Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2011

Ελληνική Μουσική 1870-1970


Συλλογή ελληνικών τραγουδιών (1870-1970)

Εισαγωγή
Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί, χωρίς να υπερβάλλει, πως την περίοδο 1870-1960 το ελληνικό τραγούδι γνώρισε ξεχωριστή άνθιση η οποία στοιχειοθετείται, κυρίως, από την μεγάλη παραγωγή τραγουδιών, την ενασχόληση λόγιων συνθετών και ποιητών με το είδος και την απήχηση που είχε το τραγούδι στο ευρύ κοινό. Αρκετοί, επίσης, ήταν οι τραγουδιστές που διέθεταν παιδεία κλασσικού τραγουδιού προσδίδοντας έτσι ξεχωριστή ποιότητα σε μία ουσιαστικά "ελαφρά" μουσική μορφή (ενδεικτικά, αναφέρω τους Πέτρο Επιτροπάκη, Δημήτριο Ρόδιο και Χρήστο Στρουμπούλη).
Η περίοδος που προαναφέρεται, αν και έχει κοινά χαρακτηριστικά σε όλη της τη διάρκεια, παρουσιάζει κατά περιόδους αρκετές διαφορές κυρίως ως προς τις επιρροές και τη θεματολογία των τραγουδιών. Σύμφωνα με τον Κ. Μυλωνά1 χωρίζεται σε δύο υποπεριόδους: α) 1870-1930 και β) 1930-1960.
Το επτανησιακό τραγούδι και το ιταλικό bel canto θεωρούνται πρόδρομοι του ελληνικού τραγουδιού και επηρέασαν τη δημιουργία και την εξέλιξή του σε σημαντικό βαθμό. Το γεγονός ότι μετά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 τα Επτάνησα ήταν ο κυρίαρχος φορέας δημιουργίας ελληνικής λόγιας μουσικής αναπότρεπτα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι μετέπειτα μουσικές προσπάθειες στην Ελλάδα δανείστηκαν στοιχεία από την επτανησιακή μουσική. Εξάλλου, τα ακούσματα της ιταλικής όπερας ήταν εύλογο να επηρεάσουν την μουσική αισθητική των νεοελλήνων. Τα κύρια είδη τραγουδιών που ευδοκίμησαν κατά την περίοδο 1870-1930 ήταν το λεγόμενο “αθηναϊκό” τραγούδι, η καντάδα, και τα τραγούδια των αθηναϊκών επιθεωρήσεων και των οπερεττών (που για μεγάλο χρονικό διάστημα κυριαρχούσαν στην ελληνική θεατρική σκηνή). Τα μεν πρώτα (“αθηναϊκό” τραγούδι και καντάδα) λειτουργούσαν εξ ορισμού αυτόνομα, τα δε δεύτερα - παρά την αρχική τους σύνδεση με ένα ολοκληρωμένο δραματουργικό έργο - λειτουργούσαν και ως ανεξάρτητα τραγούδια. Μετά το 1930 οι Έλληνες συνθέτες, παλινδρομώντας ανάμεσα στις επιρροές που δέχονταν από την αμερικάνικη και την ευρωπαϊκή μουσική κίνηση και στην ελληνική μουσική κληρονομιά, γράφουν τόσο στους ρυθμούς του ταγκό, της σάμπας και του βαλς όσο και μελωδίες που παραπέμπουν στις αθηναϊκές καντάδες και τα τραγούδια των επιθεωρήσεων.
Πρόσφατα η Μεγάλη Μουσική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος “Λίλιαν Βουδούρη” απέκτησε τη συλλογή του κ. Χρήστου Καλαμπάκα που περιλαμβάνει περισσότερα από 5500 ελληνικά τραγούδια. Το μεγαλύτερο τμήμα της συλλογής καλύπτει τη χρονική περίοδο 1870-19602, ενώ υπάρχουν και κάποια τραγούδια που χρονολογούνται μεταξύ 1960 και 1978. Αν, μάλιστα, λάβει κανείς υπ’ όψιν και κάποιες επιμέρους - μικρότερου όγκου - συλλογές ιδιωτών που δωρήθηκαν ή αγοράστηκαν από τη Βιβλιοθήκη αντιλαμβάνεται πως πρόκειται για μία από τις πληρέστερες συλλογές ελληνικών τραγουδιών.3 Θα μπορούσε, λοιπόν, να αποτελέσει μια πολύ σημαντική βάση για την έρευνα αυτού του τμήματος της ελληνικής μουσικής που είναι, ουσιαστικά, ανεξερεύνητο.


Χαρακτηριστικά της συλλογής
Όπως προαναφέρθηκε, η συλλογή ελληνικών τραγουδιών της Βιβλιοθήκης αριθμεί περισσότερους από 5500 τίτλους ελληνικών και αρκετούς ξένων. Η καταγραφή των ελληνικών τραγουδιών έχει ήδη ολοκληρωθεί. Ο κατάλογος δίνει στοιχεία σχετικά με το συνθέτη, τον τίτλο του τραγουδιού, τον τίτλο της επιθεώρησης ή της οπερέττας στην οποία τυχόν περιλαμβανόταν το τραγούδι, το στιχουργό, τον τόπο και το έτος έκδοσης (όπου υπάρχουν) και τον εκδότη. Υπάρχουν, επίσης, κάποιες λεπτομέρειες που αφορούν στο χαράκτη, τον εικονογράφο της παρτιτούρας ή το λιθογραφείο στο οποίο έγινε η εκτύπωση, όπως και στον μεταγραφέα του τραγουδιού (όπου υπάρχει).
Ένα σημαντικό στοιχείο της συλλογής είναι πως καλύπτει ένα αρκετά ευρύ φάσμα του ελληνικού τραγουδιού καθώς περιλαμβάνει και τη λόγια μουσική έκφραση (τραγούδια που δημιούργησαν λόγιοι καλλιτέχνες) αλλά και τη λαϊκότερη έκφραση που απευθυνόταν σε ένα ευρύτερο κοινό το οποίο δε διέθετε απαραίτητα ειδική παιδεία. Έτσι δίπλα στα τραγούδια του Ν. Κόκκινου, του Δ. Λαυράγκα και του Μ. Καλομοίρη υπάρχουν τα τραγούδια του Γ. Μουζάκη, του Κλ. Τριανταφύλλου (Αττίκ) και του Χ. Χαιρόπουλου. Αντίστοιχη ευρύτητα συναντά κανείς και κατά τη φιλολογική έρευνα των τραγουδιών καθώς μέσα από τη συλλογή αντιπαραβάλλει τη λόγια ποίηση (η οποία λειτούργησε κατά κύριο λόγο ανεξάρτητα από την μουσική της επένδυση) των Δ. Σολωμού, Μ. Μαλακάση, Λ. Πορφύρα κ.ά. με εκείνο το είδος ποίησης που δημιουργήθηκε για να αποτελέσει τη βάση κάποιων τραγουδιών που απευθύνονταν στο ευρύτερο κοινό.
Στη συλλογή περιλαμβάνονται, επίσης, κάποια μουσικά περιοδικά στα οποία δημοσιεύονταν τραγούδια της εποχής. Πρέπει, βέβαια, να σημειωθεί ότι οι ελληνικές εκδόσεις αυτού του είδους, παρά το γεγονός ότι έλαβαν ως πρότυπα ανάλογες ευρωπαϊκές εκδόσεις, ήταν πιο συνοπτικές και λιγότερο προσεγμένες από αυτές του εξωτερικού. Από τον αριθμό των περιοδικών και των φύλλων που εκδίδονταν βγαίνει το συμπέρασμα ότι υπήρχε αυξημένη κίνηση σε αυτόν τον τομέα και προφανώς υπήρχε μεγάλη ζήτηση. Ορισμένα από τα περιοδικά αυτού του είδους είναι το μουσικό λεύκωμα "Φαντάζιο", τα περιοδικά "Μόδα και Τέχνη" και "Πάνθεον" (στα οποία υπήρχαν παρτιτούρες τραγουδιών ως ένθετα), η "Μουσική Εφημερίς", η "Μουσική Ανθοδέσμη", η "Ευτέρπη" κ.ά., από τα οποία άλλα είχαν μεγάλη εκδοτική δραστηριότητα και άλλα πιο περιορισμένη. Η συλλογή τραγουδιών της Βιβλιοθήκης περιλαμβάνει έναν αρκετά ικανοποιητικό αριθμό τέτοιων περιοδικών εκδόσεων αλλά δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πλήρης. Παρ' όλ' αυτά, σε συνδυασμό με άλλα μουσικά περιοδικά της εποχής που υπάρχουν στη Βιβλιοθήκη, όπως τα "Μουσικά Χρονικά", η "Μουσική" και η "Μουσική Ζωή" (στα οποία δημοσιευόταν μουσική), κανείς σχηματίζει αρκετά σαφή εικόνα της εποχής.
Σημαντικές, εξάλλου, είναι οι μουσικές εκδόσεις της Κωνσταντινούπολης, της Ερμούπολης και της Θεσσαλονίκης που χρονολογούνται γύρω στα τέλη του περασμένου αιώνα καθώς και οι εκδόσεις ελληνικών τραγουδιών από ξένους εκδοτικούς οίκους.
Θεματολογία ελληνικών τραγουδιών
Τα θέματα των τραγουδιών διαφοροποιούνται ελαφρώς κατά χρονικές περιόδους και κατά είδος. Το αθηναϊκό τραγούδι, που βρίσκει την πιο χαρακτηριστική του έκφραση στην καντάδα, φέρει σαφείς επιρροές από το επτανησιακό τραγούδι και πραγματεύεται, κυρίως, θέματα γύρω από την αγάπη και τη ζωή της Αθήνας. Έχει έντονα ρομαντικό χαρακτήρα και συχνά χρησιμοποιεί στίχους λόγιων ποιητών, όπως οι Πολέμης, Πορφύρας, Δροσίνης, Μαλακάσης κ.ά.
Η αθηναϊκή επιθεώρηση εμφανίστηκε το 1894 και συνυπάρχει χρονολογικά, για ένα διάστημα, με το αθηναϊκό τραγούδι. Ασχολείται συνήθως με θέματα της επικαιρότητας που αφορούν στα πολιτικά και κοινωνικά τεκταινόμενα ή σε χαρακτηριστικούς κοινωνικούς τύπους της εποχής και, βέβαια, στο πάντοτε επίκαιρο θέμα της αγάπης. Έτσι το 1913 έχουμε τα "Πολεμικά Παναθήναια" και το "Πολεμικόν Πανόραμα", το 1910 την παράσταση "Ο κομήτης του Χάλλεϋ", τα τραγούδια "Οι γλεντζέδες" και "Στα μπάνια μόνο" από τον "Παπαγάλο" του 1920 και του 1927 αντίστοιχα, τον "Αδήλωτο" και την "Πεθερά" από τα ”Παναθήναια" του 1915 ή το τραγούδι "Για σένα" από την επιθεώρηση ”Το τζιτζίκι". Κατά συνέπεια, η επιθεώρηση μπορεί να αποτελέσει σημαντική πηγή όχι μόνο μουσικο-φιλολογικής αλλά και ιστορικής έρευνας. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι αρκετές φορές χρησιμοποιήθηκαν ξένες μελωδίες για τη μουσική επένδυση επιθεωρησιακών τραγουδιών. Μία τέτοια περίπτωση είναι το πολύ γνωστό "'Ασμα ευζώνου" από τα "Παναθήναια του 1913" που βασίστηκε στην μελωδία ενός αμερικάνικου τραγουδιού της εποχής.4Ενδιαφέρουσα και προς έρευνα, επίσης, είναι η άποψη που αναφέρει ο Μυλωνάς στο βιβλίο του"Ιστορία του ελληνικού τραγουδιού"5 ότι η μουσική είχε πιο σημαντική θέση από το κείμενο στην επιθεώρηση. Αυτό διαφαίνεται, σύμφωνα με τον Μυλωνά, από το γεγονός ότι τα τραγούδια των επιθεωρήσεων εκδίδονταν ενώ τα κείμενά τους όχι.
Η θεματολογία της οπερέττας κινείται συνήθως γύρω από τον έρωτα που αποδίδεται με "ελαφρό" και χαρούμενο τρόπο. Παρ' όλ' αυτά, δε λείπει και η πιο σοβαρή (ορισμένες φορές δραματική) διάθεση σε ορισμένα έργα. Η παραγωγή των Ελλήνων συνθετών υπήρξε αρκετά αυξημένη στον τομέα της οπερέττας με βασικούς εκπροσώπους τους Θ. Σακελλαρίδη, Χ. Χαιρόπουλο και Ν. Χατζηαποστόλου. Η ελληνική οπερέττα σαφώς επηρεάστηκε από τα δύο μουσικά είδη που προαναφέρθηκαν - το αθηναϊκό τραγούδι και την επιθεώρηση - όπως και από ξένες οπερέττες. Ταυτόχρονα, όμως, σκιαγραφεί την ελληνική πραγματικότητα και μεταχειρίζεται στοιχεία του ελληνικού μουσικού ιδιώματος.
Μετά το 1930 τα θέματα που θίγουν, κατά κύριο λόγο, οι δημιουργοί του ελληνικού τραγουδιού είναι ο έρωτας και το κρασί. Το γραμμόφωνο και η ανάπτυξη της δισκογραφίας φέρνουν τους Έλληνες σε επαφή και με την ξένη μουσική, κυρίως την αμερικάνικη, από την οποία και επηρρεάζονται άμεσα. Μεγάλες διαστάσεις παίρνει πλέον το φαινόμενο της προσαρμογής ελληνικών στίχων σε ξένα τραγούδια. Έτσι μαζί με τις παλιές καντάδες και τα τραγούδια των οπερεττών ακούγονται και οι σάμπες, τα βαλς και τα ταγκό.

Παρατηρήσεις
Αν παρακολουθήσει κανείς την ιστορία του ελληνικού τραγουδιού της περιόδου που προαναφέρεται παράλληλα με την εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας της εποχής και με κάποια γεγονότα σχετικά με την μουσική στην Ελλάδα σχηματίζει μια πολύ ξεκάθαρη εικόνα για τον τρόπο δημιουργίας και εξέλιξής του. Επίσης, από ένα μέρος της συλλογής διαφαίνονται διάφορες τάσεις των Ελλήνων συνθετών όπως αυτή της εναρμόνισης δημοτικών τραγουδιών ή της διασκευής παλιών τραγουδιών.
H άνοδος της αστικής τάξης στην Ελλάδα έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του τραγουδιού καθώς αυτή ήταν ο βασικός αποδέκτης του. Η παιδεία (γενική και, κυρίως, μουσική) αυτής της κοινωνικής τάξης είναι εκείνη που καθόρισε κατά ένα μέρος το χαρακτήρα του ελληνικού τραγουδιού κυρίως κατά τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα. Πολλές ήταν οι αθηναϊκές οικογένειες που γύρω στις αρχές του 20ού αιώνα διέθεταν ένα πιάνο το οποίο συνήθως αποτελούσε βασικό μέσο ψυχαγωγίας όλης της οικογένειας. Αυτό μαρτυρείται, εκτός των άλλων, από τις αρκετές σωζόμενες χειρόγραφες παρτιτούρες, που προέρχονται από αντιγραφή του τραγουδιού, με μεταφορά συνήθως της τονικής του βάσης (trasporto), ώστε να είναι πιο εύκολη η εκτέλεσή του από τα μέλη της οικογένειας ή κάποιας συντροφιάς. Το γεγονός λοιπόν, ότι το ελληνικό τραγούδι είχε ως αποδέκτη ένα τόσο ευρύ κοινό - όπως αυτό της ελληνικής αστικής οικογένειας - συνέβαλε στην αύξηση της παραγωγής του.
