Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

Παραδοσιακή στολή Θράκης.

Η κατασκευή της παραδοσιακής φορεσιάς αποτελεί είδος λαικής τέχνης , όπου εκφράζεται η ψυχή της γυναίκας νοικοκυράς. Τα χωμάτινα και συνάμα ανθρώπινα χρώματα και η ποικιλία των φυτο-ζωικών σχεδίων προσδίδουν μια πληρότητα και μια πηγαία χαρά εσωτερικής ισορροπίας ,όπου επιβιώνουν αρμονικά οι ψυχές των απλών ,λαικών  ανθρώπων της Θράκης, μακραίωνες προλήψεις  και βαριές παραδόσεις.

Η παραδοσιακή φορεσιά της Θράκης κατέχει ξεχωριστή θέση ανάμεσα στις φορεσιές της Πατρίδας μας. Η υφαντική , η κεντητική τέχνη , οι εκατοντάδες  παραλλαγές,  η ποικιλία των σχεδίων και  τα χρώματα που χρησιμοποιούνται , την καθιστούν ως τις πιο δύσκολες στην κατασκευή της.
Ας σημειώσουμε πως η Θράκη έχει τον λαικό της πολιτισμό ακόμη ζωντανό. Ακόμη τραγουδούν σε κάθε χωριό τοπικά τραγούδια, ακόμη χορεύουν στα πανηγύρια , χωρίς να χρειάζονται χοροδιδάσκαλοι και ακόμη η γιαγιά  φτιάχνει και δωρίζει στην εγγονή μια χειροποίητη φορεσιά,  εκ παραδόσεως.
Φυσικά , θα πρέπει να τονίσουμε πως όταν μιλάμε για Ελληνικό Θρακικό λαικό πολιτισμό ,αυτός υπάρχει μόνο στον νομό Έβρο στις μέρες μας. Στον νομό Ροδόπης και Ξάνθης το μεγαλύτερο ποσοστό των κατοίκων ανήκουν στον μουσουλμανικό  μειονοτικό πληθυσμό (τουρκογενείς, πομάκοι και μουσουλμάνοι γύφτοι), ενώ η μειοψηφία   του πληθυσμού είναι ελληνική , μικρασιατικής και ποντιακής κυρίως καταγωγής και  τα θρακικής καταγωγής χωριά είναι ελάχιστα. Εκεί που είναι ζωντανός ο Θρακικός λαογραφικός πολιτισμός είναι στον κεντρικό και πιο έντονος, στον βόρειο Έβρο. Διάφοροι λόγοι, κυρίως του απομονωτισμού και της φτώχειας, δημιούργησαν τις κατάλληλες προυποθέσεις για την επιβίωση των θρακικών λαογραφικών στοιχείων στις μέρες μας.

Επισημαίνουμε,  πως ακόμη και σήμερα επιβιώνουν στην  εν λόγω περιοχή του Έβρου,  δώδεκα (12) διαφορετικές ενδυματολογικές ομάδες –κατά άλλους δώδεκα (12) διαφορετικές  «ράτσες» ανθρώπων , με εμφανή τα στοιχεία αρχαιοθρακικής καταγωγής, χωρίς  βέβαια  να μην έχουμε και αμέτρητες βυζαντινές-χριστιανικές επιδράσεις. Όλα τα χωριά του νομού Έβρου μπορούν να κατηγοριοποιηθούν σ’ αυτές τις δώδεκα  ομάδες, προσδίδοντας στην κάθε μία διαφορετικές παραλλαγές έκφρασης του ιδιαίτερου λαικού πολιτισμού τους. Μέχρι τις δεκαετίες του ’50 και ’60 ήταν έντονη η αίσθηση της κοινής «ράτσας» και γινόταν φυσικά γάμοι μόνο ανάμεσα στα ίδια ¨ράτσας¨ χωριά.

Οι ενδυματολογικές ομάδες που επιβιώνουν στις μέρες μας στον Έβρο είναι δώδεκα στον αριθμό: (1)Αστικές Διδυμοτείχου - Ανδριανουπόλεως, (2) Γκαγκαούζων , (3) Καβακλί Βόρ. Θράκης , (4) Μακράς Γέφυρας Αν. Θράκης , (5) Μάρηδων  Έβρου , (6) Μεγάλου Ζαλούφι Αν. Θράκης , (7) Μεταξάδων Έβρου , (8) Νέα Βύσσα , (9) Πενταλόφου – Πετρωτών  Έβρου, (10) Σαρακατσάνοι Θράκης ,(11) Σουφλίου Έβρου και τέλος (12) Ορμενίου – Φτελιάς Βόρ. Θράκης .

Ένας άλλος διαχωρισμός που μπορούμε να κάνουμε είναι σε αστική κ  χωριάτικη φορεσιά και  έχει να κάνει με την κοινωνική θέση και την ευμάρεια των κατοίκων που φόρεσαν τις επικείμενες φορεσιές. Πόλεις και κεφαλοχώρια όπως το Διδυμότειχο, το Σουφλί και η Ανδριανούπολη  αποτελούσαν για αιώνες οικονομικά , εμπορικά και πολιτιστικά κέντρα  της ευρύτερης περιοχής. Νέα αγαθά και υφάσματα , ευρωπαικού προσανατολισμού παρουσιάστηκαν και υιοθετήθηκαν πρώτα από τις αστικές τάξεις των πόλεων και των κεφαλοχωριών. Εδώ αρχίζει και η σταδιακή εκδυτικοποίηση της παραδοσιακής φορεσιάς της Θράκης και θα ολοκληρωθεί στην δεκαετία του ’60!
Κάθε ενδυματολογική ομάδα της Θράκης έχει τα ίδια σχεδόν κυρίαρχα μέρη στις φορεσιές. Οι διαφοροποιήσεις  υπάρχουν στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε ομάδας , που έχουν να κάνουν με τα χρώματα , τα σχέδια και τους συμβολισμούς των μοτίβων. Βεβαίως , οι διαφοροποιήσεις δεν σταματούν εκεί. Τα χωριά που ανήκουν στην ίδια ομάδα και πάλι παρουσιάζουν παραλλαγές στα σχέδια ,στα μοτίβα και στις ονομασίες τους! Αυτό συμβαίνει, διότι οι γυναίκες-νοικοκυρές συναγωνίζονταν μεταξύ τους στην «καλλιτεχνική» κατασκευή των φορεσιών τους, πάντα όμως στο βαρύ πλαίσιο του κλειστού τοπικού αγροτοποιμενικού οικονομικού συστήματος της  Θράκης. Αναλογίζεστε λοιπόν, τον πλούτο και το φάσμα των φορεσιών , με τα εκατοντάδες σχέδια,  μοτίβα  , χρωματικών συνδυασμών και τις χιλιάδες των ονομασιών που υπάρχουν για όλα αυτά.

Στην φορεσιά αποτυπώνονται όλα : η κοινωνική θέση, η καταγωγή , το θρήσκευμα, η ηλικία. Ήταν και ένας παλιός κώδικας επικοινωνίας. Όλα τα υλικά, τα χρώματα και τα σχέδια είχαν άμεση σχέση με τα τοπικά χρώματα και εικόνες του φυσικού περιβάλλοντος και της κοινωνικής-οικονομικής  δομής της παλαιάς Θράκης. Τα κυρίαρχα μέρη των φορεσιών είναι σχεδόν ίδια με ελάχιστες εξαιρέσεις .Αυτό συμβαίνει και στις αντρικές , αλλά και στις γυναικείες καθημερινές ενδυμασίες. Εκεί, όμως που χρήζει ιδιαίτερη προσοχή είναι η γυναικεία φορεσιά, καθώς έχει τον περισσότερο πολιτιστικό πλούτο επάνω της. 
Στις αντρικές φορεσιές διακρίνουμε τα γουρουνοτσάρουχα, τις κάλτσες (τσουράπια), τα  άσπρα ποδαπάνια  με τα τσαρουχόσχοινα, το ποτούρι ή βρακί, την καραβάνα, το ζωνάρι, τα πανωφόρια (γιλέκα με ή χωρίς μανίκια, διάφορες κάπες ,   ντουλαμάδες κ.α.) και τα διάφορα κεφαλοκαλύμματα (σάπκες, καβουράκια, σαρίκια , γούνινα δίκοχα κ.α.). Οι διαφορές  στις ανδρικές φορεσιές ενέχονται στους χρωματικούς συνδυασμούς , οι οποίες δεν είναι τυχαίοι, αλλά τις κατηγοριοποιούν ευσυνείδητα στις προαναφερθείσες ενδυματολογικές ομάδες και στον τρόπο αρκετές φορές που ντύνονταν τα ρούχα πάνω στους ανθρώπους.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι αντίστοιχες γυναικείες  φορεσιές. Σε αυτές διακρίνουμε τα τσαρούχια(δέρμα), τα κουντούρια ή γκαλέτσια(ξυλοτσόκαρα) , τα τιρλίκια, τις κάλσες(τσουράπια),το καφτάνι, το πουκάμισο, το φουστάνι , την ποδιά (πιστέλκα) , ζωνάρι(υφαντό ή ασημοζούναρο), τα πανωφόρια(διάφορα υφαντά ή πλεκτά γιλέκα, λιμπαντέδες γούνες κ.α.), τα διάφορα κεφαλοδεσίμματα (με μαντήλια ή καπέλα) , και τέλος τα διάφορα παραδοσιακά στολίδια ή κοσμήματα(αρμαθιές με ντούμπλες, γκιουρντάνια, σκουλαρίκια, λουλούδια , τρουμτούρες κ.α.).
Σε αυτό το σημείο να επισημάνουμε πως υπάρχουν εκατοντάδες τοπικές  ονομασίες για τα ρούχα και μια αναφορά σε αυτά θα ήταν τρομερά δυσνόητα για τον αναγνώστη. Οι ονομασίες  έχουν βγεί από τον τρόπο ύφανσης, από τα σχέδια των κεντημάτων που απεικονίζουν, τα χρώματα και πολλές φορές την συγκεκριμένη χρήση τους. π.χ. γιορτινό καφτάνι ριγωτό ,άσπρο σγουρό πχάμσο αρμάθα με φλουριά, δισθιμέλι με την μαγλίκα , η κόσα με την κορδέλα και κοπτσωτά παππούτσια. Σε αντίθεση με αυτήν την φοβερή ποικιλομορφία στις γυναικείες φορεσιές, οπού νομίζεις ότι δεν βγάζεις άκρη , η καταγωγή των χωριών περιχαρακώνει τις διαφορές και τις ομοιότητες στα σχέδια και τα χρώματα ,κάνοντας εμφανή τις σημαντικές διαφοροποιήσεις στις γυναικείες φορεσιές ,ανάλογα με την ενδυματολογική ομάδα που ανήκουν. Με άλλα λόγια υπάρχει ένα βαρύ αόρατο πλέγμα της παραδοσιακής συνείδησης που ρυθμίζει εδώ και χιλιάδες χρόνια αρμονικά τις ενδυματολογικές ανάγκες των λαικών ανθρώπων της Θράκης. 
Τα υλικά που χρησιμοποίησε η θράκια μούσα για την κατασκεύη των καθημερινών φορεσιών ήταν το μαλλί , το βαμβάκι, το λινάρι και φυσικά το μετάξι. Και οι τέσσερεις πρωτογενείς υφαντικές ύλες βρίσκονται επί τόπου, στην ευρύτερη περιοχή της Θράκης. Μέχρι να πάρουν την μορφή του νήματος  και να μπεί αυτό στον αργαλειό, περνούν από μια μακριά και επίπονη διαδικασία. Άλλοτε αρχίζει από το κούρεμα των αιγοπροβάτων ή την καλλιέργεια του λιναριού και του μεταξοσκώληκα και καταλήγει μετά από τις διαδοχικές εργασίες του πλυσίματος, του ξασίματος, του λαναρίσματος,  στο «γνέσιμο» της κλωστής. Η παραγωγική διαδικασία δεν σταματά όμως εδώ. Οι κλωστές μπαίνουν στον αργαλειό και αφού υφανθεί , αναλόγως  το ύφασμα βάφεται, «ντρισταρίζεται», και γυαλώνεται. Έπειτα ακολουθεί το κοψω-ράψιμο  και τέλος το κέντημα.

Τα τέσσερα πρωτογενή υλικά είχαν διαφορετικές παραγωγικές διαδικασίες μέχρι να γίνουν υφάνσιμη ύλη(κλωστές). π.χ. το μαλλί προέρχεται από το κούρεμα των αιγοπροβάτων. Πλένεται με ζεματιστό νερό και έπειτα χτενίζονταν με μεταλλικές βούρτσες  για να απομακρυθούν  οι βρωμιές και οι κόμποι. Αυτή η εργασία ονομάζεται «ξάσιμο». Έπειτα πήγαιναν το μαλλί στο λαναράδικο ,όπου ομοιογενοποιούσαν το μαλλί στις μεγάλες ξύλινες χτένες της «λανάρας» και κατέληγε πλέον πιο εύκολο στο γνέψιμο του μαλλιού. Το γνέψιμο γίνονταν με την χρήση της ρόκας-μια αρκετά κουραστική και πολύχρονη χειροποίητη εργασία και το μαλλί κατέληγε στο στάδιο πια της κλωστής. Σε περίπτωση που το μαλλί δεν ήταν αρκετά άσπρο, το έπλεναν επίμονα με άφθονο νερό και κοπριά αγελάδων, ώστε να ξασπρίσει!

Ολομέταξα υφάσματα συναντάμε μόνο στις περιοχές της Θράκης, της Μακεδονίας και της Μικράς Ασίας.

Όλη η διαδικασία της παραγωγής των πανιών(υφασμάτων) γίνονταν σ’όλη την διάρκεια του χρόνου. Το γνέσιμο τον χειμώνα στα ατελείωτα νυχτέρια στους γυναικείους μαχαλάδες, ενώ η καθεαυτού ύφανση από την άνοιξη και μετά, γιατί ο αργαλειός  δεν ήταν τοποθετημένος μέσα στο σπίτι, αλλά συνήθως στις αποθήκες, οπού δεν υπήρχε θέρμανση τον χειμώνα.

Αξίζει να σημειώσουμε , πως το μαλλί , το μετάξι ,το λινάρι και το βαμβάκι, αφού υφανθούν και πάρουν την μορφή του πανιού(υφάσμα) ακολουθούν το κάθε ένα διαφορετικό δρόμο. Επίσης υπάρχουν και τα μεικτά πανιά ,τα οποία γίνονται σε συνδυασμό μαλλί-μετάξι, μαλλί-βαμβάκι και μετάξι-βαμβάκι ,έχοντας μεγαλύτερο βαθμό δυσκολίας στην κατασκευή και  φυσικά μεγαλύτερη εμπορεύσιμη αξία. Το μεταξωτό, το λιναρίσιο και το μεικτό πανί κόβεται και ράβεται ανάλογα την προορισμένη χρήση του, ενώ  το μαλλίσιο και το βαμβακερό πανί περνάν ακόμη από την διαδικασία της «ντρίστας» και του γυαλώματος αντίστοιχα και μετά κόβονται και ράβονται για να καταλήξουν είδη ένδυσης ή οικιακής χρήσης. 

Το ντριστάρισμα και το γυάλωμα του πανιού δεν γίνονταν στα σπίτια, αλλά  σε επαγγελματίες μάστορες. Η ντρίστα είναι ένας τύπος νερόμυλου, όπου τα ορμητικά νερά ενός ρέματος έθεταν σε συνεχή κίνηση τον νερόμυλο. Ο νερόμυλος χρησιμοποιούνταν για το άλεσμα του σιταριόυ, κριθαριού, βρώμης, αλλά και επίσης για το «ντριστάρισμα» των πανιών. Το νερό του ρέματος έπεφτε από μεγάλο ύψος κατά μήκος μιας κατευθυνόμενης ξυλοκατασκευής και χτυπούσε με δύναμη στο κάτω μέρος της ροής, σε μια μεγάλη ξύλινη ή πολλές φορές πέτρινη λαξευμενη γούρνα(λεκάνη). Εκεί τοποθετούσαν το πανί για αρκετή ώρα να νεροχτυπιέται με δύναμη, ώστε να λιώσουν οι ίνες του πανιού και να «δέσει» σαν ένα ενιαίο σώμα. Το πανί όταν στεγνώσει γίνεται σαν την σημερινή τσόχα! Αυτή η συνεχή και αλύπητη κίνηση έχει μείνει παρομοιώδης στη λαική μας τοπική παράδοση: ¨Τον χτύπσε χαμνά, ντριστέλα τον πάινει¨=τον έδειρε πάρα πολύ, σαν την «ντρίστα». Επίσης την ονομασία του έχει δανειστεί και ο ομόνυμος χορός της «ντρίστας», θέλοντας ο λαικό ς θρακιώτης να τον περιγράψει σαν ένα πολύ ζωηρό χορό με ένα μονο κουραστικό χορευτικό μοτίβο.

Το βαμβακερό  πανί περνά από το γυάλωμα. Το γυάλωμα το κάναν τα εσνάφια των μπογιατζήδων. Αυτοί βάφαν τα πανιά και μετά τα γυαλώναν. Τα πέρνούσαν δηλαδή με ειδικά παραδοσιακά ξυλομηχανήματα θερμοτριβής, φυσικό κερί μέλισσας και το πανί αποκτούσε μια φυσική γυαλάδα-απαραίτητη για τα «καλά» πουκάμισα των γυναικών. Αυτή η παραδοσιακή τεχνική ονομάζεται «γυάλωμα». Βεβαίως, εκτός από το γυάλωμα, η πιο σημαντική εργασία που προσφέραν οι μπογιατζήδες ήταν το βάψιμο των πανιών σε επαγγελματικό επίπεδο. Τα νοικοκυριά είχαν την ικανότητα να βάφουν τα οικιακά πανιά τους , αλλά όχι την τρομερή δυνατότητα βαφής πολλαπλών χρωματικών τόνων.

Τα νοικοκυριά και ο μπογιατζής κυριολεκτικά έβγαζε τα χρώματα που επιθυμούσε από την φύση. Τα φύλλα , τα βλαστάρια , τα άνθη και τους καρπούς πολλές φορές τοποθετούνταν στα καζάνια και βράζαν με νερό  μέχρι να αποδώσουν το χρώμα που θέλαν. Επίσης ρινίσματα μετάλλων, σκόνες από φυσικά ορυκτά, παραλίμνια όστρακα ήταν επίσης εργαλεία χρωμάτων του μπογιατζή. Από τα καρυδόφυλλα, την σκουριά έβγαινε το καφέ, τα καρυδότσουφλα το μαύρο, το κόκκινο από το ξινολάπατο και το ριζάρι, από τον κρόκο το κίτρινο, το πράσινο από την μολόχα, τα κρεμμυδότσουφλα το μελί, το μπλέ από το λουλάκι ή αλλιώς «ινδικό» από τα καραβάνια της Ανατολής κ.ο.κ. Αφού ετοιμάζονταν το επιθυμητό  χρώμα, καυτηριάζονταν το υποψήφιο πανί με ένα μείγμα διαλυτών ορεικτών αλάτων(ξίδι, άλας, ούρα) και μετά εκτελούσαν το επανελημένο βούτηγμα μέσα στο καζάνι, ώστε να βαφεί το πανί. Χαρακτηριστικά χρώματα δεν υπάρχουν στην ευρύτερη περιοχή της Θράκης. Διακρίνεται όμως η τάση στους αγροτικούς πληθυσμούς της να χρησιμοποιούν  πάρα πολύ «λαικά» χρώματα, έντονα, ζωηρά και χωμάτινα ,όπως το βαθύ κόκκινο και το καφέ. Η τεχνική της βαφής άνηκε στα μυστικά του εσναφιού των μπογιατζήδων και φυσικά δεν υπήρχε περίπτωση να φτάσουν ποτέ  στη δημοσιότητα.
Τα χρώματα που κοσμούν  τα υφάσματα είναι φυτικά και χωμάτινα. Οι χρωματικές παραλλαγές ποικίλουν από περιοχή σε περιοχή , αναλόγως το γεωφυσικό χώρο και την πανίδα των φυτών που υπάρχουν σε αφθονία. Διάφορα φυτά και χωμάτινες πέτρες δωρίζουν το επιθυμητό χρώμα στο ύφασμα. Συναντούμε λοιπόν σχεδόν όλα τα χρώματα, το άσπρο, μαύρο, κίτρινο, μπλέ , κόκκινο, πράσινο , καφέ και πορτοκαλί σε εκατοντάδες διαφορετικούς τονισμούς και αποχρώσεις. Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της  θρακικής παραδοσιακής φορεσιάς είναι ότι χρησιμοποιεί και προτιμά έντονους και ζωηρούς  χρωματισμούς  , προκειμένου να τονιστούν αρχέγονα σύμβολα και σχέδια, όπως επιτάσσουν οι τοπικές προλήψεις και παραδόσεις.
Η θεματολογία των διακοσμητικών στοιχείων καλύπτει ένα ευρύ φάσμα παραστάσεων από τις Βυζαντινές αγιογραφίες, την καθημερινή ζωή , την τοπική  χλωρίδα και την πανίδα και πιο σπάνια επαναλαμβανόμενα γεωμετρικά σχήματα που θυμίζουν τον αρχαικό πολιτισμό των Θρακών. Θρησκευτικά σύμβολα όπως ο σταυρός, το θυμιατήρι, αλλά και αρχαιοθρακικές ρούνες-σύμβολα είναι σύνηθες μοτίβα που συναντάμε. Θέματα με πουλιά, πρόβατα, γαιδούρια και περιστέρια είναι επίσης πολύ κοινά. Μπολντούρες με φυτικούς σχηματισμούς και άπειρα σχέδια λουλουδιών ομορφαίνουν πάρα πολλά τμήματα των φορεσιών. Μια φοβερή μυθοπλασία αποτυπώνεται στο ένδυμα πάνω, με σκοπό να εξωστρακήσει το σκοτεινό και να προστατεύσει από το κακό. Η ποικιλία , η απλότητα , τα επαναλαμβανόμενα γεωμετρικά σχέδια , ο πλούτος των φυτικών σχηματισμών και η αυστηρότητα των χρωμάτων , προσδίδουν στην παραδοσιακή φορεσιά της Θράκης μια γοητεία που αγγίζει το μυστήριο και αν μήτε άλλο , τον διαρκή θαυμασμό μας.
Η δεκαετία του 1960 ήταν καθοριστική. Ο ευρύτερος χώρος της Θράκης δέχθηκε  βαθιές κοινωνικές αλλαγές. Ο ανθός της υπαίθρου θερίστηκε από την εσωτερική και εσωτερική μετανάστευση (60% του γενικού πληθυσμού νομού Έβρου!), ενώ νέα ήθη και έθιμα προβάλλονται και επιβάλλονται από τα Μ.Μ.Ε. Η  τηλεόραση και το ραδιόφωνο επιφέρουν μια τεράστια  πολιτιστική αλλοίωση, σε τέτοιο βαθμό ώστε ο καθημερινός τρόπος ζωής αλλάζει ριζικά , με ένα από τα άμεσα του αποτέλεσμα η πλήρη εγκατάλειψη του παραδοσιακού ενδύματος.   
Η παραδοσιακή φορεσιά στην Θράκη, όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα έχασε προοδευτικά έδαφος στα μισά του περασμένου αιώνα και εγκαταλείφθηκε εντελώς την δεκαετία του 1960!Η φτωχή αγροτική ζωή και ο απομονωτισμός από το κέντρο των Αθηνών ήταν οι κύριοι λόγοι που οδήγησαν σε αυτήν την αργή, αλλά σταθερή μετάβαση των ενδυματολογικών συνηθειών στα αντίστοιχα ευρωπαικά. Πρώτα εξαλείφθηκαν στους άντρες και έπειτα στις γυναίκες. Οι αντρικές φορεσιές φορέθηκαν μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο εως  ώτου  φθήναν και αντικαταστάθηκαν πλήρως από τα ευρωπαικά. Ενώ η δυσμενής κοινωνική θέση της γυναίκας την επέτρεψε να τα αποβάλλει μιαμιση δεκαετία αργότερα, στις αρχές του 1960. Φανταστείτε λοιπόν, πως η γενιά των γονιών μας στην Θράκη , ήταν η πρώτη που παντρεύτηκε με ευρωπαικού τύπου νυφικό!
Στον Έβρο ακόμη και σήμερα είναι απολύτως φυσιολογικό όταν κηδεύεται μια μεγάλης ηλικίας «μπάμπω» να την παραχώνουν ντυμένη με τα παλιά ρούχα, τα παραδοσιακά. Αυτό συμβαίνει όχι λόγω στυγνής «παράδοσης», αλλά επειδή με αυτά τα ρούχα παντρεύτηκε και με αυτά έζησε σε όλη της την ζωή. Χαρακτηριστικά , οι παλιές όταν προλογίζουν την κήδευση τους , τονίζουν στα παιδιά τους να τους βάλουν με τα παλιά και όχι τα ευρωπαικά, διότι χαρακτηριστικά αναφέρουν ότι  «δεν θα τους αναγνωρίσουν οι άντρες τους» στη μεταθανάτια αντάμωση! Ανάλογο δέος αποτελεί το ευσυνείδητο ηθικό χρέος  που νιώθουν οι  γιαγιάδες να φτιάξουν, μέσα στα πλαίσια της προίκας ,μια παραδοσιακή φορεσιά για τα εγγόνια τους  για να την θυμούνται.
Αν έρθει ένας επισκέπτης-λαογράφος στην περιοχή θα διαπιστώσει πόσο ισχυρό είναι ακόμα αυτό το αίσθημα της παλιάς φορεσιάς. Οι λαικοί άνθρωποι του Έβρου στα χωριά έχουν πολύ νωπές τις αναμνήσεις των παλιών ενδυματολογικών συνηθειών. Τους κατέχει μια ευλάβεια στη θέα μιας παλιάς φορεσιάς, διότι τους ξυπνά σχεδόν παιδικές αναμνήσεις, οι οποίες είναι τόσο κοντά ,αλλά ταυτόχρονα φαντάζει τόσο πολύ μακρυά στα μάτια των αστών και στα μάτια τα δικά μας, των νεοτέρων θρακών.
Η παραδοσιακή φορεσιά της Θράκης σμιλευμένη με το μεράκι και την δημιουργική φαντασία της θρακιώτισας νοικοκυράς υπηρέτησε αντάξια τις καθημερινές ενδυματολογικές ανάγκες των Θρακών για χιλιάδες χρόνια. Η υφαντική τέχνη  και το πολύπλοκο κέντημα στα υφάσματα  των ρούχων και των υφασμάτων για το στόλισμα στο σπίτι, έχουν γίνει πια μια σχέση μαγική. Ολόκληρος ο θρακικός λαικός πολιτισμός , ο χαρακτήρας και η νοοτροπία των λαικών θρακών εκφράζεται μέσα από αυτές τις πανάρχαιες αρετές, οι οποίες αποτυπώθηκαν ανεξίτηλα στις παραδοσιακές φορεσιές του τόπου μας. 
Και αυτές τις αρετές είμαστε υποχρεωμένοι να κρατήσουμε ,σαν ελάχιστο φόρο τιμής και μνήμης σ’αυτήν την παράδοση-φάντασμα που χάνεται στα βάθη των αιώνων- όσο αντέξουμε φυσικά ενάντια στο πείσμα των καιρών της ίσως πιο «άχρωμης» και αναπόφευκτης παγκοσμιοποίησης.



Τσολακίδου Δέσποινα
Παραδοσιακό Εργαστήρι Ύφανσης
Πεντάλοφος Έβρου

1 σχόλιο:

  1. Καλησπερααα!

    Πολυ ομορφο blog
    Εισαι απο πελλοπονησο????

    Εχω ριζες απο μαγουλα Λακωνιας γιαυτο σε ρωταωωω!

    Πραγματικα αξιολογο το blog σου και δεν το λεω σαν σχημα λογουυ
    ειναι κατι που λειπειιι

    Καλη συνεχειαα

    ΑπάντησηΔιαγραφή

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

Παραδοσιακή στολή Θράκης.

Η κατασκευή της παραδοσιακής φορεσιάς αποτελεί είδος λαικής τέχνης , όπου εκφράζεται η ψυχή της γυναίκας νοικοκυράς. Τα χωμάτινα και συνάμα ανθρώπινα χρώματα και η ποικιλία των φυτο-ζωικών σχεδίων προσδίδουν μια πληρότητα και μια πηγαία χαρά εσωτερικής ισορροπίας ,όπου επιβιώνουν αρμονικά οι ψυχές των απλών ,λαικών  ανθρώπων της Θράκης, μακραίωνες προλήψεις  και βαριές παραδόσεις.

Η παραδοσιακή φορεσιά της Θράκης κατέχει ξεχωριστή θέση ανάμεσα στις φορεσιές της Πατρίδας μας. Η υφαντική , η κεντητική τέχνη , οι εκατοντάδες  παραλλαγές,  η ποικιλία των σχεδίων και  τα χρώματα που χρησιμοποιούνται , την καθιστούν ως τις πιο δύσκολες στην κατασκευή της.
Ας σημειώσουμε πως η Θράκη έχει τον λαικό της πολιτισμό ακόμη ζωντανό. Ακόμη τραγουδούν σε κάθε χωριό τοπικά τραγούδια, ακόμη χορεύουν στα πανηγύρια , χωρίς να χρειάζονται χοροδιδάσκαλοι και ακόμη η γιαγιά  φτιάχνει και δωρίζει στην εγγονή μια χειροποίητη φορεσιά,  εκ παραδόσεως.
Φυσικά , θα πρέπει να τονίσουμε πως όταν μιλάμε για Ελληνικό Θρακικό λαικό πολιτισμό ,αυτός υπάρχει μόνο στον νομό Έβρο στις μέρες μας. Στον νομό Ροδόπης και Ξάνθης το μεγαλύτερο ποσοστό των κατοίκων ανήκουν στον μουσουλμανικό  μειονοτικό πληθυσμό (τουρκογενείς, πομάκοι και μουσουλμάνοι γύφτοι), ενώ η μειοψηφία   του πληθυσμού είναι ελληνική , μικρασιατικής και ποντιακής κυρίως καταγωγής και  τα θρακικής καταγωγής χωριά είναι ελάχιστα. Εκεί που είναι ζωντανός ο Θρακικός λαογραφικός πολιτισμός είναι στον κεντρικό και πιο έντονος, στον βόρειο Έβρο. Διάφοροι λόγοι, κυρίως του απομονωτισμού και της φτώχειας, δημιούργησαν τις κατάλληλες προυποθέσεις για την επιβίωση των θρακικών λαογραφικών στοιχείων στις μέρες μας.

Επισημαίνουμε,  πως ακόμη και σήμερα επιβιώνουν στην  εν λόγω περιοχή του Έβρου,  δώδεκα (12) διαφορετικές ενδυματολογικές ομάδες –κατά άλλους δώδεκα (12) διαφορετικές  «ράτσες» ανθρώπων , με εμφανή τα στοιχεία αρχαιοθρακικής καταγωγής, χωρίς  βέβαια  να μην έχουμε και αμέτρητες βυζαντινές-χριστιανικές επιδράσεις. Όλα τα χωριά του νομού Έβρου μπορούν να κατηγοριοποιηθούν σ’ αυτές τις δώδεκα  ομάδες, προσδίδοντας στην κάθε μία διαφορετικές παραλλαγές έκφρασης του ιδιαίτερου λαικού πολιτισμού τους. Μέχρι τις δεκαετίες του ’50 και ’60 ήταν έντονη η αίσθηση της κοινής «ράτσας» και γινόταν φυσικά γάμοι μόνο ανάμεσα στα ίδια ¨ράτσας¨ χωριά.

Οι ενδυματολογικές ομάδες που επιβιώνουν στις μέρες μας στον Έβρο είναι δώδεκα στον αριθμό: (1)Αστικές Διδυμοτείχου - Ανδριανουπόλεως, (2) Γκαγκαούζων , (3) Καβακλί Βόρ. Θράκης , (4) Μακράς Γέφυρας Αν. Θράκης , (5) Μάρηδων  Έβρου , (6) Μεγάλου Ζαλούφι Αν. Θράκης , (7) Μεταξάδων Έβρου , (8) Νέα Βύσσα , (9) Πενταλόφου – Πετρωτών  Έβρου, (10) Σαρακατσάνοι Θράκης ,(11) Σουφλίου Έβρου και τέλος (12) Ορμενίου – Φτελιάς Βόρ. Θράκης .

Ένας άλλος διαχωρισμός που μπορούμε να κάνουμε είναι σε αστική κ  χωριάτικη φορεσιά και  έχει να κάνει με την κοινωνική θέση και την ευμάρεια των κατοίκων που φόρεσαν τις επικείμενες φορεσιές. Πόλεις και κεφαλοχώρια όπως το Διδυμότειχο, το Σουφλί και η Ανδριανούπολη  αποτελούσαν για αιώνες οικονομικά , εμπορικά και πολιτιστικά κέντρα  της ευρύτερης περιοχής. Νέα αγαθά και υφάσματα , ευρωπαικού προσανατολισμού παρουσιάστηκαν και υιοθετήθηκαν πρώτα από τις αστικές τάξεις των πόλεων και των κεφαλοχωριών. Εδώ αρχίζει και η σταδιακή εκδυτικοποίηση της παραδοσιακής φορεσιάς της Θράκης και θα ολοκληρωθεί στην δεκαετία του ’60!
Κάθε ενδυματολογική ομάδα της Θράκης έχει τα ίδια σχεδόν κυρίαρχα μέρη στις φορεσιές. Οι διαφοροποιήσεις  υπάρχουν στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε ομάδας , που έχουν να κάνουν με τα χρώματα , τα σχέδια και τους συμβολισμούς των μοτίβων. Βεβαίως , οι διαφοροποιήσεις δεν σταματούν εκεί. Τα χωριά που ανήκουν στην ίδια ομάδα και πάλι παρουσιάζουν παραλλαγές στα σχέδια ,στα μοτίβα και στις ονομασίες τους! Αυτό συμβαίνει, διότι οι γυναίκες-νοικοκυρές συναγωνίζονταν μεταξύ τους στην «καλλιτεχνική» κατασκευή των φορεσιών τους, πάντα όμως στο βαρύ πλαίσιο του κλειστού τοπικού αγροτοποιμενικού οικονομικού συστήματος της  Θράκης. Αναλογίζεστε λοιπόν, τον πλούτο και το φάσμα των φορεσιών , με τα εκατοντάδες σχέδια,  μοτίβα  , χρωματικών συνδυασμών και τις χιλιάδες των ονομασιών που υπάρχουν για όλα αυτά.

Στην φορεσιά αποτυπώνονται όλα : η κοινωνική θέση, η καταγωγή , το θρήσκευμα, η ηλικία. Ήταν και ένας παλιός κώδικας επικοινωνίας. Όλα τα υλικά, τα χρώματα και τα σχέδια είχαν άμεση σχέση με τα τοπικά χρώματα και εικόνες του φυσικού περιβάλλοντος και της κοινωνικής-οικονομικής  δομής της παλαιάς Θράκης. Τα κυρίαρχα μέρη των φορεσιών είναι σχεδόν ίδια με ελάχιστες εξαιρέσεις .Αυτό συμβαίνει και στις αντρικές , αλλά και στις γυναικείες καθημερινές ενδυμασίες. Εκεί, όμως που χρήζει ιδιαίτερη προσοχή είναι η γυναικεία φορεσιά, καθώς έχει τον περισσότερο πολιτιστικό πλούτο επάνω της. 
Στις αντρικές φορεσιές διακρίνουμε τα γουρουνοτσάρουχα, τις κάλτσες (τσουράπια), τα  άσπρα ποδαπάνια  με τα τσαρουχόσχοινα, το ποτούρι ή βρακί, την καραβάνα, το ζωνάρι, τα πανωφόρια (γιλέκα με ή χωρίς μανίκια, διάφορες κάπες ,   ντουλαμάδες κ.α.) και τα διάφορα κεφαλοκαλύμματα (σάπκες, καβουράκια, σαρίκια , γούνινα δίκοχα κ.α.). Οι διαφορές  στις ανδρικές φορεσιές ενέχονται στους χρωματικούς συνδυασμούς , οι οποίες δεν είναι τυχαίοι, αλλά τις κατηγοριοποιούν ευσυνείδητα στις προαναφερθείσες ενδυματολογικές ομάδες και στον τρόπο αρκετές φορές που ντύνονταν τα ρούχα πάνω στους ανθρώπους.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι αντίστοιχες γυναικείες  φορεσιές. Σε αυτές διακρίνουμε τα τσαρούχια(δέρμα), τα κουντούρια ή γκαλέτσια(ξυλοτσόκαρα) , τα τιρλίκια, τις κάλσες(τσουράπια),το καφτάνι, το πουκάμισο, το φουστάνι , την ποδιά (πιστέλκα) , ζωνάρι(υφαντό ή ασημοζούναρο), τα πανωφόρια(διάφορα υφαντά ή πλεκτά γιλέκα, λιμπαντέδες γούνες κ.α.), τα διάφορα κεφαλοδεσίμματα (με μαντήλια ή καπέλα) , και τέλος τα διάφορα παραδοσιακά στολίδια ή κοσμήματα(αρμαθιές με ντούμπλες, γκιουρντάνια, σκουλαρίκια, λουλούδια , τρουμτούρες κ.α.).
Σε αυτό το σημείο να επισημάνουμε πως υπάρχουν εκατοντάδες τοπικές  ονομασίες για τα ρούχα και μια αναφορά σε αυτά θα ήταν τρομερά δυσνόητα για τον αναγνώστη. Οι ονομασίες  έχουν βγεί από τον τρόπο ύφανσης, από τα σχέδια των κεντημάτων που απεικονίζουν, τα χρώματα και πολλές φορές την συγκεκριμένη χρήση τους. π.χ. γιορτινό καφτάνι ριγωτό ,άσπρο σγουρό πχάμσο αρμάθα με φλουριά, δισθιμέλι με την μαγλίκα , η κόσα με την κορδέλα και κοπτσωτά παππούτσια. Σε αντίθεση με αυτήν την φοβερή ποικιλομορφία στις γυναικείες φορεσιές, οπού νομίζεις ότι δεν βγάζεις άκρη , η καταγωγή των χωριών περιχαρακώνει τις διαφορές και τις ομοιότητες στα σχέδια και τα χρώματα ,κάνοντας εμφανή τις σημαντικές διαφοροποιήσεις στις γυναικείες φορεσιές ,ανάλογα με την ενδυματολογική ομάδα που ανήκουν. Με άλλα λόγια υπάρχει ένα βαρύ αόρατο πλέγμα της παραδοσιακής συνείδησης που ρυθμίζει εδώ και χιλιάδες χρόνια αρμονικά τις ενδυματολογικές ανάγκες των λαικών ανθρώπων της Θράκης. 
Τα υλικά που χρησιμοποίησε η θράκια μούσα για την κατασκεύη των καθημερινών φορεσιών ήταν το μαλλί , το βαμβάκι, το λινάρι και φυσικά το μετάξι. Και οι τέσσερεις πρωτογενείς υφαντικές ύλες βρίσκονται επί τόπου, στην ευρύτερη περιοχή της Θράκης. Μέχρι να πάρουν την μορφή του νήματος  και να μπεί αυτό στον αργαλειό, περνούν από μια μακριά και επίπονη διαδικασία. Άλλοτε αρχίζει από το κούρεμα των αιγοπροβάτων ή την καλλιέργεια του λιναριού και του μεταξοσκώληκα και καταλήγει μετά από τις διαδοχικές εργασίες του πλυσίματος, του ξασίματος, του λαναρίσματος,  στο «γνέσιμο» της κλωστής. Η παραγωγική διαδικασία δεν σταματά όμως εδώ. Οι κλωστές μπαίνουν στον αργαλειό και αφού υφανθεί , αναλόγως  το ύφασμα βάφεται, «ντρισταρίζεται», και γυαλώνεται. Έπειτα ακολουθεί το κοψω-ράψιμο  και τέλος το κέντημα.

Τα τέσσερα πρωτογενή υλικά είχαν διαφορετικές παραγωγικές διαδικασίες μέχρι να γίνουν υφάνσιμη ύλη(κλωστές). π.χ. το μαλλί προέρχεται από το κούρεμα των αιγοπροβάτων. Πλένεται με ζεματιστό νερό και έπειτα χτενίζονταν με μεταλλικές βούρτσες  για να απομακρυθούν  οι βρωμιές και οι κόμποι. Αυτή η εργασία ονομάζεται «ξάσιμο». Έπειτα πήγαιναν το μαλλί στο λαναράδικο ,όπου ομοιογενοποιούσαν το μαλλί στις μεγάλες ξύλινες χτένες της «λανάρας» και κατέληγε πλέον πιο εύκολο στο γνέψιμο του μαλλιού. Το γνέψιμο γίνονταν με την χρήση της ρόκας-μια αρκετά κουραστική και πολύχρονη χειροποίητη εργασία και το μαλλί κατέληγε στο στάδιο πια της κλωστής. Σε περίπτωση που το μαλλί δεν ήταν αρκετά άσπρο, το έπλεναν επίμονα με άφθονο νερό και κοπριά αγελάδων, ώστε να ξασπρίσει!

Ολομέταξα υφάσματα συναντάμε μόνο στις περιοχές της Θράκης, της Μακεδονίας και της Μικράς Ασίας.

Όλη η διαδικασία της παραγωγής των πανιών(υφασμάτων) γίνονταν σ’όλη την διάρκεια του χρόνου. Το γνέσιμο τον χειμώνα στα ατελείωτα νυχτέρια στους γυναικείους μαχαλάδες, ενώ η καθεαυτού ύφανση από την άνοιξη και μετά, γιατί ο αργαλειός  δεν ήταν τοποθετημένος μέσα στο σπίτι, αλλά συνήθως στις αποθήκες, οπού δεν υπήρχε θέρμανση τον χειμώνα.

Αξίζει να σημειώσουμε , πως το μαλλί , το μετάξι ,το λινάρι και το βαμβάκι, αφού υφανθούν και πάρουν την μορφή του πανιού(υφάσμα) ακολουθούν το κάθε ένα διαφορετικό δρόμο. Επίσης υπάρχουν και τα μεικτά πανιά ,τα οποία γίνονται σε συνδυασμό μαλλί-μετάξι, μαλλί-βαμβάκι και μετάξι-βαμβάκι ,έχοντας μεγαλύτερο βαθμό δυσκολίας στην κατασκευή και  φυσικά μεγαλύτερη εμπορεύσιμη αξία. Το μεταξωτό, το λιναρίσιο και το μεικτό πανί κόβεται και ράβεται ανάλογα την προορισμένη χρήση του, ενώ  το μαλλίσιο και το βαμβακερό πανί περνάν ακόμη από την διαδικασία της «ντρίστας» και του γυαλώματος αντίστοιχα και μετά κόβονται και ράβονται για να καταλήξουν είδη ένδυσης ή οικιακής χρήσης. 

Το ντριστάρισμα και το γυάλωμα του πανιού δεν γίνονταν στα σπίτια, αλλά  σε επαγγελματίες μάστορες. Η ντρίστα είναι ένας τύπος νερόμυλου, όπου τα ορμητικά νερά ενός ρέματος έθεταν σε συνεχή κίνηση τον νερόμυλο. Ο νερόμυλος χρησιμοποιούνταν για το άλεσμα του σιταριόυ, κριθαριού, βρώμης, αλλά και επίσης για το «ντριστάρισμα» των πανιών. Το νερό του ρέματος έπεφτε από μεγάλο ύψος κατά μήκος μιας κατευθυνόμενης ξυλοκατασκευής και χτυπούσε με δύναμη στο κάτω μέρος της ροής, σε μια μεγάλη ξύλινη ή πολλές φορές πέτρινη λαξευμενη γούρνα(λεκάνη). Εκεί τοποθετούσαν το πανί για αρκετή ώρα να νεροχτυπιέται με δύναμη, ώστε να λιώσουν οι ίνες του πανιού και να «δέσει» σαν ένα ενιαίο σώμα. Το πανί όταν στεγνώσει γίνεται σαν την σημερινή τσόχα! Αυτή η συνεχή και αλύπητη κίνηση έχει μείνει παρομοιώδης στη λαική μας τοπική παράδοση: ¨Τον χτύπσε χαμνά, ντριστέλα τον πάινει¨=τον έδειρε πάρα πολύ, σαν την «ντρίστα». Επίσης την ονομασία του έχει δανειστεί και ο ομόνυμος χορός της «ντρίστας», θέλοντας ο λαικό ς θρακιώτης να τον περιγράψει σαν ένα πολύ ζωηρό χορό με ένα μονο κουραστικό χορευτικό μοτίβο.

Το βαμβακερό  πανί περνά από το γυάλωμα. Το γυάλωμα το κάναν τα εσνάφια των μπογιατζήδων. Αυτοί βάφαν τα πανιά και μετά τα γυαλώναν. Τα πέρνούσαν δηλαδή με ειδικά παραδοσιακά ξυλομηχανήματα θερμοτριβής, φυσικό κερί μέλισσας και το πανί αποκτούσε μια φυσική γυαλάδα-απαραίτητη για τα «καλά» πουκάμισα των γυναικών. Αυτή η παραδοσιακή τεχνική ονομάζεται «γυάλωμα». Βεβαίως, εκτός από το γυάλωμα, η πιο σημαντική εργασία που προσφέραν οι μπογιατζήδες ήταν το βάψιμο των πανιών σε επαγγελματικό επίπεδο. Τα νοικοκυριά είχαν την ικανότητα να βάφουν τα οικιακά πανιά τους , αλλά όχι την τρομερή δυνατότητα βαφής πολλαπλών χρωματικών τόνων.

Τα νοικοκυριά και ο μπογιατζής κυριολεκτικά έβγαζε τα χρώματα που επιθυμούσε από την φύση. Τα φύλλα , τα βλαστάρια , τα άνθη και τους καρπούς πολλές φορές τοποθετούνταν στα καζάνια και βράζαν με νερό  μέχρι να αποδώσουν το χρώμα που θέλαν. Επίσης ρινίσματα μετάλλων, σκόνες από φυσικά ορυκτά, παραλίμνια όστρακα ήταν επίσης εργαλεία χρωμάτων του μπογιατζή. Από τα καρυδόφυλλα, την σκουριά έβγαινε το καφέ, τα καρυδότσουφλα το μαύρο, το κόκκινο από το ξινολάπατο και το ριζάρι, από τον κρόκο το κίτρινο, το πράσινο από την μολόχα, τα κρεμμυδότσουφλα το μελί, το μπλέ από το λουλάκι ή αλλιώς «ινδικό» από τα καραβάνια της Ανατολής κ.ο.κ. Αφού ετοιμάζονταν το επιθυμητό  χρώμα, καυτηριάζονταν το υποψήφιο πανί με ένα μείγμα διαλυτών ορεικτών αλάτων(ξίδι, άλας, ούρα) και μετά εκτελούσαν το επανελημένο βούτηγμα μέσα στο καζάνι, ώστε να βαφεί το πανί. Χαρακτηριστικά χρώματα δεν υπάρχουν στην ευρύτερη περιοχή της Θράκης. Διακρίνεται όμως η τάση στους αγροτικούς πληθυσμούς της να χρησιμοποιούν  πάρα πολύ «λαικά» χρώματα, έντονα, ζωηρά και χωμάτινα ,όπως το βαθύ κόκκινο και το καφέ. Η τεχνική της βαφής άνηκε στα μυστικά του εσναφιού των μπογιατζήδων και φυσικά δεν υπήρχε περίπτωση να φτάσουν ποτέ  στη δημοσιότητα.
Τα χρώματα που κοσμούν  τα υφάσματα είναι φυτικά και χωμάτινα. Οι χρωματικές παραλλαγές ποικίλουν από περιοχή σε περιοχή , αναλόγως το γεωφυσικό χώρο και την πανίδα των φυτών που υπάρχουν σε αφθονία. Διάφορα φυτά και χωμάτινες πέτρες δωρίζουν το επιθυμητό χρώμα στο ύφασμα. Συναντούμε λοιπόν σχεδόν όλα τα χρώματα, το άσπρο, μαύρο, κίτρινο, μπλέ , κόκκινο, πράσινο , καφέ και πορτοκαλί σε εκατοντάδες διαφορετικούς τονισμούς και αποχρώσεις. Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της  θρακικής παραδοσιακής φορεσιάς είναι ότι χρησιμοποιεί και προτιμά έντονους και ζωηρούς  χρωματισμούς  , προκειμένου να τονιστούν αρχέγονα σύμβολα και σχέδια, όπως επιτάσσουν οι τοπικές προλήψεις και παραδόσεις.
Η θεματολογία των διακοσμητικών στοιχείων καλύπτει ένα ευρύ φάσμα παραστάσεων από τις Βυζαντινές αγιογραφίες, την καθημερινή ζωή , την τοπική  χλωρίδα και την πανίδα και πιο σπάνια επαναλαμβανόμενα γεωμετρικά σχήματα που θυμίζουν τον αρχαικό πολιτισμό των Θρακών. Θρησκευτικά σύμβολα όπως ο σταυρός, το θυμιατήρι, αλλά και αρχαιοθρακικές ρούνες-σύμβολα είναι σύνηθες μοτίβα που συναντάμε. Θέματα με πουλιά, πρόβατα, γαιδούρια και περιστέρια είναι επίσης πολύ κοινά. Μπολντούρες με φυτικούς σχηματισμούς και άπειρα σχέδια λουλουδιών ομορφαίνουν πάρα πολλά τμήματα των φορεσιών. Μια φοβερή μυθοπλασία αποτυπώνεται στο ένδυμα πάνω, με σκοπό να εξωστρακήσει το σκοτεινό και να προστατεύσει από το κακό. Η ποικιλία , η απλότητα , τα επαναλαμβανόμενα γεωμετρικά σχέδια , ο πλούτος των φυτικών σχηματισμών και η αυστηρότητα των χρωμάτων , προσδίδουν στην παραδοσιακή φορεσιά της Θράκης μια γοητεία που αγγίζει το μυστήριο και αν μήτε άλλο , τον διαρκή θαυμασμό μας.
Η δεκαετία του 1960 ήταν καθοριστική. Ο ευρύτερος χώρος της Θράκης δέχθηκε  βαθιές κοινωνικές αλλαγές. Ο ανθός της υπαίθρου θερίστηκε από την εσωτερική και εσωτερική μετανάστευση (60% του γενικού πληθυσμού νομού Έβρου!), ενώ νέα ήθη και έθιμα προβάλλονται και επιβάλλονται από τα Μ.Μ.Ε. Η  τηλεόραση και το ραδιόφωνο επιφέρουν μια τεράστια  πολιτιστική αλλοίωση, σε τέτοιο βαθμό ώστε ο καθημερινός τρόπος ζωής αλλάζει ριζικά , με ένα από τα άμεσα του αποτέλεσμα η πλήρη εγκατάλειψη του παραδοσιακού ενδύματος.   
Η παραδοσιακή φορεσιά στην Θράκη, όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα έχασε προοδευτικά έδαφος στα μισά του περασμένου αιώνα και εγκαταλείφθηκε εντελώς την δεκαετία του 1960!Η φτωχή αγροτική ζωή και ο απομονωτισμός από το κέντρο των Αθηνών ήταν οι κύριοι λόγοι που οδήγησαν σε αυτήν την αργή, αλλά σταθερή μετάβαση των ενδυματολογικών συνηθειών στα αντίστοιχα ευρωπαικά. Πρώτα εξαλείφθηκαν στους άντρες και έπειτα στις γυναίκες. Οι αντρικές φορεσιές φορέθηκαν μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο εως  ώτου  φθήναν και αντικαταστάθηκαν πλήρως από τα ευρωπαικά. Ενώ η δυσμενής κοινωνική θέση της γυναίκας την επέτρεψε να τα αποβάλλει μιαμιση δεκαετία αργότερα, στις αρχές του 1960. Φανταστείτε λοιπόν, πως η γενιά των γονιών μας στην Θράκη , ήταν η πρώτη που παντρεύτηκε με ευρωπαικού τύπου νυφικό!
Στον Έβρο ακόμη και σήμερα είναι απολύτως φυσιολογικό όταν κηδεύεται μια μεγάλης ηλικίας «μπάμπω» να την παραχώνουν ντυμένη με τα παλιά ρούχα, τα παραδοσιακά. Αυτό συμβαίνει όχι λόγω στυγνής «παράδοσης», αλλά επειδή με αυτά τα ρούχα παντρεύτηκε και με αυτά έζησε σε όλη της την ζωή. Χαρακτηριστικά , οι παλιές όταν προλογίζουν την κήδευση τους , τονίζουν στα παιδιά τους να τους βάλουν με τα παλιά και όχι τα ευρωπαικά, διότι χαρακτηριστικά αναφέρουν ότι  «δεν θα τους αναγνωρίσουν οι άντρες τους» στη μεταθανάτια αντάμωση! Ανάλογο δέος αποτελεί το ευσυνείδητο ηθικό χρέος  που νιώθουν οι  γιαγιάδες να φτιάξουν, μέσα στα πλαίσια της προίκας ,μια παραδοσιακή φορεσιά για τα εγγόνια τους  για να την θυμούνται.
Αν έρθει ένας επισκέπτης-λαογράφος στην περιοχή θα διαπιστώσει πόσο ισχυρό είναι ακόμα αυτό το αίσθημα της παλιάς φορεσιάς. Οι λαικοί άνθρωποι του Έβρου στα χωριά έχουν πολύ νωπές τις αναμνήσεις των παλιών ενδυματολογικών συνηθειών. Τους κατέχει μια ευλάβεια στη θέα μιας παλιάς φορεσιάς, διότι τους ξυπνά σχεδόν παιδικές αναμνήσεις, οι οποίες είναι τόσο κοντά ,αλλά ταυτόχρονα φαντάζει τόσο πολύ μακρυά στα μάτια των αστών και στα μάτια τα δικά μας, των νεοτέρων θρακών.
Η παραδοσιακή φορεσιά της Θράκης σμιλευμένη με το μεράκι και την δημιουργική φαντασία της θρακιώτισας νοικοκυράς υπηρέτησε αντάξια τις καθημερινές ενδυματολογικές ανάγκες των Θρακών για χιλιάδες χρόνια. Η υφαντική τέχνη  και το πολύπλοκο κέντημα στα υφάσματα  των ρούχων και των υφασμάτων για το στόλισμα στο σπίτι, έχουν γίνει πια μια σχέση μαγική. Ολόκληρος ο θρακικός λαικός πολιτισμός , ο χαρακτήρας και η νοοτροπία των λαικών θρακών εκφράζεται μέσα από αυτές τις πανάρχαιες αρετές, οι οποίες αποτυπώθηκαν ανεξίτηλα στις παραδοσιακές φορεσιές του τόπου μας. 
Και αυτές τις αρετές είμαστε υποχρεωμένοι να κρατήσουμε ,σαν ελάχιστο φόρο τιμής και μνήμης σ’αυτήν την παράδοση-φάντασμα που χάνεται στα βάθη των αιώνων- όσο αντέξουμε φυσικά ενάντια στο πείσμα των καιρών της ίσως πιο «άχρωμης» και αναπόφευκτης παγκοσμιοποίησης.



Τσολακίδου Δέσποινα
Παραδοσιακό Εργαστήρι Ύφανσης
Πεντάλοφος Έβρου

1 σχόλιο:

  1. Καλησπερααα!

    Πολυ ομορφο blog
    Εισαι απο πελλοπονησο????

    Εχω ριζες απο μαγουλα Λακωνιας γιαυτο σε ρωταωωω!

    Πραγματικα αξιολογο το blog σου και δεν το λεω σαν σχημα λογουυ
    ειναι κατι που λειπειιι

    Καλη συνεχειαα

    ΑπάντησηΔιαγραφή