Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011

Παραδοσιακή στολή Ζαγορίου.

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΕΣ ΕΝΔΥΜΑΣΙΕΣ ΖΑΓΟΡΙΟΥ
Η ανδρική φορεσιά του Ζαγορίου.

Η ανδρική ενδυμασία στη διάρκεια της τουρκοκρατίας πέρασε από τρεις
 βασικές εναλλαγές, που καθεμιά κληρονόμησε στην άλλη ορισμένα
 γνωρίσματά της, ώσπου επικράτησε οριστικά πια από τα μέσα του 19ου
 αιώνα η Φράγκικη ή Ευρωπαϊκή. Η πρώτη και παλαιότερη ενδυμασία 
στο τούρκικο αποτελούνταν από το αντερί, τη φλοκάτα και το φέσι. Η 
λαϊκή αντρική που διαδέχτηκε την πρώτη αποτελούνταν από το φέσι,
 το πουκάμισο, το πισλί, το ντουλαμά, το γελέκι και το ζωνάρι. Τέλος τα
 Φράγκικα ή Ευρωπαϊκά, η τρίτη νεότερη ανδρική ενδυμασία που εκτόπισε
 τη λαϊκή αντρική φορεσιά μπήκε στο Ζαγόρι απο τους ξενιτεμένους
 Ζαγορίσιους της Ρουμανίας και άλλων Ευρωπαϊκών χωρών.
Το παλιότερο Φράγκικο κουστούμι απαρτιζόταν από το σακάκι, σκέτο ή 
σταυρωτό, με μανίκια, το παντελόνι, φαρδύ ή στενό, με ρεβέρ και το 
γιλέκο, γνώρισμα της λαϊκής αντρικής φορεσιάς, σκέτο επίσης ή σταυρωτό,
 μ’ ένα σωρό τσέπες, όπου οι άνδρες αρμάτωναν το ρολόι τους και μια 
σειρά από χρυσές ή ασημένειες καδένες σε μια προσπάθεια επίδειξης
 πλούτου κι ευδοκίμησης στα ξένα. Και τα τρία κομμάτια της Φράγκικης
 ενδυμασίας ήταν ραμμένα από το ίδιο ύφασμα, μάλλινο για το 
χειμώνα, βαμβακερό για το καλοκαίρι και μεταξωτό για τις γιορτές.
 Απαραίτητα συμπληρώματά της, το πουκάμισο, γνώρισμα της λαϊκής
 αντρικής φορεσιάς, κατά κανόνα άσπρο, κολλαρισμένο, που ερχόταν σε 
χτυπητή αντίθεση με το μαύρο παπιγιόν και τα στιβάλια, χαμηλές μπότες μ’
 ένα σωρό θηλυκιντήρια.
Η γυναίκεια φορεσιά του Ζαγορίου.

Η γυναικεία λαϊκή ζαγορίσια φορεσιά απαρτιζόταν από το πουκάμισο, το
 μαντίλι, το γελέκι, τη φούστα, το φόρεμα, την ποδιά, το σεγκούνι, τη ζώνη,
 τις πατούνες και τα τσαρούχια. Από τα κομμάτια αυτά άλλα πλέκονταν ή 
κεντιόταν στο χέρι ή υφαίνονταν στον αργαλειό ή ράβονταν στη μηχανή
 από τις γυναίκες του χωριού ή επιτηδεύονταν με αυτά ντόπιοι ή ξένοι 
αξιόλογοι τεχνίτες, άλλα πάλι σαν υφάσματα ή έτοιμα έμπαιναν στα
 χωριά από τις Βαλκανικές ή Ευρωπαϊκές χώρες, όπου οι Ζαγορίσιοι
 ξενιτεύονταν και καζαντούσαν.

Το σεγκούνι ήταν το πιο εντυπωσιακό και συγχρόνως το πιο ακριβό κομμάτι της 
ζαγορίσιας φορεσιάς. Ήταν ένα είδος μεσάτου πανωφοριού χωρίς μανίκια,
 ανοιχτό μπροστά και ριχτό πίσω, που δενόταν στην μέση μ’ ένα εσωτερικό
 κουμπί. Μακρύ ως τα μέσα της άντζας, κατέληγε σε δυο βαθιά κοψίματα, με
 τα οποία χωρίζονταν σε τρία φύλλα, το μεσιανό στενό και τα δυο ακρινά
 πλατιά. Φτιάχνονταν από δίμητο, μάλλινο χοντρό και κρουστό μαύρο 
ύφασμα δουλεμένο ειδικά σε όρθιο (ανδρομιδίσιο) αργαλειό. Το ανεβατό
 κέντημά του γινόταν με μεταξωτές οτρές και κόκκινα μπρισίμια, που το 
χρώμα τους ήταν ανεξίτηλο. Τα είδη του κεντήματος ήταν ποικίλα αλλά 
ακολουθούσαν ορισμένα κοχλιωτά, δηλ. σε σχήμα σαλιγκαριού ή
 κολιαντίνας, δηλ. σε σχήμα κρίκου αλυσίδας, σχέδια που επαναλαμβάνονταν
 κάθε φορά με διάφορες παραλλαγές. Ανάλογα με την έκταση του
 κεντήματος ή το καπλάντισμα το σεγκούνι διακρινόταν σε μισοσάικο ή
 τσαπαρένιο, σε κλειστό και σε σπατέλα.
Στο μισοσάικο ή τσαπαρένιο σεγκούνι που ήταν φοδραρισμένο με κλαρωτό
 ύφασμα, το κέντημα περιοριζόταν στις άκρες ολόγυρά του, τις δυο καμάρες
 του και την πλάτη του. Το κλειστό σεγκούνι που ήταν φοδραρισμένο
 με σατέν ή εμπριμέ ύφασμα, ήταν ολοκέντητο. Το σεγκούνι σπατέλα
 ήταν καπλαντισμένο στα πλευρά του με δυο ορθογώνια κομμάτια κόκκινης
 τσόχας, γνωστής με τ’ όνομα σπατέλα και το υπόλοιπο κέντημά του ήταν
 περιορισμένο, ενώ θεωρείται παλιότερη τεχνική σε σχέση με το
 κλειστό σεγκούνι.

ΑΝΤΡΙΚΗ ΒΩΒΟΥΣΑΣ

Πριν από 100 χρόνια η φορεσιά ήταν ολόλευκη. Είχε άσπρο τσιπούνι, 
άσπρα τσιουάρετσι και άσπρη φλοκάτη. Γέροντες φορούσαν άσπρο 
ως το 1930-’35 στο χωριό. Τα τελευταία 100 χρόνια φορούν μαύρο 
τσιπούνι, μαύρα τσιουάρετσι και πανωφόρι. Η άσπρη φλοκάτη συνήθως
 δεν χρησιμοποιείται. Τη γιορτινή φορεσιά τη φορούσαν στην εκκλησία,
 σε γάμους και γενικά σε κάθε πανηγυρική εκδήλωση του χωριού. Χωρίς
 περιττή πολυτέλεια και διακόσμηση δεν παύει να είναι κομψή και
 εντυπωσιακή. Μαζί με τη γιορτινή γυναικεία είναι από τις ωραιότερες
 ελληνικές φορεσιές.
Τα μέρη της φορεσιάς αναφέρονται με την σειρά που τα φορούν :
            α. Φανέλα
            β. Σώβρακο (Κυλότα)
            γ. Χολέβια (Τσιουάρετσι)
            δ. Κολτσοβέτα
            ε. Κάλτσες
            στ. Φουστανέλα ή πουκαμίσα
            ζ. Γιλέκι (Τσουμουντάνι)
            η. Τσιπούνι
            θ. Ζωνάρια (Μπρούνο) και λουρί
            ι. Παλτό (Πανωφόρι)
            ια. Κούκος
            ιβ. Τσαρούχια

Φουστανέλα ή πουκαμίσα

Μονοκόμματη λευκή, κατασκευασμένη από άσπρο χασέ και ραμμένη από
 τις μοδίστρες του χωριού. Έχει απλό “παπαδίστικο” γιακά ίσα με
 δυο δάκτυλα, ήταν σκιστό μπροστά και κουμπωτή με κουμπιά. Τα μανίκια
 είναι αρκετά στενά με μανσέτα. Τα λαγκιόλια (κλίνη) ξεκινούν από τη
 μέση και υπάρχουν μόνο στο μπροστινό μέρος. Στο πίσω μέρος δεν
 υπάρχουν, γιατί η φουστανέλα καλύπτεται από το τσιπούνι. Είναι πιο 
κοντή από το τσιπούνι και φτάνει ως λίγο πάνω από το γόνατο.
Η πουκαμίσα είναι κι αυτή λευκή μονοκόμματη φουστανέλα, που 
φορούν σε γιορτές, στο γάμο και γενικά σε επίσημες περιστάσεις. 
Η πουκαμίσα έχει φαρδιά μανίκια χωρίς μανσέτες (σαν καμπάνες). 
Από τα ανοικτά μανίκια φαίνεται το κέντημα της φανέλας, οι μακέτες. 

Τσιπούνι

Επενδυτής μάλλινος, μαύρος κατασκευασμένος από άδιμτο. Αχειρίδωτος,
 φτάνει μέχρι το γόνατο. Είναι ανοιχτό μπροστά από πάνω ως κάτω, δηλαδή
 δεν κουμπώνει. Από τη μέση ξεκινούν λαγκιόλια γύρω-γύρω. Έχει τρεις
 κανονικές τσέπες, μια πάνω αριστερά στην οποία κρεμούσαν το ρολόι
 ή κάποιο άλλο κόσμημα και δυο, από τα δεξιά και αριστερά, στο γοφό,
 όπου κρεμούσαν το κομπολόι ή έβαζαν το μαντίλι τους. Μεταξωτό
 κορδόνι από μπρισίμι (μαύρο, βυσσινί ή σκούρο μελιτζανί) το διακοσμεί
 όλο γύρω-γύρω.
ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΒΩΒΟΥΣΑΣ

Ευκαιρία για να βγουν οι γυναίκες από το σπίτι, να χορέψουν αλλά και
 να επιδείξουν την ομορφιά τους ήταν οι γιορτές και τα πανηγύρια.
 Γι’ αυτό και σ’ αυτές τις περιπτώσεις φρόντιζαν περισσότερο την 
εμφάνισή τους. Η όλη περιφορά και αμφίεση ήταν σεμνή. Δεν είχαν
 φτιασίδια. Έλουζαν τα μαλλιά τους με σαπούνι πράσινο από
 καλούπι και τα χτένιζαν με χτένα. Μοσχοσάπουνα χρησιμοποιούσαν
 μόνον όταν κατάφερναν να προμηθευτούν από πραματευτάδες ή από
 συγγενείς στο εξωτερικό. Δεν είχαν κρέμες ή αρώματα και
 κολόνιες. Κατασκεύαζαν άρωμα μόνες τους από μανουτάκια  αφού
 τα μάζευαν, τα έβαζαν μέσα σε νερό και τα άφηναν στο ίσκιο.
Όσον αφορά τις νύφες, φορούσαν για νυφικό τη γιορτινή τους φορεσιά. 
Από το 1920 περίπου και μετά αγόραζαν λευκό ή απαλό ροζέ ύφασμα
 κι έραβαν στη μοδίστρα το νυφικό.
Τα ενδύματα που απαρτίζουν τη γιορτινή φορεσιά είναι :
α. Φανέλα
β. Κυλότα (Βρακιά)
γ. Πουκάμισο
δ. Φούστα
ε. Φόρεμα (Φουστάνι)
στ. Γιλέκο
ζ. Ποδιά
η. Ζώνη – Ασιμοζώναρο
θ. Τσιπούνι
ι. Σάρικα
ια. Φλουριά, σκουλαρίκια
ιβ. Κουκάκια
ιγ. Κάλτσες
ιδ. Παπούτσια

Φόρεμα

Το φόρεμα ήταν κατασκευασμένο από μαύρη στόφα που μπορεί να
 είχε και λίγο πράσινο ή θαλασσί. Το ύφασμα το αγόραζαν από τους
 πραματευτάδες ή από τα Γιάννινα και το έραβαν οι μοδίστρες του
 χωριού. Η λαιμόκοψη είναι στη βάση του λαιμού, όχι πιο κάτω. Το
 φόρεμα είναι ανοιχτό από το λαιμό ως τη μέση και κουμπώνει 
σταυρωτά στο πλάι με κουμπιά ή κόπτσες. Συνήθιζαν να ράβουν
 βελούδινες λωρίδες στο άνοιγμα του στήθους. Έχει από τρεις
 πιέτες δεξιά και αριστερά στο στήθος και αντίστοιχα στην πλάτη.
 Τα μανίκια είναι μακριά και αρκετά στενά. Στις μανσέτες έραβαν
 βελούδινη λωρίδα αρκετά φαρδιά. Από τη μέση ως κάτω
 υπάρχουν γύρω-γύρω όλο πιέτες. Πάνω στη μέση γαζώνεται μια
 ζώνη. Μερικές γυναίκες έραβαν και μια λουρίδα βελούδο 15-20 εκ.
 πάνω από τον ποδόγυρο καθώς επίσης και κλόσια (μεταπολεμικά).
 Οι πιο πλούσιες κεντούσαν με μετάξι το κέντημα στις πιέτες ή
 έβαζαν χάντρες στο άνοιγμα του στήθους και στα μανίκια, στο
 ρεβέρ, αν ήταν κεντημένο το φόρεμα.

 Τσιπούνι

Το γυναικείο σιγκούνι. Μάλλινος μαύρος επενδυτής, κατασκευασμένος
 από μαύρο αδίμτο ή βαμμένος με λουλάκι σκούρο, αχειριδωτός. 
Φοριέται πάνω από το φουστάνι. Έχει τέσσερα λαγκιόλια πίσω και
 δυο τσέπες στα πλαϊνά. Είναι διακοσμημένο με φαρδύ κόκκινο σιρίτι
 γύρω-γύρω και στις ενώσεις. Η διακόσμηση είναι μεγαλύτερη στο
 στήθος. Υπάρχουν και δυο διακοσμητικές φουντίτσες στις μασχάλες.
 Το έραβαν και διακοσμούσαν οι ραφτάδες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011

Παραδοσιακή στολή Ζαγορίου.

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΕΣ ΕΝΔΥΜΑΣΙΕΣ ΖΑΓΟΡΙΟΥ
Η ανδρική φορεσιά του Ζαγορίου.

Η ανδρική ενδυμασία στη διάρκεια της τουρκοκρατίας πέρασε από τρεις
 βασικές εναλλαγές, που καθεμιά κληρονόμησε στην άλλη ορισμένα
 γνωρίσματά της, ώσπου επικράτησε οριστικά πια από τα μέσα του 19ου
 αιώνα η Φράγκικη ή Ευρωπαϊκή. Η πρώτη και παλαιότερη ενδυμασία 
στο τούρκικο αποτελούνταν από το αντερί, τη φλοκάτα και το φέσι. Η 
λαϊκή αντρική που διαδέχτηκε την πρώτη αποτελούνταν από το φέσι,
 το πουκάμισο, το πισλί, το ντουλαμά, το γελέκι και το ζωνάρι. Τέλος τα
 Φράγκικα ή Ευρωπαϊκά, η τρίτη νεότερη ανδρική ενδυμασία που εκτόπισε
 τη λαϊκή αντρική φορεσιά μπήκε στο Ζαγόρι απο τους ξενιτεμένους
 Ζαγορίσιους της Ρουμανίας και άλλων Ευρωπαϊκών χωρών.
Το παλιότερο Φράγκικο κουστούμι απαρτιζόταν από το σακάκι, σκέτο ή 
σταυρωτό, με μανίκια, το παντελόνι, φαρδύ ή στενό, με ρεβέρ και το 
γιλέκο, γνώρισμα της λαϊκής αντρικής φορεσιάς, σκέτο επίσης ή σταυρωτό,
 μ’ ένα σωρό τσέπες, όπου οι άνδρες αρμάτωναν το ρολόι τους και μια 
σειρά από χρυσές ή ασημένειες καδένες σε μια προσπάθεια επίδειξης
 πλούτου κι ευδοκίμησης στα ξένα. Και τα τρία κομμάτια της Φράγκικης
 ενδυμασίας ήταν ραμμένα από το ίδιο ύφασμα, μάλλινο για το 
χειμώνα, βαμβακερό για το καλοκαίρι και μεταξωτό για τις γιορτές.
 Απαραίτητα συμπληρώματά της, το πουκάμισο, γνώρισμα της λαϊκής
 αντρικής φορεσιάς, κατά κανόνα άσπρο, κολλαρισμένο, που ερχόταν σε 
χτυπητή αντίθεση με το μαύρο παπιγιόν και τα στιβάλια, χαμηλές μπότες μ’
 ένα σωρό θηλυκιντήρια.
Η γυναίκεια φορεσιά του Ζαγορίου.

Η γυναικεία λαϊκή ζαγορίσια φορεσιά απαρτιζόταν από το πουκάμισο, το
 μαντίλι, το γελέκι, τη φούστα, το φόρεμα, την ποδιά, το σεγκούνι, τη ζώνη,
 τις πατούνες και τα τσαρούχια. Από τα κομμάτια αυτά άλλα πλέκονταν ή 
κεντιόταν στο χέρι ή υφαίνονταν στον αργαλειό ή ράβονταν στη μηχανή
 από τις γυναίκες του χωριού ή επιτηδεύονταν με αυτά ντόπιοι ή ξένοι 
αξιόλογοι τεχνίτες, άλλα πάλι σαν υφάσματα ή έτοιμα έμπαιναν στα
 χωριά από τις Βαλκανικές ή Ευρωπαϊκές χώρες, όπου οι Ζαγορίσιοι
 ξενιτεύονταν και καζαντούσαν.

Το σεγκούνι ήταν το πιο εντυπωσιακό και συγχρόνως το πιο ακριβό κομμάτι της 
ζαγορίσιας φορεσιάς. Ήταν ένα είδος μεσάτου πανωφοριού χωρίς μανίκια,
 ανοιχτό μπροστά και ριχτό πίσω, που δενόταν στην μέση μ’ ένα εσωτερικό
 κουμπί. Μακρύ ως τα μέσα της άντζας, κατέληγε σε δυο βαθιά κοψίματα, με
 τα οποία χωρίζονταν σε τρία φύλλα, το μεσιανό στενό και τα δυο ακρινά
 πλατιά. Φτιάχνονταν από δίμητο, μάλλινο χοντρό και κρουστό μαύρο 
ύφασμα δουλεμένο ειδικά σε όρθιο (ανδρομιδίσιο) αργαλειό. Το ανεβατό
 κέντημά του γινόταν με μεταξωτές οτρές και κόκκινα μπρισίμια, που το 
χρώμα τους ήταν ανεξίτηλο. Τα είδη του κεντήματος ήταν ποικίλα αλλά 
ακολουθούσαν ορισμένα κοχλιωτά, δηλ. σε σχήμα σαλιγκαριού ή
 κολιαντίνας, δηλ. σε σχήμα κρίκου αλυσίδας, σχέδια που επαναλαμβάνονταν
 κάθε φορά με διάφορες παραλλαγές. Ανάλογα με την έκταση του
 κεντήματος ή το καπλάντισμα το σεγκούνι διακρινόταν σε μισοσάικο ή
 τσαπαρένιο, σε κλειστό και σε σπατέλα.
Στο μισοσάικο ή τσαπαρένιο σεγκούνι που ήταν φοδραρισμένο με κλαρωτό
 ύφασμα, το κέντημα περιοριζόταν στις άκρες ολόγυρά του, τις δυο καμάρες
 του και την πλάτη του. Το κλειστό σεγκούνι που ήταν φοδραρισμένο
 με σατέν ή εμπριμέ ύφασμα, ήταν ολοκέντητο. Το σεγκούνι σπατέλα
 ήταν καπλαντισμένο στα πλευρά του με δυο ορθογώνια κομμάτια κόκκινης
 τσόχας, γνωστής με τ’ όνομα σπατέλα και το υπόλοιπο κέντημά του ήταν
 περιορισμένο, ενώ θεωρείται παλιότερη τεχνική σε σχέση με το
 κλειστό σεγκούνι.

ΑΝΤΡΙΚΗ ΒΩΒΟΥΣΑΣ

Πριν από 100 χρόνια η φορεσιά ήταν ολόλευκη. Είχε άσπρο τσιπούνι, 
άσπρα τσιουάρετσι και άσπρη φλοκάτη. Γέροντες φορούσαν άσπρο 
ως το 1930-’35 στο χωριό. Τα τελευταία 100 χρόνια φορούν μαύρο 
τσιπούνι, μαύρα τσιουάρετσι και πανωφόρι. Η άσπρη φλοκάτη συνήθως
 δεν χρησιμοποιείται. Τη γιορτινή φορεσιά τη φορούσαν στην εκκλησία,
 σε γάμους και γενικά σε κάθε πανηγυρική εκδήλωση του χωριού. Χωρίς
 περιττή πολυτέλεια και διακόσμηση δεν παύει να είναι κομψή και
 εντυπωσιακή. Μαζί με τη γιορτινή γυναικεία είναι από τις ωραιότερες
 ελληνικές φορεσιές.
Τα μέρη της φορεσιάς αναφέρονται με την σειρά που τα φορούν :
            α. Φανέλα
            β. Σώβρακο (Κυλότα)
            γ. Χολέβια (Τσιουάρετσι)
            δ. Κολτσοβέτα
            ε. Κάλτσες
            στ. Φουστανέλα ή πουκαμίσα
            ζ. Γιλέκι (Τσουμουντάνι)
            η. Τσιπούνι
            θ. Ζωνάρια (Μπρούνο) και λουρί
            ι. Παλτό (Πανωφόρι)
            ια. Κούκος
            ιβ. Τσαρούχια

Φουστανέλα ή πουκαμίσα

Μονοκόμματη λευκή, κατασκευασμένη από άσπρο χασέ και ραμμένη από
 τις μοδίστρες του χωριού. Έχει απλό “παπαδίστικο” γιακά ίσα με
 δυο δάκτυλα, ήταν σκιστό μπροστά και κουμπωτή με κουμπιά. Τα μανίκια
 είναι αρκετά στενά με μανσέτα. Τα λαγκιόλια (κλίνη) ξεκινούν από τη
 μέση και υπάρχουν μόνο στο μπροστινό μέρος. Στο πίσω μέρος δεν
 υπάρχουν, γιατί η φουστανέλα καλύπτεται από το τσιπούνι. Είναι πιο 
κοντή από το τσιπούνι και φτάνει ως λίγο πάνω από το γόνατο.
Η πουκαμίσα είναι κι αυτή λευκή μονοκόμματη φουστανέλα, που 
φορούν σε γιορτές, στο γάμο και γενικά σε επίσημες περιστάσεις. 
Η πουκαμίσα έχει φαρδιά μανίκια χωρίς μανσέτες (σαν καμπάνες). 
Από τα ανοικτά μανίκια φαίνεται το κέντημα της φανέλας, οι μακέτες. 

Τσιπούνι

Επενδυτής μάλλινος, μαύρος κατασκευασμένος από άδιμτο. Αχειρίδωτος,
 φτάνει μέχρι το γόνατο. Είναι ανοιχτό μπροστά από πάνω ως κάτω, δηλαδή
 δεν κουμπώνει. Από τη μέση ξεκινούν λαγκιόλια γύρω-γύρω. Έχει τρεις
 κανονικές τσέπες, μια πάνω αριστερά στην οποία κρεμούσαν το ρολόι
 ή κάποιο άλλο κόσμημα και δυο, από τα δεξιά και αριστερά, στο γοφό,
 όπου κρεμούσαν το κομπολόι ή έβαζαν το μαντίλι τους. Μεταξωτό
 κορδόνι από μπρισίμι (μαύρο, βυσσινί ή σκούρο μελιτζανί) το διακοσμεί
 όλο γύρω-γύρω.
ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΒΩΒΟΥΣΑΣ

Ευκαιρία για να βγουν οι γυναίκες από το σπίτι, να χορέψουν αλλά και
 να επιδείξουν την ομορφιά τους ήταν οι γιορτές και τα πανηγύρια.
 Γι’ αυτό και σ’ αυτές τις περιπτώσεις φρόντιζαν περισσότερο την 
εμφάνισή τους. Η όλη περιφορά και αμφίεση ήταν σεμνή. Δεν είχαν
 φτιασίδια. Έλουζαν τα μαλλιά τους με σαπούνι πράσινο από
 καλούπι και τα χτένιζαν με χτένα. Μοσχοσάπουνα χρησιμοποιούσαν
 μόνον όταν κατάφερναν να προμηθευτούν από πραματευτάδες ή από
 συγγενείς στο εξωτερικό. Δεν είχαν κρέμες ή αρώματα και
 κολόνιες. Κατασκεύαζαν άρωμα μόνες τους από μανουτάκια  αφού
 τα μάζευαν, τα έβαζαν μέσα σε νερό και τα άφηναν στο ίσκιο.
Όσον αφορά τις νύφες, φορούσαν για νυφικό τη γιορτινή τους φορεσιά. 
Από το 1920 περίπου και μετά αγόραζαν λευκό ή απαλό ροζέ ύφασμα
 κι έραβαν στη μοδίστρα το νυφικό.
Τα ενδύματα που απαρτίζουν τη γιορτινή φορεσιά είναι :
α. Φανέλα
β. Κυλότα (Βρακιά)
γ. Πουκάμισο
δ. Φούστα
ε. Φόρεμα (Φουστάνι)
στ. Γιλέκο
ζ. Ποδιά
η. Ζώνη – Ασιμοζώναρο
θ. Τσιπούνι
ι. Σάρικα
ια. Φλουριά, σκουλαρίκια
ιβ. Κουκάκια
ιγ. Κάλτσες
ιδ. Παπούτσια

Φόρεμα

Το φόρεμα ήταν κατασκευασμένο από μαύρη στόφα που μπορεί να
 είχε και λίγο πράσινο ή θαλασσί. Το ύφασμα το αγόραζαν από τους
 πραματευτάδες ή από τα Γιάννινα και το έραβαν οι μοδίστρες του
 χωριού. Η λαιμόκοψη είναι στη βάση του λαιμού, όχι πιο κάτω. Το
 φόρεμα είναι ανοιχτό από το λαιμό ως τη μέση και κουμπώνει 
σταυρωτά στο πλάι με κουμπιά ή κόπτσες. Συνήθιζαν να ράβουν
 βελούδινες λωρίδες στο άνοιγμα του στήθους. Έχει από τρεις
 πιέτες δεξιά και αριστερά στο στήθος και αντίστοιχα στην πλάτη.
 Τα μανίκια είναι μακριά και αρκετά στενά. Στις μανσέτες έραβαν
 βελούδινη λωρίδα αρκετά φαρδιά. Από τη μέση ως κάτω
 υπάρχουν γύρω-γύρω όλο πιέτες. Πάνω στη μέση γαζώνεται μια
 ζώνη. Μερικές γυναίκες έραβαν και μια λουρίδα βελούδο 15-20 εκ.
 πάνω από τον ποδόγυρο καθώς επίσης και κλόσια (μεταπολεμικά).
 Οι πιο πλούσιες κεντούσαν με μετάξι το κέντημα στις πιέτες ή
 έβαζαν χάντρες στο άνοιγμα του στήθους και στα μανίκια, στο
 ρεβέρ, αν ήταν κεντημένο το φόρεμα.

 Τσιπούνι

Το γυναικείο σιγκούνι. Μάλλινος μαύρος επενδυτής, κατασκευασμένος
 από μαύρο αδίμτο ή βαμμένος με λουλάκι σκούρο, αχειριδωτός. 
Φοριέται πάνω από το φουστάνι. Έχει τέσσερα λαγκιόλια πίσω και
 δυο τσέπες στα πλαϊνά. Είναι διακοσμημένο με φαρδύ κόκκινο σιρίτι
 γύρω-γύρω και στις ενώσεις. Η διακόσμηση είναι μεγαλύτερη στο
 στήθος. Υπάρχουν και δυο διακοσμητικές φουντίτσες στις μασχάλες.
 Το έραβαν και διακοσμούσαν οι ραφτάδες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου