Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

Αυτοί που «ζούνε από τ’ απομεινάρια της ημέρας»




Tου Παντελη Μπουκαλα
Ψάχνοντας σε παλιά, προπολεμικά βιβλία που παρά τη μεγάλη αξία τους δεν ξανατυπώθηκαν ποτέ, για να κοπεί έτσι απότομα κι άδικα ο βίος των ιδεών τους, έπεσα πάνω σε μια υποσημείωση του Γιάννη Αποστολάκη που αφορά τη δική μας συντεχνία, τη δημοσιογραφική. Μια από τις μείζονες προσωπικότητες των γραμμάτων μας κατά τον Μεσοπόλεμο ο φιλόλογος Αποστολάκης (1886-1947), κι ένας από τους αυστηρότερους κριτικούς της νεοελληνικής λογοτεχνίας, μιλάει στο συγκεκριμένο βιβλίο του, με τίτλο «Τα δημοτικά τραγούδια. Μέρος Α΄: Οι συλλογές», έκδοση του 1929, για τον Νικόλαο Πολίτη, τον ανθολόγο της δημοτικής μας ποίησης και εισηγητή της λαογραφικής επιστήμης στην Ελλάδα. Στις προηγούμενες διακόσιες πενήντα σελίδες του βιβλίου του έχει κρίνει με λεπτολόγο αυστηρότητα τόσο την ανθολογία του Σπυρίδωνος Ζαμπέλιου του 1852, τα «Ασματα δημοτικά της Ελλάδος», όσο και τις «Εκλογές από τα τραγούδια του ελληνικού λαού» του Ν. Γ. Πολίτη, του 1915, και στο ειδικό πια κεφάλαιο για τη συνολική πνευματική παρουσία του Πολίτη γράφει:
«Πολλά βέβαια γραφήκανε στο θάνατό του από πολλούς. Από αυτά λίγα, πολύ λίγα, γράψανε οι ειδικοί επιστήμονες, τα περισσότερα τα έχουν γραμμένα δημοσιογράφοι, άνθρωποι δηλαδή από εκείνη την καινούργια τάξη των μορφωμένων, που τώρα τελευταία πλήθυνε πολύ και σιγά σιγά ανέβηκε απάνω απάνω και παρουσιάζεται στον τόπο μας για καθαυτό πνευματική τάξη. Ετσι ο σοβαρώτερος άνθρωπος της εποχής, ο άνθρωπος που μόχθησε στη ζωή του να έχη πραγματική υπόσταση πνευματική και ψυχική, κρίθηκε απ’ ανθρώπους, που ζούνε από τ’ απομεινάρια μιας ημέρας. Διόλου παράξενο το έργο και η ζωή του Πολίτη να χάσουν το βάρος και την αξία τους. Χιλιομασημένα λόγια (υπομονή, εργατικότητα, αγάπη στη ζωή του λαού) και ξεπλυμένη αισθηματολογία ήταν τα σχετικά μνημόσυνα, πεζά και ποιητικά, γιατί δεν έλειψε και η ποίηση· φανερό πια πως η ζωή και το έργο του Πολίτη είχαν γίνει κι αυτά ένα από τα χίλια δυο μικροπράματα, που μαζώνει ο δημοσιογράφος από το διάβα της μιας ημέρας, για να έχη να τα διαλαλήση την άλλη μέρα για να ζήση».
Ατεγκτος έτσι κι αλλιώς στις αναγνώσεις και τις αποτιμήσεις του ο Γιάννης Αποστολάκης, που, με μέτρο τον Σολωμό και το δημοτικό τραγούδι, δεν δίστασε να απορρίψει όχι μόνο τον Πορφύρα αλλά και τον Παλαμά και τον Κάλβο, συμπληρώνει σε υποσημείωσή του τις παρατηρήσεις του για τη δημοσιογραφία εν γένει: «Στα τελευταία χρόνια όλη η πνευματική ζωή του τόπου κατάντησε να γίνη δημοσιογραφία κι ο δημοσιογράφος ο κυριώτερος τύπος της πνευματικής μας ζωής, που τον βρίσκεις μέσα σε κάθε μορφωμένο, από τον τελειόφοιτο του γυμνασίου ώς τον επιστήμονα μ’ ευρωπαϊκές σπουδές. Αλλού δεν ξέρω τι γίνεται και ούτε με νοιάζει να μάθω, στον τόπο μας όμως η αφθονία αυτή και η υπεροχή του δημοσιογράφου είναι για μένα αλάθευτο σημάδι πόσο έχουν λιγοστέψει οι άνθρωποι, που νοιάζουνται για το είναι, και η καλύτερη απόδειξη πόσο πολύ είναι προχωρημένη η αλλαγή του λαού σε μάζα. Καμμιά έγνοια δεν ταράζει το δημοσιογράφο, δηλαδή το μορφωμένο μας, για το είναι. Ο κόσμος του δεν έχει τίποτε στέρεο, όλα εκεί μέσα σαλεύουν, γλιστρούνε· δεν έχει τίποτε φωτεινό, παντού είναι καταχνιά και ομίχλη. Δοκιμάζει ο μορφωμένος μας να σκεφτή και η σκέψη του δεν πάει στο ένα, που είναι χρεία, παρά στα πολλά, δεν πάει στο πραγματικό, στο αληθινό παρά στις διάφορες δυνατότητες. Δοκιμάζει να θελήση και η θέλησή του σταματά σε σκιές, σε διάφορα δηλαδή σχέδια· δε φτάνει ποτέ στο ένα, που είναι χρεία, δεν φτάνει ποτέ στην πράξη, που είναι φως. [...]»
Από τότε πέρασαν πάνω από ογδόντα βαριά χρόνια, περίπου ένας αιώνας. Και στη δημοσιογραφία (όπου το ένστικτο της αυτοπροστασίας από τη μαζική χλεύη έχει οδηγήσει στη σπανιότατη πλέον χρήση της λέξης «λειτούργημα») άλλαξαν πολλά, σχεδόν όλα, αφού από τις εφημερίδες περάσαμε στο ραδιόφωνο, την τηλεόραση και το Διαδίκτυο. Αλλαξε πρώτα πρώτα το ίδιο το εργαλείο της δουλειάς των δημοσιογράφων, τόσο που να μη στέκει καν στην κυριολεξία του ο όρος αυτός αφού τουλάχιστον για τους μισούς, και σίγουρα για τους πιο ισχυρούς, η γραφή δεν είναι απαραίτητη· αρκεί η φωνή, η ομιλία, που αρκετές φορές μπορεί να εκφέρεται ακόμα και ασύντακτη, εφόσον το κρίσιμο είναι να διατηρεί την επιθετικότητά της, την απόλυτη παντογνωστική αυτοπεποίθησή της και τη δοκησισοφία της. Αλλαξε έπειτα η σχέση των δημοσιογραφούντων με το χρόνο, ο οποίος, με την ακατάπαυστη ροή πληροφοριών, οικουμενικής πλέον προέλευσης και διασποράς, ταχύτατης μάλιστα, ακαριαίας, δεν κόβεται πια σε ημέρες, αλλά παίρνει τη μορφή ενός συνεχούς. Πάει καιρός άλλωστε που η διάκριση πρωινών και απογευματινών εφημερίδων είναι ανυπόστατη, και επιπλέον, τα φύλλα του Σαββάτου και της Κυριακής, προτυπωμένα στο μεγαλύτερο μέρος τους, βλέπουν τον ενημερωτικό, καθαρά πληροφοριακό χαρακτήρα τους να αμβλύνεται, αφού μένουν πίσω από τα γεγονότα και την καταγραφή τους· δεν είναι πάντως αυτός ο κύριος λόγος που μειώθηκε η εφημεριδογραφική αξιοπιστία και η εμπιστοσύνη του αναγνώστη (όταν παραμένει αναγνώστης και δεν εξωθείται να γίνει καταναλωτής «προσφορών») στο φύλλο της προτιμήσεώς του.
Κι ωστόσο, παρ’ όλες αυτές τις διαφοροποιήσεις και τις εξελίξεις, οι παρατηρήσεις Αποστολάκη, όσον αφορά «τ’ απομεινάρια της μέρας» που αποτελούν την ψυχοπνευματική δημοσιογραφική «δίαιτα», την «υπεροχή του δημοσιογράφου» και τη συμβολή της στην «αλλαγή του λαού σε μάζα» διατηρούν ακέραιη τη σημασία τους· άλλωστε με την επικράτηση του ηλεκτρονικού Τύπου, ό, τι νοσηρό υπήρχε ήδη, επιδεινώθηκε και επεκτάθηκε. Αντί να οδηγηθούμε στη μετριοφροσύνη συνειδητοποιώντας ότι τρεφόμαστε με «τ’ απομεινάρια της ημέρας» και όχι με το μεδούλι της, και ότι ο κόσμος κάθε άλλο παρά εξαντλείται στην αναπαράστασή του από τα μίντια (λίγες φέτες του χωρούν εκεί, όχι οπωσδήποτε οι σπουδαιότερες) να οδηγηθούμε στη μετριοφροσύνη, η προπολεμική «υπεροχή του δημοσιογράφου», διαπιστώνουμε ότι η προπολεμική «υπεροχή του δημοσιογράφου» κατέληξε στην τοποθέτηση της δημοσιογραφίας στο ύψος της «τέταρτης εξουσίας», απ’ όπου ελέγχει τα πάντα χωρίς η ίδια να ανέχεται έλεγχο και χωρίς να λογοδοτεί σε άλλον πλην του καθρέφτη της.
Αλλά βέβαια, αν υπάρχει «τέταρτη εξουσία», τη διαθέτουν και μπορούν να τη χρησιμοποιήσουν αν και όποτε το επιθυμούν οι ιδιοκτήτες των μέσων, με την επικουρία των «αστέρων» και των προθύμων εκείνων που κινούνται επ’ ωφελεία τους στο όριο μεταξύ δημοσιογραφίας και εργοδοσίας. «Τεταρτοεξουσιαστές, δεν μπορεί να είναι οι μισθωτοί των εφημερίδων και των ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών· αυτοί, κι αν το τραβάει βέβαια η ηθική όρεξή τους, το πολύ να γεύονται κάποια από τα προνόμια μιας συντεχνίας που, ευτυχώς, δεν είναι πια τόσο ισχυρή όσο όριζαν οι αυταπάτες της.
Πηγή : http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathpolitics_1_21/05/2011_1295198

Enhanced by Zemanta

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

Αυτοί που «ζούνε από τ’ απομεινάρια της ημέρας»




Tου Παντελη Μπουκαλα
Ψάχνοντας σε παλιά, προπολεμικά βιβλία που παρά τη μεγάλη αξία τους δεν ξανατυπώθηκαν ποτέ, για να κοπεί έτσι απότομα κι άδικα ο βίος των ιδεών τους, έπεσα πάνω σε μια υποσημείωση του Γιάννη Αποστολάκη που αφορά τη δική μας συντεχνία, τη δημοσιογραφική. Μια από τις μείζονες προσωπικότητες των γραμμάτων μας κατά τον Μεσοπόλεμο ο φιλόλογος Αποστολάκης (1886-1947), κι ένας από τους αυστηρότερους κριτικούς της νεοελληνικής λογοτεχνίας, μιλάει στο συγκεκριμένο βιβλίο του, με τίτλο «Τα δημοτικά τραγούδια. Μέρος Α΄: Οι συλλογές», έκδοση του 1929, για τον Νικόλαο Πολίτη, τον ανθολόγο της δημοτικής μας ποίησης και εισηγητή της λαογραφικής επιστήμης στην Ελλάδα. Στις προηγούμενες διακόσιες πενήντα σελίδες του βιβλίου του έχει κρίνει με λεπτολόγο αυστηρότητα τόσο την ανθολογία του Σπυρίδωνος Ζαμπέλιου του 1852, τα «Ασματα δημοτικά της Ελλάδος», όσο και τις «Εκλογές από τα τραγούδια του ελληνικού λαού» του Ν. Γ. Πολίτη, του 1915, και στο ειδικό πια κεφάλαιο για τη συνολική πνευματική παρουσία του Πολίτη γράφει:
«Πολλά βέβαια γραφήκανε στο θάνατό του από πολλούς. Από αυτά λίγα, πολύ λίγα, γράψανε οι ειδικοί επιστήμονες, τα περισσότερα τα έχουν γραμμένα δημοσιογράφοι, άνθρωποι δηλαδή από εκείνη την καινούργια τάξη των μορφωμένων, που τώρα τελευταία πλήθυνε πολύ και σιγά σιγά ανέβηκε απάνω απάνω και παρουσιάζεται στον τόπο μας για καθαυτό πνευματική τάξη. Ετσι ο σοβαρώτερος άνθρωπος της εποχής, ο άνθρωπος που μόχθησε στη ζωή του να έχη πραγματική υπόσταση πνευματική και ψυχική, κρίθηκε απ’ ανθρώπους, που ζούνε από τ’ απομεινάρια μιας ημέρας. Διόλου παράξενο το έργο και η ζωή του Πολίτη να χάσουν το βάρος και την αξία τους. Χιλιομασημένα λόγια (υπομονή, εργατικότητα, αγάπη στη ζωή του λαού) και ξεπλυμένη αισθηματολογία ήταν τα σχετικά μνημόσυνα, πεζά και ποιητικά, γιατί δεν έλειψε και η ποίηση· φανερό πια πως η ζωή και το έργο του Πολίτη είχαν γίνει κι αυτά ένα από τα χίλια δυο μικροπράματα, που μαζώνει ο δημοσιογράφος από το διάβα της μιας ημέρας, για να έχη να τα διαλαλήση την άλλη μέρα για να ζήση».
Ατεγκτος έτσι κι αλλιώς στις αναγνώσεις και τις αποτιμήσεις του ο Γιάννης Αποστολάκης, που, με μέτρο τον Σολωμό και το δημοτικό τραγούδι, δεν δίστασε να απορρίψει όχι μόνο τον Πορφύρα αλλά και τον Παλαμά και τον Κάλβο, συμπληρώνει σε υποσημείωσή του τις παρατηρήσεις του για τη δημοσιογραφία εν γένει: «Στα τελευταία χρόνια όλη η πνευματική ζωή του τόπου κατάντησε να γίνη δημοσιογραφία κι ο δημοσιογράφος ο κυριώτερος τύπος της πνευματικής μας ζωής, που τον βρίσκεις μέσα σε κάθε μορφωμένο, από τον τελειόφοιτο του γυμνασίου ώς τον επιστήμονα μ’ ευρωπαϊκές σπουδές. Αλλού δεν ξέρω τι γίνεται και ούτε με νοιάζει να μάθω, στον τόπο μας όμως η αφθονία αυτή και η υπεροχή του δημοσιογράφου είναι για μένα αλάθευτο σημάδι πόσο έχουν λιγοστέψει οι άνθρωποι, που νοιάζουνται για το είναι, και η καλύτερη απόδειξη πόσο πολύ είναι προχωρημένη η αλλαγή του λαού σε μάζα. Καμμιά έγνοια δεν ταράζει το δημοσιογράφο, δηλαδή το μορφωμένο μας, για το είναι. Ο κόσμος του δεν έχει τίποτε στέρεο, όλα εκεί μέσα σαλεύουν, γλιστρούνε· δεν έχει τίποτε φωτεινό, παντού είναι καταχνιά και ομίχλη. Δοκιμάζει ο μορφωμένος μας να σκεφτή και η σκέψη του δεν πάει στο ένα, που είναι χρεία, παρά στα πολλά, δεν πάει στο πραγματικό, στο αληθινό παρά στις διάφορες δυνατότητες. Δοκιμάζει να θελήση και η θέλησή του σταματά σε σκιές, σε διάφορα δηλαδή σχέδια· δε φτάνει ποτέ στο ένα, που είναι χρεία, δεν φτάνει ποτέ στην πράξη, που είναι φως. [...]»
Από τότε πέρασαν πάνω από ογδόντα βαριά χρόνια, περίπου ένας αιώνας. Και στη δημοσιογραφία (όπου το ένστικτο της αυτοπροστασίας από τη μαζική χλεύη έχει οδηγήσει στη σπανιότατη πλέον χρήση της λέξης «λειτούργημα») άλλαξαν πολλά, σχεδόν όλα, αφού από τις εφημερίδες περάσαμε στο ραδιόφωνο, την τηλεόραση και το Διαδίκτυο. Αλλαξε πρώτα πρώτα το ίδιο το εργαλείο της δουλειάς των δημοσιογράφων, τόσο που να μη στέκει καν στην κυριολεξία του ο όρος αυτός αφού τουλάχιστον για τους μισούς, και σίγουρα για τους πιο ισχυρούς, η γραφή δεν είναι απαραίτητη· αρκεί η φωνή, η ομιλία, που αρκετές φορές μπορεί να εκφέρεται ακόμα και ασύντακτη, εφόσον το κρίσιμο είναι να διατηρεί την επιθετικότητά της, την απόλυτη παντογνωστική αυτοπεποίθησή της και τη δοκησισοφία της. Αλλαξε έπειτα η σχέση των δημοσιογραφούντων με το χρόνο, ο οποίος, με την ακατάπαυστη ροή πληροφοριών, οικουμενικής πλέον προέλευσης και διασποράς, ταχύτατης μάλιστα, ακαριαίας, δεν κόβεται πια σε ημέρες, αλλά παίρνει τη μορφή ενός συνεχούς. Πάει καιρός άλλωστε που η διάκριση πρωινών και απογευματινών εφημερίδων είναι ανυπόστατη, και επιπλέον, τα φύλλα του Σαββάτου και της Κυριακής, προτυπωμένα στο μεγαλύτερο μέρος τους, βλέπουν τον ενημερωτικό, καθαρά πληροφοριακό χαρακτήρα τους να αμβλύνεται, αφού μένουν πίσω από τα γεγονότα και την καταγραφή τους· δεν είναι πάντως αυτός ο κύριος λόγος που μειώθηκε η εφημεριδογραφική αξιοπιστία και η εμπιστοσύνη του αναγνώστη (όταν παραμένει αναγνώστης και δεν εξωθείται να γίνει καταναλωτής «προσφορών») στο φύλλο της προτιμήσεώς του.
Κι ωστόσο, παρ’ όλες αυτές τις διαφοροποιήσεις και τις εξελίξεις, οι παρατηρήσεις Αποστολάκη, όσον αφορά «τ’ απομεινάρια της μέρας» που αποτελούν την ψυχοπνευματική δημοσιογραφική «δίαιτα», την «υπεροχή του δημοσιογράφου» και τη συμβολή της στην «αλλαγή του λαού σε μάζα» διατηρούν ακέραιη τη σημασία τους· άλλωστε με την επικράτηση του ηλεκτρονικού Τύπου, ό, τι νοσηρό υπήρχε ήδη, επιδεινώθηκε και επεκτάθηκε. Αντί να οδηγηθούμε στη μετριοφροσύνη συνειδητοποιώντας ότι τρεφόμαστε με «τ’ απομεινάρια της ημέρας» και όχι με το μεδούλι της, και ότι ο κόσμος κάθε άλλο παρά εξαντλείται στην αναπαράστασή του από τα μίντια (λίγες φέτες του χωρούν εκεί, όχι οπωσδήποτε οι σπουδαιότερες) να οδηγηθούμε στη μετριοφροσύνη, η προπολεμική «υπεροχή του δημοσιογράφου», διαπιστώνουμε ότι η προπολεμική «υπεροχή του δημοσιογράφου» κατέληξε στην τοποθέτηση της δημοσιογραφίας στο ύψος της «τέταρτης εξουσίας», απ’ όπου ελέγχει τα πάντα χωρίς η ίδια να ανέχεται έλεγχο και χωρίς να λογοδοτεί σε άλλον πλην του καθρέφτη της.
Αλλά βέβαια, αν υπάρχει «τέταρτη εξουσία», τη διαθέτουν και μπορούν να τη χρησιμοποιήσουν αν και όποτε το επιθυμούν οι ιδιοκτήτες των μέσων, με την επικουρία των «αστέρων» και των προθύμων εκείνων που κινούνται επ’ ωφελεία τους στο όριο μεταξύ δημοσιογραφίας και εργοδοσίας. «Τεταρτοεξουσιαστές, δεν μπορεί να είναι οι μισθωτοί των εφημερίδων και των ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών· αυτοί, κι αν το τραβάει βέβαια η ηθική όρεξή τους, το πολύ να γεύονται κάποια από τα προνόμια μιας συντεχνίας που, ευτυχώς, δεν είναι πια τόσο ισχυρή όσο όριζαν οι αυταπάτες της.
Πηγή : http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathpolitics_1_21/05/2011_1295198

Enhanced by Zemanta

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου