζω πού σημαίνει κεντάω και γκερκερίφι το κέντημα. Η τραχ’λιά (τραχιλιά) Ήταν από άσπρο ύφασμα και είχε απλά ή σύνθετα κεντήματα. Την φορούσαν στο στήθος πάνω από το ζιπούνι και μέσα από την σιγκούνα να για να καλύψουν το άνοιγμα! του πουκαμίσου. Του μα’τήλ (μαντήλα) Το νυφικό μαντίλι ήτα κόκκινο. Γύρω-γύρω είχε κεντημένα κλαδιά και σε κάθε γωνιά μπουκέτο λουλουδιών. Στο κέντρο είχε κλωνάρια σε σχήμα σταυρού και στις γωνίες του σταυρού ήταν κεντημένα μικρά λουλούδια. Του μικαντενο ζ'ναρ' (ζωνάρι).Αυτό ήταν αγοραστό ίσως από την Θήβα γιατί εκεί ανθούσε η κατεργασία του μεταξιού και η υφαντική εκλεκτών υφασμάτων. Το φορούσαν, διπλό στο πλάτος, στη μέση πάνω από τη σεγκούνα. Μέσα στη δίπλα έβαζαν -καρύδία αμύγδαλα και σταφίδες τα οποία πετούσε ή νύφη πάνω από την πλάτη της όταν πήγαινε στο σπίτι του γαμπρού. Το ζωνάρι είχε ζώνες διαφόρου σχήματος και χρώματος αλλά το χρώμα του στο κέντρο ήταν γερανί. Στις άκρες είχε κρόσσια Το μήκος του 2,5 μέτρα και το φάρδος του 25 εκατοστά. Οι κάλτσες. Ήταν πλεκτές και είχαν κόκκινες και άσπρες ζώνες Τα παπούτσια. Τα νυφικά παπούτσια τα έλεγαν β΄δέλλα (βιδέλα) . Ήταν μαύρα με κοντό τακούνι, κούμπωναν με τρία σιδεράκια γυρισμένα σαν άγκιστρα. Δεν είχαν όλες οι νύφες β’δέλλα. Τα παπούτσια πήραν το όνομα τους από το βιδέλο, το δέρμα που χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή παπουτσιών. Με την ίδια ονομασία τα συναντάμε στην Αγ. Άννα στην Εύβοιας, ενώ με το όνομα βιδέλα στην Ελευσίνα.