Η αυξημένη ζήτηση ορισμένων τραγουδιών φαίνεται από τον αριθμό των επανεκδόσεών τους (υπάρχουν τραγούδια που τυπώθηκαν σε 14 ή περισσότερες χιλιάδες αντίτυπα). Αντίστοιχα, άρχισε και η επέκταση της εκδοτικής δραστηριότητας των μουσικών οίκων καθώς υπήρχε κοινό που αγόραζε παρτιτούρες τραγουδιών για προσωπική μελέτη και εκτέλεση. Έτσι από το 1900 και έπειτα φαίνεται ότι λειτούργησαν περισσότεροι από δέκα μουσικοί εκδοτικοί οίκοι στην Αθήνα και αρκετοί ακόμα στην Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, την Ερμούπολη και τη Θεσσαλονίκη.6Εξάλλου, αρκετοί ήταν οι συνθέτες και οι στιχουργοί που εξέδιδαν οι ίδιοι τα έργα τους. Κάποιοι από τους εκδοτικούς οίκους εξέδωσαν χιλιάδες τραγούδια ενώ άλλοι είχαν περιορισμένη δράση. Ορισμένοι μετά από κάποια χρονική περίοδο δράσης μετονομάστηκαν. Οι εκδόσεις τους αποτελούν αναμφισβήτητα μία πολύ ουσιαστική πηγή έρευνας της ιστορίας τους.
Παράλληλα με την κίνηση των μουσικών εκδοτικών οίκων μπορεί κανείς να παρακολουθήσει και την ιστορία των μουσικών χαρακτών στην Ελλάδα, των τυπολιθογραφείων και των εικονογράφων. Θα μπορούσε, μάλιστα, να ειπωθεί ότι ο ρόλος αυτών των συντελεστών ήταν αρκετά σημαντικός αν σκεφτεί κανείς ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η εικαστική αισθητική της παρτιτούρας υποδήλωνε και τη μουσική αισθητική. Διαφορετικό ύφος εικονογράφησης είχε, για παράδειγμα, το τραγούδι μιας επιθεώρησης και άλλο ένα αυτόνομο τραγούδι (ιδίως λόγιου συνθέτη).
Επίσης, οι εκδόσεις μουσικών περιοδικών, που αναφέρονται σε άλλο σημείο του κειμένου, είναι ένα σημαντικό κεφάλαιο αυτής της εποχής και καταδεικνύουν το δημοφιλή χαρακτήρα των τραγουδιών.
Από την άλλη μεριά, κάποια τραγούδια (κυρίως αυτά των επιθεωρήσεων) σκιαγραφούν κοινωνικές εξελίξεις ή πολιτικά γεγονότα που συνέβησαν εκείνη την εποχή στην Ελλάδα. Δίνουν, λοιπόν, μια ενδιαφέρουσα άποψη για σοβαρά γεγονότα που εξετάζονται με σκωπτική ματιά, και καθρεφτίζουν αρκετές φορές την κοινή γνώμη.
Εκτός αυτού, πολύ συχνά συνθέτες “λόγιας” μουσικής έγραψαν δημοφιλή τραγούδια κινούμενοι συνήθως από βιοποριστικούς λόγους. Το γεγονός αυτό συνέβαλε στην ποιοτική αναβάθμιση του ελληνικού τραγουδιού καθώς αρκετοί από τους δημιουργούς του είχαν συγκροτημένη μουσική παιδεία και καλλιέργεια. Μία τέτοια πολύ γνωστή περίπτωση είναι αυτή του συνθέτη Γιάννη Κωνσταντινίδη, ενός από τους σημαντικότερους νεοέλληνες συνθέτες, ο οποίος παράλληλα με την “έντεχνη” δημιουργία του έγραψε και ένα πολύ μεγάλο αριθμό “ελαφρών” τραγουδιών που είχαν μεγάλη επιτυχία. Για αυτό το δεύτερο μέρος του έργου του χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Κώστας Γιαννίδης.7
Τέλος, στην αρχική παρατήρηση σχετικά με την αγάπη του Έλληνα αστού για το τραγούδι (και κατ’ επέκταση για την μουσική γενικά) πρέπει να σημειωθεί, ως αποτέλεσμα, και η ανάπτυξη της μουσικής παιδείας στην Ελλάδα. Στο πρώτο ελληνικό ωδείο, το Ωδείο Αθηνών, που ιδρύθηκε το 1871 προστέθηκαν σύντομα το Ελληνικό και το Εθνικό Ωδείο και ακολούθησαν αργότερα πολλά άλλα.
Χωρίς να υπερεκτιμάται, ο ρόλος του ελληνικού τραγουδιού της περιόδου που εξετάζεται αναμφισβήτητα επηρέασε τη μουσική ζωή στην Ελλάδα. Σε μία εποχή που η σχέση του ελληνικού κοινού με τη μουσική περιοριζόταν, κυρίως, στην ιταλική όπερα και σε κάποιες οπερέττες, το ελληνικό τραγούδι αποτέλεσε συνεκτικό δεσμό ανάμεσα στους λόγιους έλληνες συνθέτες και το ευρύ κοινό. Το σημαντικότερο ίσως χαρακτηριστικό του είναι ότι είχε ως αφετηρία την ελληνική ζωή με τις ιδιαιτερότητές της και - παρ' όλες τις επιρροές του - απευθυνόταν σε ελληνικό κοινό. Οπωσδήποτε, πάντως, υπάρχουν αρκετοί λόγοι για να εξεταστούν σε βάθος κάποιες πτυχές του.
Ο κατάλογος τραγουδιών της Βιβλιοθήκης με όλα τα στοιχεία του παρατίθεται σαν μέρος αυτού του κειμένου. Είναι σημαντικό να έχει κανείς κατά νου ότι ο κατάλογος περιέχει τραγούδια που διαθέτει η Βιβλιοθήκη και είναι στη διάθεση του κοινού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2011

Ελληνική Μουσική 1870-1970


Συλλογή ελληνικών τραγουδιών (1870-1970)

Εισαγωγή
Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί, χωρίς να υπερβάλλει, πως την περίοδο 1870-1960 το ελληνικό τραγούδι γνώρισε ξεχωριστή άνθιση η οποία στοιχειοθετείται, κυρίως, από την μεγάλη παραγωγή τραγουδιών, την ενασχόληση λόγιων συνθετών και ποιητών με το είδος και την απήχηση που είχε το τραγούδι στο ευρύ κοινό. Αρκετοί, επίσης, ήταν οι τραγουδιστές που διέθεταν παιδεία κλασσικού τραγουδιού προσδίδοντας έτσι ξεχωριστή ποιότητα σε μία ουσιαστικά "ελαφρά" μουσική μορφή (ενδεικτικά, αναφέρω τους Πέτρο Επιτροπάκη, Δημήτριο Ρόδιο και Χρήστο Στρουμπούλη).
Η περίοδος που προαναφέρεται, αν και έχει κοινά χαρακτηριστικά σε όλη της τη διάρκεια, παρουσιάζει κατά περιόδους αρκετές διαφορές κυρίως ως προς τις επιρροές και τη θεματολογία των τραγουδιών. Σύμφωνα με τον Κ. Μυλωνά1 χωρίζεται σε δύο υποπεριόδους: α) 1870-1930 και β) 1930-1960.
Το επτανησιακό τραγούδι και το ιταλικό bel canto θεωρούνται πρόδρομοι του ελληνικού τραγουδιού και επηρέασαν τη δημιουργία και την εξέλιξή του σε σημαντικό βαθμό. Το γεγονός ότι μετά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 τα Επτάνησα ήταν ο κυρίαρχος φορέας δημιουργίας ελληνικής λόγιας μουσικής αναπότρεπτα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι μετέπειτα μουσικές προσπάθειες στην Ελλάδα δανείστηκαν στοιχεία από την επτανησιακή μουσική. Εξάλλου, τα ακούσματα της ιταλικής όπερας ήταν εύλογο να επηρεάσουν την μουσική αισθητική των νεοελλήνων. Τα κύρια είδη τραγουδιών που ευδοκίμησαν κατά την περίοδο 1870-1930 ήταν το λεγόμενο “αθηναϊκό” τραγούδι, η καντάδα, και τα τραγούδια των αθηναϊκών επιθεωρήσεων και των οπερεττών (που για μεγάλο χρονικό διάστημα κυριαρχούσαν στην ελληνική θεατρική σκηνή). Τα μεν πρώτα (“αθηναϊκό” τραγούδι και καντάδα) λειτουργούσαν εξ ορισμού αυτόνομα, τα δε δεύτερα - παρά την αρχική τους σύνδεση με ένα ολοκληρωμένο δραματουργικό έργο - λειτουργούσαν και ως ανεξάρτητα τραγούδια. Μετά το 1930 οι Έλληνες συνθέτες, παλινδρομώντας ανάμεσα στις επιρροές που δέχονταν από την αμερικάνικη και την ευρωπαϊκή μουσική κίνηση και στην ελληνική μουσική κληρονομιά, γράφουν τόσο στους ρυθμούς του ταγκό, της σάμπας και του βαλς όσο και μελωδίες που παραπέμπουν στις αθηναϊκές καντάδες και τα τραγούδια των επιθεωρήσεων.
Πρόσφατα η Μεγάλη Μουσική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος “Λίλιαν Βουδούρη” απέκτησε τη συλλογή του κ. Χρήστου Καλαμπάκα που περιλαμβάνει περισσότερα από 5500 ελληνικά τραγούδια. Το μεγαλύτερο τμήμα της συλλογής καλύπτει τη χρονική περίοδο 1870-19602, ενώ υπάρχουν και κάποια τραγούδια που χρονολογούνται μεταξύ 1960 και 1978. Αν, μάλιστα, λάβει κανείς υπ’ όψιν και κάποιες επιμέρους - μικρότερου όγκου - συλλογές ιδιωτών που δωρήθηκαν ή αγοράστηκαν από τη Βιβλιοθήκη αντιλαμβάνεται πως πρόκειται για μία από τις πληρέστερες συλλογές ελληνικών τραγουδιών.3 Θα μπορούσε, λοιπόν, να αποτελέσει μια πολύ σημαντική βάση για την έρευνα αυτού του τμήματος της ελληνικής μουσικής που είναι, ουσιαστικά, ανεξερεύνητο.


Χαρακτηριστικά της συλλογής
Όπως προαναφέρθηκε, η συλλογή ελληνικών τραγουδιών της Βιβλιοθήκης αριθμεί περισσότερους από 5500 τίτλους ελληνικών και αρκετούς ξένων. Η καταγραφή των ελληνικών τραγουδιών έχει ήδη ολοκληρωθεί. Ο κατάλογος δίνει στοιχεία σχετικά με το συνθέτη, τον τίτλο του τραγουδιού, τον τίτλο της επιθεώρησης ή της οπερέττας στην οποία τυχόν περιλαμβανόταν το τραγούδι, το στιχουργό, τον τόπο και το έτος έκδοσης (όπου υπάρχουν) και τον εκδότη. Υπάρχουν, επίσης, κάποιες λεπτομέρειες που αφορούν στο χαράκτη, τον εικονογράφο της παρτιτούρας ή το λιθογραφείο στο οποίο έγινε η εκτύπωση, όπως και στον μεταγραφέα του τραγουδιού (όπου υπάρχει).
Ένα σημαντικό στοιχείο της συλλογής είναι πως καλύπτει ένα αρκετά ευρύ φάσμα του ελληνικού τραγουδιού καθώς περιλαμβάνει και τη λόγια μουσική έκφραση (τραγούδια που δημιούργησαν λόγιοι καλλιτέχνες) αλλά και τη λαϊκότερη έκφραση που απευθυνόταν σε ένα ευρύτερο κοινό το οποίο δε διέθετε απαραίτητα ειδική παιδεία. Έτσι δίπλα στα τραγούδια του Ν. Κόκκινου, του Δ. Λαυράγκα και του Μ. Καλομοίρη υπάρχουν τα τραγούδια του Γ. Μουζάκη, του Κλ. Τριανταφύλλου (Αττίκ) και του Χ. Χαιρόπουλου. Αντίστοιχη ευρύτητα συναντά κανείς και κατά τη φιλολογική έρευνα των τραγουδιών καθώς μέσα από τη συλλογή αντιπαραβάλλει τη λόγια ποίηση (η οποία λειτούργησε κατά κύριο λόγο ανεξάρτητα από την μουσική της επένδυση) των Δ. Σολωμού, Μ. Μαλακάση, Λ. Πορφύρα κ.ά. με εκείνο το είδος ποίησης που δημιουργήθηκε για να αποτελέσει τη βάση κάποιων τραγουδιών που απευθύνονταν στο ευρύτερο κοινό.
Στη συλλογή περιλαμβάνονται, επίσης, κάποια μουσικά περιοδικά στα οποία δημοσιεύονταν τραγούδια της εποχής. Πρέπει, βέβαια, να σημειωθεί ότι οι ελληνικές εκδόσεις αυτού του είδους, παρά το γεγονός ότι έλαβαν ως πρότυπα ανάλογες ευρωπαϊκές εκδόσεις, ήταν πιο συνοπτικές και λιγότερο προσεγμένες από αυτές του εξωτερικού. Από τον αριθμό των περιοδικών και των φύλλων που εκδίδονταν βγαίνει το συμπέρασμα ότι υπήρχε αυξημένη κίνηση σε αυτόν τον τομέα και προφανώς υπήρχε μεγάλη ζήτηση. Ορισμένα από τα περιοδικά αυτού του είδους είναι το μουσικό λεύκωμα "Φαντάζιο", τα περιοδικά "Μόδα και Τέχνη" και "Πάνθεον" (στα οποία υπήρχαν παρτιτούρες τραγουδιών ως ένθετα), η "Μουσική Εφημερίς", η "Μουσική Ανθοδέσμη", η "Ευτέρπη" κ.ά., από τα οποία άλλα είχαν μεγάλη εκδοτική δραστηριότητα και άλλα πιο περιορισμένη. Η συλλογή τραγουδιών της Βιβλιοθήκης περιλαμβάνει έναν αρκετά ικανοποιητικό αριθμό τέτοιων περιοδικών εκδόσεων αλλά δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πλήρης. Παρ' όλ' αυτά, σε συνδυασμό με άλλα μουσικά περιοδικά της εποχής που υπάρχουν στη Βιβλιοθήκη, όπως τα "Μουσικά Χρονικά", η "Μουσική" και η "Μουσική Ζωή" (στα οποία δημοσιευόταν μουσική), κανείς σχηματίζει αρκετά σαφή εικόνα της εποχής.
Σημαντικές, εξάλλου, είναι οι μουσικές εκδόσεις της Κωνσταντινούπολης, της Ερμούπολης και της Θεσσαλονίκης που χρονολογούνται γύρω στα τέλη του περασμένου αιώνα καθώς και οι εκδόσεις ελληνικών τραγουδιών από ξένους εκδοτικούς οίκους.
Θεματολογία ελληνικών τραγουδιών
Τα θέματα των τραγουδιών διαφοροποιούνται ελαφρώς κατά χρονικές περιόδους και κατά είδος. Το αθηναϊκό τραγούδι, που βρίσκει την πιο χαρακτηριστική του έκφραση στην καντάδα, φέρει σαφείς επιρροές από το επτανησιακό τραγούδι και πραγματεύεται, κυρίως, θέματα γύρω από την αγάπη και τη ζωή της Αθήνας. Έχει έντονα ρομαντικό χαρακτήρα και συχνά χρησιμοποιεί στίχους λόγιων ποιητών, όπως οι Πολέμης, Πορφύρας, Δροσίνης, Μαλακάσης κ.ά.
Η αθηναϊκή επιθεώρηση εμφανίστηκε το 1894 και συνυπάρχει χρονολογικά, για ένα διάστημα, με το αθηναϊκό τραγούδι. Ασχολείται συνήθως με θέματα της επικαιρότητας που αφορούν στα πολιτικά και κοινωνικά τεκταινόμενα ή σε χαρακτηριστικούς κοινωνικούς τύπους της εποχής και, βέβαια, στο πάντοτε επίκαιρο θέμα της αγάπης. Έτσι το 1913 έχουμε τα "Πολεμικά Παναθήναια" και το "Πολεμικόν Πανόραμα", το 1910 την παράσταση "Ο κομήτης του Χάλλεϋ", τα τραγούδια "Οι γλεντζέδες" και "Στα μπάνια μόνο" από τον "Παπαγάλο" του 1920 και του 1927 αντίστοιχα, τον "Αδήλωτο" και την "Πεθερά" από τα ”Παναθήναια" του 1915 ή το τραγούδι "Για σένα" από την επιθεώρηση ”Το τζιτζίκι". Κατά συνέπεια, η επιθεώρηση μπορεί να αποτελέσει σημαντική πηγή όχι μόνο μουσικο-φιλολογικής αλλά και ιστορικής έρευνας. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι αρκετές φορές χρησιμοποιήθηκαν ξένες μελωδίες για τη μουσική επένδυση επιθεωρησιακών τραγουδιών. Μία τέτοια περίπτωση είναι το πολύ γνωστό "'Ασμα ευζώνου" από τα "Παναθήναια του 1913" που βασίστηκε στην μελωδία ενός αμερικάνικου τραγουδιού της εποχής.4Ενδιαφέρουσα και προς έρευνα, επίσης, είναι η άποψη που αναφέρει ο Μυλωνάς στο βιβλίο του"Ιστορία του ελληνικού τραγουδιού"5 ότι η μουσική είχε πιο σημαντική θέση από το κείμενο στην επιθεώρηση. Αυτό διαφαίνεται, σύμφωνα με τον Μυλωνά, από το γεγονός ότι τα τραγούδια των επιθεωρήσεων εκδίδονταν ενώ τα κείμενά τους όχι.
Η θεματολογία της οπερέττας κινείται συνήθως γύρω από τον έρωτα που αποδίδεται με "ελαφρό" και χαρούμενο τρόπο. Παρ' όλ' αυτά, δε λείπει και η πιο σοβαρή (ορισμένες φορές δραματική) διάθεση σε ορισμένα έργα. Η παραγωγή των Ελλήνων συνθετών υπήρξε αρκετά αυξημένη στον τομέα της οπερέττας με βασικούς εκπροσώπους τους Θ. Σακελλαρίδη, Χ. Χαιρόπουλο και Ν. Χατζηαποστόλου. Η ελληνική οπερέττα σαφώς επηρεάστηκε από τα δύο μουσικά είδη που προαναφέρθηκαν - το αθηναϊκό τραγούδι και την επιθεώρηση - όπως και από ξένες οπερέττες. Ταυτόχρονα, όμως, σκιαγραφεί την ελληνική πραγματικότητα και μεταχειρίζεται στοιχεία του ελληνικού μουσικού ιδιώματος.
Μετά το 1930 τα θέματα που θίγουν, κατά κύριο λόγο, οι δημιουργοί του ελληνικού τραγουδιού είναι ο έρωτας και το κρασί. Το γραμμόφωνο και η ανάπτυξη της δισκογραφίας φέρνουν τους Έλληνες σε επαφή και με την ξένη μουσική, κυρίως την αμερικάνικη, από την οποία και επηρρεάζονται άμεσα. Μεγάλες διαστάσεις παίρνει πλέον το φαινόμενο της προσαρμογής ελληνικών στίχων σε ξένα τραγούδια. Έτσι μαζί με τις παλιές καντάδες και τα τραγούδια των οπερεττών ακούγονται και οι σάμπες, τα βαλς και τα ταγκό.

Παρατηρήσεις
Αν παρακολουθήσει κανείς την ιστορία του ελληνικού τραγουδιού της περιόδου που προαναφέρεται παράλληλα με την εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας της εποχής και με κάποια γεγονότα σχετικά με την μουσική στην Ελλάδα σχηματίζει μια πολύ ξεκάθαρη εικόνα για τον τρόπο δημιουργίας και εξέλιξής του. Επίσης, από ένα μέρος της συλλογής διαφαίνονται διάφορες τάσεις των Ελλήνων συνθετών όπως αυτή της εναρμόνισης δημοτικών τραγουδιών ή της διασκευής παλιών τραγουδιών.
H άνοδος της αστικής τάξης στην Ελλάδα έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του τραγουδιού καθώς αυτή ήταν ο βασικός αποδέκτης του. Η παιδεία (γενική και, κυρίως, μουσική) αυτής της κοινωνικής τάξης είναι εκείνη που καθόρισε κατά ένα μέρος το χαρακτήρα του ελληνικού τραγουδιού κυρίως κατά τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα. Πολλές ήταν οι αθηναϊκές οικογένειες που γύρω στις αρχές του 20ού αιώνα διέθεταν ένα πιάνο το οποίο συνήθως αποτελούσε βασικό μέσο ψυχαγωγίας όλης της οικογένειας. Αυτό μαρτυρείται, εκτός των άλλων, από τις αρκετές σωζόμενες χειρόγραφες παρτιτούρες, που προέρχονται από αντιγραφή του τραγουδιού, με μεταφορά συνήθως της τονικής του βάσης (trasporto), ώστε να είναι πιο εύκολη η εκτέλεσή του από τα μέλη της οικογένειας ή κάποιας συντροφιάς. Το γεγονός λοιπόν, ότι το ελληνικό τραγούδι είχε ως αποδέκτη ένα τόσο ευρύ κοινό - όπως αυτό της ελληνικής αστικής οικογένειας - συνέβαλε στην αύξηση της παραγωγής του.
Η αυξημένη ζήτηση ορισμένων τραγουδιών φαίνεται από τον αριθμό των επανεκδόσεών τους (υπάρχουν τραγούδια που τυπώθηκαν σε 14 ή περισσότερες χιλιάδες αντίτυπα). Αντίστοιχα, άρχισε και η επέκταση της εκδοτικής δραστηριότητας των μουσικών οίκων καθώς υπήρχε κοινό που αγόραζε παρτιτούρες τραγουδιών για προσωπική μελέτη και εκτέλεση. Έτσι από το 1900 και έπειτα φαίνεται ότι λειτούργησαν περισσότεροι από δέκα μουσικοί εκδοτικοί οίκοι στην Αθήνα και αρκετοί ακόμα στην Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, την Ερμούπολη και τη Θεσσαλονίκη.6Εξάλλου, αρκετοί ήταν οι συνθέτες και οι στιχουργοί που εξέδιδαν οι ίδιοι τα έργα τους. Κάποιοι από τους εκδοτικούς οίκους εξέδωσαν χιλιάδες τραγούδια ενώ άλλοι είχαν περιορισμένη δράση. Ορισμένοι μετά από κάποια χρονική περίοδο δράσης μετονομάστηκαν. Οι εκδόσεις τους αποτελούν αναμφισβήτητα μία πολύ ουσιαστική πηγή έρευνας της ιστορίας τους.
Παράλληλα με την κίνηση των μουσικών εκδοτικών οίκων μπορεί κανείς να παρακολουθήσει και την ιστορία των μουσικών χαρακτών στην Ελλάδα, των τυπολιθογραφείων και των εικονογράφων. Θα μπορούσε, μάλιστα, να ειπωθεί ότι ο ρόλος αυτών των συντελεστών ήταν αρκετά σημαντικός αν σκεφτεί κανείς ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η εικαστική αισθητική της παρτιτούρας υποδήλωνε και τη μουσική αισθητική. Διαφορετικό ύφος εικονογράφησης είχε, για παράδειγμα, το τραγούδι μιας επιθεώρησης και άλλο ένα αυτόνομο τραγούδι (ιδίως λόγιου συνθέτη).
Επίσης, οι εκδόσεις μουσικών περιοδικών, που αναφέρονται σε άλλο σημείο του κειμένου, είναι ένα σημαντικό κεφάλαιο αυτής της εποχής και καταδεικνύουν το δημοφιλή χαρακτήρα των τραγουδιών.
Από την άλλη μεριά, κάποια τραγούδια (κυρίως αυτά των επιθεωρήσεων) σκιαγραφούν κοινωνικές εξελίξεις ή πολιτικά γεγονότα που συνέβησαν εκείνη την εποχή στην Ελλάδα. Δίνουν, λοιπόν, μια ενδιαφέρουσα άποψη για σοβαρά γεγονότα που εξετάζονται με σκωπτική ματιά, και καθρεφτίζουν αρκετές φορές την κοινή γνώμη.
Εκτός αυτού, πολύ συχνά συνθέτες “λόγιας” μουσικής έγραψαν δημοφιλή τραγούδια κινούμενοι συνήθως από βιοποριστικούς λόγους. Το γεγονός αυτό συνέβαλε στην ποιοτική αναβάθμιση του ελληνικού τραγουδιού καθώς αρκετοί από τους δημιουργούς του είχαν συγκροτημένη μουσική παιδεία και καλλιέργεια. Μία τέτοια πολύ γνωστή περίπτωση είναι αυτή του συνθέτη Γιάννη Κωνσταντινίδη, ενός από τους σημαντικότερους νεοέλληνες συνθέτες, ο οποίος παράλληλα με την “έντεχνη” δημιουργία του έγραψε και ένα πολύ μεγάλο αριθμό “ελαφρών” τραγουδιών που είχαν μεγάλη επιτυχία. Για αυτό το δεύτερο μέρος του έργου του χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Κώστας Γιαννίδης.7
Τέλος, στην αρχική παρατήρηση σχετικά με την αγάπη του Έλληνα αστού για το τραγούδι (και κατ’ επέκταση για την μουσική γενικά) πρέπει να σημειωθεί, ως αποτέλεσμα, και η ανάπτυξη της μουσικής παιδείας στην Ελλάδα. Στο πρώτο ελληνικό ωδείο, το Ωδείο Αθηνών, που ιδρύθηκε το 1871 προστέθηκαν σύντομα το Ελληνικό και το Εθνικό Ωδείο και ακολούθησαν αργότερα πολλά άλλα.
Χωρίς να υπερεκτιμάται, ο ρόλος του ελληνικού τραγουδιού της περιόδου που εξετάζεται αναμφισβήτητα επηρέασε τη μουσική ζωή στην Ελλάδα. Σε μία εποχή που η σχέση του ελληνικού κοινού με τη μουσική περιοριζόταν, κυρίως, στην ιταλική όπερα και σε κάποιες οπερέττες, το ελληνικό τραγούδι αποτέλεσε συνεκτικό δεσμό ανάμεσα στους λόγιους έλληνες συνθέτες και το ευρύ κοινό. Το σημαντικότερο ίσως χαρακτηριστικό του είναι ότι είχε ως αφετηρία την ελληνική ζωή με τις ιδιαιτερότητές της και - παρ' όλες τις επιρροές του - απευθυνόταν σε ελληνικό κοινό. Οπωσδήποτε, πάντως, υπάρχουν αρκετοί λόγοι για να εξεταστούν σε βάθος κάποιες πτυχές του.
Ο κατάλογος τραγουδιών της Βιβλιοθήκης με όλα τα στοιχεία του παρατίθεται σαν μέρος αυτού του κειμένου. Είναι σημαντικό να έχει κανείς κατά νου ότι ο κατάλογος περιέχει τραγούδια που διαθέτει η Βιβλιοθήκη και είναι στη διάθεση του κοινού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου