Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

Έλληνες και Συνείδηση.


Γραμμένη στα μέσα της δεκαετίας του 1960 η μελέτη του Νίκου Σβορώνου Το ελληνικό έθνος: Γένεση και διαμόρφωση του νέου Ελληνισμού παρέμεινε ανέκδοτη επί τέσσερις δεκαετίες για να εκδοθεί μόλις σήμερα (εκδόσεις Πόλις). Εξετάζοντας το θέμα της συνέχειας ή ασυνέχειας της ελληνικής ιστορίας ο μαρξιστής ιστορικός οδηγείται σε ένα συμπέρασμα διαφοροποιούμενο από τις απόψεις όχι μόνο της εθνικιστικής αλλά και της μοντερνιστικής (/μαρξιστικής) θεωρίας του έθνους, το οποίο ασφαλώς θα προκαλέσει συζητήσεις.
Πώς γράφεται μια θεωρία της διαμόρφωσης του έθνους; Καθώς μια θεωρία οφείλει να είναι γενική και να περιλαμβάνει όλες τις γνωστές εκδηλώσεις ενός φαινομένου, και καθώς κανείς δεν μπορεί να είναι επαρκής γνώστης της παγκόσμιας ιστορίας, μια αρκούντως πειστική (αν όχι ιδεώδης) θεωρία του εθνικισμού θα μπορούσε να γραφεί από έναν ιστορικό που, εκτός από τη διαμόρφωση του εθνικισμού στο πεδίο της δικής του ειδίκευσης, θα γνώριζε όσο το δυνατόν καλύτερα την πορεία του σχηματισμού και όσο το δυνατόν περισσότερων άλλων εθνικών μορφωμάτων.
Οι σκέψεις αυτές - αυτονόητες άλλωστε - μας έρχονται στον νου όταν συγκρίνουμε το περιεχόμενο του γραμμένου στα μέσα της δεκαετίας του 1960 και μόλις σήμερα εκδεδομένου βιβλίου του Νίκου Σβορώνου Το ελληνικό έθνος: Γένεση και διαμόρφωση του νέου Ελληνισμού με τις αναφορές στη νεοελληνική περίπτωση που περιέχονται στα θεωρητικά βιβλία των επιφανέστερων σήμερα μελετητών του εθνικισμού. Διότι η σύγκριση αυτή μας κάνει να αισθανόμαστε ότι, αν και οι μελετητές αυτοί έχουν ανατρέψει βασικές βεβαιότητες των εθνικιστών ιστορικών, ορισμένες πραγματεύσεις τους κάθε άλλο παρά είναι επαρκείς.
* Ιδεοληπτική ανάγνωση
Είναι φανερό ότι οι αναφορές στη νεοελληνική εθνική διαμόρφωση των Ε. Gellner, Ε. Kedourie, Ε. J. Hobsbawm, Benedict Anderson (αλλά και άλλων) στηρίζονται σε ελλιπή γνώση της νεοελληνικής ιστορίας (έλλειψη που οφείλεται κυρίως στην αδυναμία πρόσβασής τους - εξαιτίας της άγνοιας της ελληνικής γλώσσας - σε ελληνικές πηγές). Ο Kedourie, λ.χ., που δεν φαίνεται να έχει διαβάσει άλλο ελληνικό κείμενο πέρα από το γραμμένο στα γαλλικά «Υπόμνημα» (1803) του Κοραή, πιστεύει ότι ο Κοραής είναι ο πρώτος Νεοέλληνας που αισθάνεται ότι οι νεότεροι Ελληνες είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων. Ο Anderson - συγγραφέας του περίφημου βιβλίου Φαντασιακές κοινότητες (1983), το οποίο εισήγαγε και καθιέρωσε τον χρησιμοποιούμενο κατά κόρον σήμερα όρο φαντασιακός στον περί έθνους λόγο - αντλεί τις όποιες γνώσεις του για τους Νεοέλληνες από τον... Kedourie.
Θα περίμενε κανείς ότι οι έλληνες μελετητές του εθνικισμού, οι οποίοι αναπαράγουν γόνιμα στις εργασίες τους ορισμένες από τις διαπιστώσεις των εν λόγω θεωρητικών, θα τους ανταπέδιδαν την οφειλή τους επισημαίνοντας - ως καθ' ύλην αρμοδιότεροι - τις ελλείψεις των νεοελληνικών αναφορών τους. Ομως κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Απεναντίας μεταφέρουν μηχανικά στα κείμενά τους τις ανιστόρητες περί νέου ελληνισμού απόψεις των προτύπων τους. Ετσι προσλαμβάνοντας κυριολεκτικά τη νεωτεριστική άποψη ότι «δεν είναι το έθνος εκείνο που δημιουργεί τον εθνικισμό αλλά ο εθνικισμός εκείνος που δημιουργεί το έθνος» και οδηγούμενοι στην πεποίθηση ότι «το ζήτημα της μελέτης του εθνικισμού είναι πώς η ερμηνεία του να μη "μολυνθεί" από τυχόν προαποδοχή της ιδέας του έθνους», υποστηρίζουν ότι πριν από το τέλος του 18ου αιώνα δεν υπάρχουν άνθρωποι που να αυτοπροσδιορίζονται ως Ελληνες σε επίπεδο εθνότητας. «Μια "εθνική" ελληνική ταυτότητα» γράφουν «κατασκευάζεται μόνο με τον ελληνικό Διαφωτισμό».
H πεποίθηση αυτή, που διατυπώνεται ως αντίδραση προς την παπαρρηγοπούλεια άποψη της συνέχειας του ελληνισμού, όπως αυτή έχει προσληφθεί από την ελληνική εθνικιστική ιστοριογραφία, δηλώνει ότι οι εν λόγω ιστορικοί μας έχουν ελλιπή γνώση των πριν από τον ελληνικό Διαφωτισμό πηγών. Θέλω να πω ότι, αν οι έλληνες εθνικιστές ιστορικοί διάβαζαν ιδεοληπτικά αυτές τις πηγές, οι αντιεθνικιστές ιστορικοί διακατεχόμενοι από μιαν άλλη ιδεοληψία - ότι όχι μόνο οι απόψεις της εθνικιστικής ιστοριογραφίας είναι ιδεολογηματικές αλλά και οι πηγές στις οποίες στηρίζονται αυτές οι απόψεις είναι αναγκαστικά αναξιόπιστες - απαξιούν να τις διαβάσουν ή, αν διαβάσουν κάποιες από αυτές, τις ερμηνεύουν όχι λιγότερο ιδεοληπτικά μέσα από τις προδιαγραφές των θεωρητικών τους σχημάτων.
* Θεωρία και πραγματικότητα
Οι αντιεθνικιστές ιστορικοί αποφεύγουν να συνομιλήσουν ακόμη και με τον μη εθνικιστή Σβορώνο (διότι τις απόψεις που περιέχονται στο Ελληνικό έθνος ο Σβορώνος τις είχε ήδη διατυπώσει συνοπτικά σε προηγούμενα έργα του). Και αυτό ίσως γιατί - υποθέτω -, καθώς ο Σβορώνος είναι μαρξιστής (απορρίπτει, όπως και αυτοί, «τις ρομαντικές αντιλήψεις που παρουσίαζαν το έθνος ως κάποια υπερβατή οντότητα, έκφραση μιας φυλής ή ενός μεταφυσικού "λαϊκού πνεύματος", μιας "ψυχής"») και πιστεύει ότι η δημιουργία του έθνους «υπακούει σε κάποια ιστορική νομοτέλεια και βρίσκεται σε στενή εξάρτηση με τους κοινωνικούς παράγοντες που κινούν την ιστορία», η αντίκρουση των απόψεών του θα προϋπέθετε μια συζήτηση περί θεωρίας του έθνους η οποία στην ελληνική περίπτωση δεν θα μπορούσε να αποφύγει το θέμα της ιδιαιτερότητάς της και το θέμα των πηγών που μαρτυρούν αυτή την ιδιαιτερότητα, μια συζήτηση που θα απαιτούσε γνώση της μεταβυζαντινής και της βυζαντινής ιστορίας ανάλογη με εκείνη του Σβορώνου.
Και κατά τούτο κυρίως διαφέρει ο Σβορώνος από τους εν λόγω ιστορικούς. «Εκείνο που δεν ανέχεται ο ιστορικός» λέει σε μια συνέντευξή του (1988) «είναι η τυφλή μίμηση έτοιμων μεθοδολογικών σχημάτων, χωρίς να εξετάζεται αν ταιριάζουν στην πραγματικότητα που ερευνάται». Μια τέτοια ιστορική αντίληψη προϋποθέτει την πεποίθηση ότι η ιστορία δεν κατανοείται από δεύτερο χέρι, δηλαδή μόνο από τη βιβλιογραφία, ότι ο ιστορικός πρέπει να κάνει και πρωτογενή έρευνα. Οπως σημειώνει ο Σπ. I. Ασδραχάς στα εύστοχα «Προλεγόμενά» του στο Ελληνικό έθνος, «στον Σβορώνο η θεωρία υπόκειται ως ιστορικό σκεπτικό, δεν αναδύεται και, πολύ περισσότερο, δεν εκτοπίζει την "οντολογία" της ιστορίας. Είναι βέβαιο ότι, αν το κείμενο αυτό γραφόταν σε κοντινότερούς μας καιρούς, θα είχε την ίδια "φιλοσοφία της σύνθεσης", παρά την άνθηση των ερευνών και των συνθετικών δοκιμών γύρω από την έννοια και την πραγματικότητα του έθνους». Αυτός ήταν άλλωστε ο λόγος της διαφωνίας του Σβορώνου με τη μαρξιστική, μάλιστα κομματική, λογιοσύνη, οι απόψεις της οποίας ως προς το θέμα της ιστορικής πορείας του ελληνισμού ήταν παρόμοιες με αυτές των σημερινών θεωριοκρατούμενων ιστορικών.
* Λανθάνουσα συνέχεια
Το ερώτημα λοιπόν που θα πρέπει να τεθεί δεν είναι ποιες θα ήταν οι απόψεις του Σβορώνου στο θέμα της συνέχειας ή ασυνέχειας του ελληνισμού αν είχε διαβάσει ορισμένες από τις νεότερες θεωρίες περί έθνους, αλλά ποιες θα ήταν για το θέμα αυτό - και ίσως όχι μόνο γι' αυτό - οι απόψεις του Gellner, του Hobsbawm, του Kedourie, του Anderson ή άλλων, αν είχαν διαβάσει το Ελληνικό έθνος του Σβορώνου.
Αλλωστε ο Σβορώνος, που δεν αγνοούσε τις ως τον θάνατό του (1989) διαμορφώσεις της θεωρίας, είχε ήδη απαντήσει στη βεβαιότητα της σημερινής θεωρίας ότι ο εθνικισμός προηγείται του έθνους. H διαφωνία του με τους αριστερούς συντρόφους του (που τη δεκαετία του 1940 διατύπωναν με λιγότερο σοφιστικό τρόπο αυτό που έχει αναπτυχθεί σήμερα σε περίτεχνη θεωρία) ήταν - σημείωνε το 1988 - ότι «είχαν μπερδέψει, όπως γίνεται συχνά ακόμη και τώρα, το πρόβλημα της διαμόρφωσης μιας εθνότητας με το πολιτικό αίτημα του εθνικού κράτους». Εχοντας εισαγάγει στη συζήτηση τη δική του μαρξιστική ανάγνωση του εθνικισμού με κύριο χαρακτηριστικό της οπτικής του τη διασύνδεση του κοινωνικοοικονομικού παράγοντα με τον πολιτισμικό στη μακρά διάρκεια, ο Σβορώνος αμφισβητεί και το 1988 τη θεωρία ότι η έννοια του έθνους γεννήθηκε από την αστική τάξη. «H σύνδεση της αστικής τάξης» λέει «είναι με την έννοια του εθνικού κράτους όχι με την έννοια του έθνους, που την έχουν διαμορφώσει πολύ πριν οι διάφοροι λαοί».
Ο Σβορώνος, διαφορετικά από τους θεωριοκρατούμενους ιστορικούς, δεν πιστεύει ότι όσα υποστηρίζουν οι άνθρωποι με διαφορετική ιδεολογία ή άποψη από τη δική του είναι αναγκαστικά όλα λανθασμένα. Διαφοροποιείται από την εθνικιστική βεβαιότητα της αδιάσπαστης ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού, ωστόσο ανιχνεύει την ύπαρξη λανθάνουσας «πολιτιστικής και ως ένα σημείο εθνολογικής συνέχειας», η οποία από τον 6ο ως τον 11ο αιώνα συντηρεί υποσυνειδησιακά την ελληνικότητα, για να ανακτήσει ο ελληνισμός σταδιακά τη συνειδητότητά του από το τέλος του 11ου και τις αρχές του 12ου αιώνα, σε μια νέα ιστορική πορεία που θα διαρκέσει ως τις αρχές του 19ου αιώνα και θα διαμορφώσει «σε συντελεσμένο έθνος» τον νέο ελληνισμό. Ο ορατότερος και αποφασιστικότερος συντηρητής της πολιτισμικής συνέχειας ήταν η εξελισσόμενη ανά τους αιώνες χωρίς διακοπή ελληνική γλώσσα, η οποία με τη «συνδετική και αφομοιωτική λειτουργία της» επέτρεψε την ανάκτηση αυτής της συνειδητότητας.
* Γλώσσα και κόσμος
Με το Ελληνικό έθνος ο Σβορώνος δεν επιχειρεί μια συνθετική αφήγηση της ελληνικής ιστορίας αλλά παρακολουθεί την πορεία της ελληνικότητας προσδιορίζοντας τα κύρια χαρακτηριστικά των διαφόρων σχηματισμών από τους οποίους πέρασε το ανθρώπινο σύνολο που ονομάζεται ελληνισμός έως ότου φτάσει στη διαμόρφωση μιας εθνικής ταυτότητας. Αν θέλαμε να εντάξουμε την προσέγγισή του στο πλαίσιο των ποικίλων προσεγγίσεων για το έθνος και τον εθνικισμό των τελευταίων πενήντα χρόνων - αρχεγονικές, παλαιικές, μοντερνιστικές, εθνοσυμβολικές, μεταμοντερνιστικές - θα λέγαμε ότι ο Σβορώνος προοικονομεί τις εθνοσυμβολικές. Απορρίπτοντας την ιδέα της φυλετικής σύστασης του έθνους και συσχετίζοντας τον κοινωνικοοικονομικό παράγοντα με την πολιτισμική παράδοση, ο Σβορώνος μάς δίνει μιαν άποψη για την πορεία του ελληνισμού πειστικότερη από εκείνη των κυρίαρχων σήμερα στη χώρα μας, στο πανεπιστημιακό επίπεδο, μοντερνιστικών και μεταμοντερνιστικών σχημάτων, μιαν άποψη που ενισχύεται από τις πρόσφατες μελέτες των εθνοσυμβολιστών (Perry Anderson, Α Zone of Engagement, 1992 Α. D. Smith, Nationalism, 2001), όπως και από πρόσφατες παρατηρήσεις της κοινωνικής ανθρωπολογίας και της εξελικτικής ψυχολογίας για τον σημαντικό ρόλο των πολιτισμικών στοιχείων και του αισθήματος στη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης. Αλλά και που βρίσκει μιαν απροσδόκητη (ακούσια βέβαια) συνηγορία από τις μεταμοντερνιστικές απόψεις για τη γλώσσα ως απόλυτο διαμορφωτή της πραγματικότητας. Διότι αν «δεν υπάρχει εκτός γλώσσας», όπως υποστηρίζουν οι απόψεις αυτές, αν τον κόσμο μου τον ορίζει η γλώσσα μου, και αφού δεν υπάρχει μία, παγκόσμια, γλώσσα αλλά πολλές και διαφορετικές, τότε η συνέχεια της ελληνικής γλώσσας, που είναι αδιαμφισβήτητη, θα πρέπει να συντηρεί εκείνο που ο Σβορώνος περιγράφει ως λανθάνουσα ελληνική συνέχεια.
Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Enhanced by Zemanta

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

Έλληνες και Συνείδηση.


Γραμμένη στα μέσα της δεκαετίας του 1960 η μελέτη του Νίκου Σβορώνου Το ελληνικό έθνος: Γένεση και διαμόρφωση του νέου Ελληνισμού παρέμεινε ανέκδοτη επί τέσσερις δεκαετίες για να εκδοθεί μόλις σήμερα (εκδόσεις Πόλις). Εξετάζοντας το θέμα της συνέχειας ή ασυνέχειας της ελληνικής ιστορίας ο μαρξιστής ιστορικός οδηγείται σε ένα συμπέρασμα διαφοροποιούμενο από τις απόψεις όχι μόνο της εθνικιστικής αλλά και της μοντερνιστικής (/μαρξιστικής) θεωρίας του έθνους, το οποίο ασφαλώς θα προκαλέσει συζητήσεις.
Πώς γράφεται μια θεωρία της διαμόρφωσης του έθνους; Καθώς μια θεωρία οφείλει να είναι γενική και να περιλαμβάνει όλες τις γνωστές εκδηλώσεις ενός φαινομένου, και καθώς κανείς δεν μπορεί να είναι επαρκής γνώστης της παγκόσμιας ιστορίας, μια αρκούντως πειστική (αν όχι ιδεώδης) θεωρία του εθνικισμού θα μπορούσε να γραφεί από έναν ιστορικό που, εκτός από τη διαμόρφωση του εθνικισμού στο πεδίο της δικής του ειδίκευσης, θα γνώριζε όσο το δυνατόν καλύτερα την πορεία του σχηματισμού και όσο το δυνατόν περισσότερων άλλων εθνικών μορφωμάτων.
Οι σκέψεις αυτές - αυτονόητες άλλωστε - μας έρχονται στον νου όταν συγκρίνουμε το περιεχόμενο του γραμμένου στα μέσα της δεκαετίας του 1960 και μόλις σήμερα εκδεδομένου βιβλίου του Νίκου Σβορώνου Το ελληνικό έθνος: Γένεση και διαμόρφωση του νέου Ελληνισμού με τις αναφορές στη νεοελληνική περίπτωση που περιέχονται στα θεωρητικά βιβλία των επιφανέστερων σήμερα μελετητών του εθνικισμού. Διότι η σύγκριση αυτή μας κάνει να αισθανόμαστε ότι, αν και οι μελετητές αυτοί έχουν ανατρέψει βασικές βεβαιότητες των εθνικιστών ιστορικών, ορισμένες πραγματεύσεις τους κάθε άλλο παρά είναι επαρκείς.
* Ιδεοληπτική ανάγνωση
Είναι φανερό ότι οι αναφορές στη νεοελληνική εθνική διαμόρφωση των Ε. Gellner, Ε. Kedourie, Ε. J. Hobsbawm, Benedict Anderson (αλλά και άλλων) στηρίζονται σε ελλιπή γνώση της νεοελληνικής ιστορίας (έλλειψη που οφείλεται κυρίως στην αδυναμία πρόσβασής τους - εξαιτίας της άγνοιας της ελληνικής γλώσσας - σε ελληνικές πηγές). Ο Kedourie, λ.χ., που δεν φαίνεται να έχει διαβάσει άλλο ελληνικό κείμενο πέρα από το γραμμένο στα γαλλικά «Υπόμνημα» (1803) του Κοραή, πιστεύει ότι ο Κοραής είναι ο πρώτος Νεοέλληνας που αισθάνεται ότι οι νεότεροι Ελληνες είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων. Ο Anderson - συγγραφέας του περίφημου βιβλίου Φαντασιακές κοινότητες (1983), το οποίο εισήγαγε και καθιέρωσε τον χρησιμοποιούμενο κατά κόρον σήμερα όρο φαντασιακός στον περί έθνους λόγο - αντλεί τις όποιες γνώσεις του για τους Νεοέλληνες από τον... Kedourie.
Θα περίμενε κανείς ότι οι έλληνες μελετητές του εθνικισμού, οι οποίοι αναπαράγουν γόνιμα στις εργασίες τους ορισμένες από τις διαπιστώσεις των εν λόγω θεωρητικών, θα τους ανταπέδιδαν την οφειλή τους επισημαίνοντας - ως καθ' ύλην αρμοδιότεροι - τις ελλείψεις των νεοελληνικών αναφορών τους. Ομως κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Απεναντίας μεταφέρουν μηχανικά στα κείμενά τους τις ανιστόρητες περί νέου ελληνισμού απόψεις των προτύπων τους. Ετσι προσλαμβάνοντας κυριολεκτικά τη νεωτεριστική άποψη ότι «δεν είναι το έθνος εκείνο που δημιουργεί τον εθνικισμό αλλά ο εθνικισμός εκείνος που δημιουργεί το έθνος» και οδηγούμενοι στην πεποίθηση ότι «το ζήτημα της μελέτης του εθνικισμού είναι πώς η ερμηνεία του να μη "μολυνθεί" από τυχόν προαποδοχή της ιδέας του έθνους», υποστηρίζουν ότι πριν από το τέλος του 18ου αιώνα δεν υπάρχουν άνθρωποι που να αυτοπροσδιορίζονται ως Ελληνες σε επίπεδο εθνότητας. «Μια "εθνική" ελληνική ταυτότητα» γράφουν «κατασκευάζεται μόνο με τον ελληνικό Διαφωτισμό».
H πεποίθηση αυτή, που διατυπώνεται ως αντίδραση προς την παπαρρηγοπούλεια άποψη της συνέχειας του ελληνισμού, όπως αυτή έχει προσληφθεί από την ελληνική εθνικιστική ιστοριογραφία, δηλώνει ότι οι εν λόγω ιστορικοί μας έχουν ελλιπή γνώση των πριν από τον ελληνικό Διαφωτισμό πηγών. Θέλω να πω ότι, αν οι έλληνες εθνικιστές ιστορικοί διάβαζαν ιδεοληπτικά αυτές τις πηγές, οι αντιεθνικιστές ιστορικοί διακατεχόμενοι από μιαν άλλη ιδεοληψία - ότι όχι μόνο οι απόψεις της εθνικιστικής ιστοριογραφίας είναι ιδεολογηματικές αλλά και οι πηγές στις οποίες στηρίζονται αυτές οι απόψεις είναι αναγκαστικά αναξιόπιστες - απαξιούν να τις διαβάσουν ή, αν διαβάσουν κάποιες από αυτές, τις ερμηνεύουν όχι λιγότερο ιδεοληπτικά μέσα από τις προδιαγραφές των θεωρητικών τους σχημάτων.
* Θεωρία και πραγματικότητα
Οι αντιεθνικιστές ιστορικοί αποφεύγουν να συνομιλήσουν ακόμη και με τον μη εθνικιστή Σβορώνο (διότι τις απόψεις που περιέχονται στο Ελληνικό έθνος ο Σβορώνος τις είχε ήδη διατυπώσει συνοπτικά σε προηγούμενα έργα του). Και αυτό ίσως γιατί - υποθέτω -, καθώς ο Σβορώνος είναι μαρξιστής (απορρίπτει, όπως και αυτοί, «τις ρομαντικές αντιλήψεις που παρουσίαζαν το έθνος ως κάποια υπερβατή οντότητα, έκφραση μιας φυλής ή ενός μεταφυσικού "λαϊκού πνεύματος", μιας "ψυχής"») και πιστεύει ότι η δημιουργία του έθνους «υπακούει σε κάποια ιστορική νομοτέλεια και βρίσκεται σε στενή εξάρτηση με τους κοινωνικούς παράγοντες που κινούν την ιστορία», η αντίκρουση των απόψεών του θα προϋπέθετε μια συζήτηση περί θεωρίας του έθνους η οποία στην ελληνική περίπτωση δεν θα μπορούσε να αποφύγει το θέμα της ιδιαιτερότητάς της και το θέμα των πηγών που μαρτυρούν αυτή την ιδιαιτερότητα, μια συζήτηση που θα απαιτούσε γνώση της μεταβυζαντινής και της βυζαντινής ιστορίας ανάλογη με εκείνη του Σβορώνου.
Και κατά τούτο κυρίως διαφέρει ο Σβορώνος από τους εν λόγω ιστορικούς. «Εκείνο που δεν ανέχεται ο ιστορικός» λέει σε μια συνέντευξή του (1988) «είναι η τυφλή μίμηση έτοιμων μεθοδολογικών σχημάτων, χωρίς να εξετάζεται αν ταιριάζουν στην πραγματικότητα που ερευνάται». Μια τέτοια ιστορική αντίληψη προϋποθέτει την πεποίθηση ότι η ιστορία δεν κατανοείται από δεύτερο χέρι, δηλαδή μόνο από τη βιβλιογραφία, ότι ο ιστορικός πρέπει να κάνει και πρωτογενή έρευνα. Οπως σημειώνει ο Σπ. I. Ασδραχάς στα εύστοχα «Προλεγόμενά» του στο Ελληνικό έθνος, «στον Σβορώνο η θεωρία υπόκειται ως ιστορικό σκεπτικό, δεν αναδύεται και, πολύ περισσότερο, δεν εκτοπίζει την "οντολογία" της ιστορίας. Είναι βέβαιο ότι, αν το κείμενο αυτό γραφόταν σε κοντινότερούς μας καιρούς, θα είχε την ίδια "φιλοσοφία της σύνθεσης", παρά την άνθηση των ερευνών και των συνθετικών δοκιμών γύρω από την έννοια και την πραγματικότητα του έθνους». Αυτός ήταν άλλωστε ο λόγος της διαφωνίας του Σβορώνου με τη μαρξιστική, μάλιστα κομματική, λογιοσύνη, οι απόψεις της οποίας ως προς το θέμα της ιστορικής πορείας του ελληνισμού ήταν παρόμοιες με αυτές των σημερινών θεωριοκρατούμενων ιστορικών.
* Λανθάνουσα συνέχεια
Το ερώτημα λοιπόν που θα πρέπει να τεθεί δεν είναι ποιες θα ήταν οι απόψεις του Σβορώνου στο θέμα της συνέχειας ή ασυνέχειας του ελληνισμού αν είχε διαβάσει ορισμένες από τις νεότερες θεωρίες περί έθνους, αλλά ποιες θα ήταν για το θέμα αυτό - και ίσως όχι μόνο γι' αυτό - οι απόψεις του Gellner, του Hobsbawm, του Kedourie, του Anderson ή άλλων, αν είχαν διαβάσει το Ελληνικό έθνος του Σβορώνου.
Αλλωστε ο Σβορώνος, που δεν αγνοούσε τις ως τον θάνατό του (1989) διαμορφώσεις της θεωρίας, είχε ήδη απαντήσει στη βεβαιότητα της σημερινής θεωρίας ότι ο εθνικισμός προηγείται του έθνους. H διαφωνία του με τους αριστερούς συντρόφους του (που τη δεκαετία του 1940 διατύπωναν με λιγότερο σοφιστικό τρόπο αυτό που έχει αναπτυχθεί σήμερα σε περίτεχνη θεωρία) ήταν - σημείωνε το 1988 - ότι «είχαν μπερδέψει, όπως γίνεται συχνά ακόμη και τώρα, το πρόβλημα της διαμόρφωσης μιας εθνότητας με το πολιτικό αίτημα του εθνικού κράτους». Εχοντας εισαγάγει στη συζήτηση τη δική του μαρξιστική ανάγνωση του εθνικισμού με κύριο χαρακτηριστικό της οπτικής του τη διασύνδεση του κοινωνικοοικονομικού παράγοντα με τον πολιτισμικό στη μακρά διάρκεια, ο Σβορώνος αμφισβητεί και το 1988 τη θεωρία ότι η έννοια του έθνους γεννήθηκε από την αστική τάξη. «H σύνδεση της αστικής τάξης» λέει «είναι με την έννοια του εθνικού κράτους όχι με την έννοια του έθνους, που την έχουν διαμορφώσει πολύ πριν οι διάφοροι λαοί».
Ο Σβορώνος, διαφορετικά από τους θεωριοκρατούμενους ιστορικούς, δεν πιστεύει ότι όσα υποστηρίζουν οι άνθρωποι με διαφορετική ιδεολογία ή άποψη από τη δική του είναι αναγκαστικά όλα λανθασμένα. Διαφοροποιείται από την εθνικιστική βεβαιότητα της αδιάσπαστης ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού, ωστόσο ανιχνεύει την ύπαρξη λανθάνουσας «πολιτιστικής και ως ένα σημείο εθνολογικής συνέχειας», η οποία από τον 6ο ως τον 11ο αιώνα συντηρεί υποσυνειδησιακά την ελληνικότητα, για να ανακτήσει ο ελληνισμός σταδιακά τη συνειδητότητά του από το τέλος του 11ου και τις αρχές του 12ου αιώνα, σε μια νέα ιστορική πορεία που θα διαρκέσει ως τις αρχές του 19ου αιώνα και θα διαμορφώσει «σε συντελεσμένο έθνος» τον νέο ελληνισμό. Ο ορατότερος και αποφασιστικότερος συντηρητής της πολιτισμικής συνέχειας ήταν η εξελισσόμενη ανά τους αιώνες χωρίς διακοπή ελληνική γλώσσα, η οποία με τη «συνδετική και αφομοιωτική λειτουργία της» επέτρεψε την ανάκτηση αυτής της συνειδητότητας.
* Γλώσσα και κόσμος
Με το Ελληνικό έθνος ο Σβορώνος δεν επιχειρεί μια συνθετική αφήγηση της ελληνικής ιστορίας αλλά παρακολουθεί την πορεία της ελληνικότητας προσδιορίζοντας τα κύρια χαρακτηριστικά των διαφόρων σχηματισμών από τους οποίους πέρασε το ανθρώπινο σύνολο που ονομάζεται ελληνισμός έως ότου φτάσει στη διαμόρφωση μιας εθνικής ταυτότητας. Αν θέλαμε να εντάξουμε την προσέγγισή του στο πλαίσιο των ποικίλων προσεγγίσεων για το έθνος και τον εθνικισμό των τελευταίων πενήντα χρόνων - αρχεγονικές, παλαιικές, μοντερνιστικές, εθνοσυμβολικές, μεταμοντερνιστικές - θα λέγαμε ότι ο Σβορώνος προοικονομεί τις εθνοσυμβολικές. Απορρίπτοντας την ιδέα της φυλετικής σύστασης του έθνους και συσχετίζοντας τον κοινωνικοοικονομικό παράγοντα με την πολιτισμική παράδοση, ο Σβορώνος μάς δίνει μιαν άποψη για την πορεία του ελληνισμού πειστικότερη από εκείνη των κυρίαρχων σήμερα στη χώρα μας, στο πανεπιστημιακό επίπεδο, μοντερνιστικών και μεταμοντερνιστικών σχημάτων, μιαν άποψη που ενισχύεται από τις πρόσφατες μελέτες των εθνοσυμβολιστών (Perry Anderson, Α Zone of Engagement, 1992 Α. D. Smith, Nationalism, 2001), όπως και από πρόσφατες παρατηρήσεις της κοινωνικής ανθρωπολογίας και της εξελικτικής ψυχολογίας για τον σημαντικό ρόλο των πολιτισμικών στοιχείων και του αισθήματος στη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης. Αλλά και που βρίσκει μιαν απροσδόκητη (ακούσια βέβαια) συνηγορία από τις μεταμοντερνιστικές απόψεις για τη γλώσσα ως απόλυτο διαμορφωτή της πραγματικότητας. Διότι αν «δεν υπάρχει εκτός γλώσσας», όπως υποστηρίζουν οι απόψεις αυτές, αν τον κόσμο μου τον ορίζει η γλώσσα μου, και αφού δεν υπάρχει μία, παγκόσμια, γλώσσα αλλά πολλές και διαφορετικές, τότε η συνέχεια της ελληνικής γλώσσας, που είναι αδιαμφισβήτητη, θα πρέπει να συντηρεί εκείνο που ο Σβορώνος περιγράφει ως λανθάνουσα ελληνική συνέχεια.
Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Enhanced by Zemanta

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου