Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

ΡΟΥΜΕΛΗ - Η ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΔΕΣΦΙΝΑΣ


ΡΟΥΜΕΛΗ - Η ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΔΕΣΦΙΝΑΣ

Απέναντι απ την οροσειρά του Παρνασσού, στη λοφοσειρά της Κίρφης, σ ένα γυμνό οροπέδιο, βρίσκεται σκαρφαλωμένη η κωμόπολη της Δεσφίνας που ανήκει στο Νομό Φωκίδας με πρωτεύουσα την Άμφισσα (Σάλωνα).
Η ιστορία της ξεκινάει από πολύ παλιά, στα χρόνια των Πελασγών όπου και τη συναντάμε με την επωνυμία Εχεδάμεια ενώ τα βυζαντινά μνημεία της εκκλησίας των Ταξιαρχών και της μονής του Τιμίου Προδρόμου μιλούν για τη συνέχεια της ιστορίας που φθάνει ως τις μέρες μας.
Εδώ γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Εθνομάρτυρας δεσπότης Σαλώνων Ησαΐας που κήρυξε την επανάσταση στα 1821 στο Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία με τον οπλαρχηγό Πανουριά.
Εδώ γεννήθηκε και μια από τις σημαντικές μορφές της Ελληνικής ζωγραφικής της γενιάς του 30, ο Παπαλουκάς.
Στα δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς αλλά και μετά την απελευθέρωση, οι κάτοικοι της Δεσφίνας κράτησαν τις παραδόσεις και τα έθιμα και χόρεψαν στους ρυθμούς του τσάμικου, του συρτού και του καγκελιού με τους ήχους του βιολιού, της πίπιζας, του λαούτου και του Νταουλιού φορώντας την τοπική παραδοσιακή φορεσιά ,πανέμορφη και γνωστή ως τις μέρες μας σαν μια από τις ωραιότερες παραδοσιακές φορεσιές.
Η επίσημη ανδρική φορεσιά, περιλάμβανε την φουστανέλα, ραμμένη από βαμβακερό υφαντοχασέ με 250 περίπου αλλεπάλληλες πτυχές σε δυο κομμάτια που ενώνονταν μεταξύ τους με κουμπιά. Το πουκάμισο που γινόταν από λευκό χασέ με χαρακτηριστικό γνώρισμα τις πιέτες που κοσμούσαν το μπροστινό τμήμα, μικρό γιακά που κατέληγε σε μύτη και μανίκια που κατέληγαν στον καρπό είτε με κουμπιά, είτε ελεύθερα.
Το γιλέκο με βελούδινο μπορντώ και μαύρη τσόχα, κεντημένο με μαύρη κλωστή στο χέρι χειροποίητες θηλιές, ασημένια αλυσίδα και διακοσμητικά, ραμμένα στο πίσω μέρος των μανικιών. Οι κάλτσες που κάλυπταν όλο το πόδι εκτός από την πατούσα όπου κρεμούσαν μαύρα γονατάρια από λάστιχο ή μαύρο κορδόνι που κατέληγε σε φούντα στο πίσω μέρος του ποδιού, γνωστά με την επωνυμία, καλτσοδέτες. Το ντύσιμο του ποδιού, ολοκληρώνεται με το τσαρούχι.
Τα τσαρούχια ήταν φτιαγμένα από δέρμα βοδιού ή γαϊδάρου ειδικά επεξεργασμένα και πλουμισμένα με πούλιες. Για να τρίζουν στο περπάτημα, έβαζαν θειάφι στις σόλες ενώ οι σόλες ήταν γεμάτες καρφιά. Στην αρχή είχαν κόκκινο χρώμα ή κίτρινο αφού τους έδιναν την άδεια οι Τούρκοι. Αργότερα αντικαταστάθηκαν με το μαύρο χρώμα. Το δέσιμο της φορεσιάς ολοκληρώνεται με το στενό ζωνάρι (ζνάρ) με άσπρες και μπλε γραμμές. Η σκούφια της κεφαλής ήταν από μαύρο μάλλινο ύφασμα με κέντημα στο γείσο.
Η επίσημη γυναικεία φορεσιά περιλάμβανε το μισοφόρι από λευκό βαμβακερό ύφασμα με μανίκια που κατέληγε σε δαντέλα ή κοφτό φεστόνι. Το εξωτερικό φόρεμα που λεγόταν πουκάμισο και ήταν από διαφανές μεταξωτό, χρώματος μπεζ με λαιμόκοψη. Το σιγκούνι από ειδικό χοντρό ύφασμα που λεγόταν σεγκούνα, υφασμένο στον αργαλειό, αμάνικο, ανοικτό στο στήθος που έδενε με δυο κορδόνια, με μύτες στολισμένες με συρίτια στο πίσω μέρος που ήταν πεταχτό. Στο ύψος της περιφέρειας υπήρχαν δυο τρύπες για την υποδοχή του ζωναρι-ού. Το ζωνάρι ήταν κόκκινη τσόχα για την ελεύθερη γυναίκα και από μαύρο μάλλινο υφαντό για την παντρεμένη.
Η ποδιά από μπορντώ βυσσινί βελούδο που έδενε στο κλείσιμο του σε-γκουνιού. Κεντημένη με ανεβατό πλακέ και ριζοβολιά από χρυσή κλωστή και πούλιες. Το σχέδιο συνήθως περιλάμβανε κλάρες, λουλούδια, πουλιά αγγελάκια και κάλυπτε το κάτω μέρος της ποδιάς. Η ζώνη της ποδιάς (ποδι-όσνο) από βελούδο κεντημένο με τον ίδιο τρόπο. Το κεφαλομάντηλο από άσπρη μπαμπακέλα, τετράγωνη που δενόταν στο πάνω μέρος του κεφαλιού και στερεωνόταν πίσω. Χαρακτηριστικό της γνώρισμα τα κουμπουρέλια από μεταξοβάμβακο τοποθετημένα στο σημείο που δένονταν το μαντήλι. Το σύνολο ολοκληρώνεται από λευκές βαμβακερές κάλτσες που αντικατέστησαν τις μάλλινες ενώ τον παλιό καιρό φορούσαν πλουμισμένα τσαρούχια των οποίων τα χρώματα ήταν ανάλογα με την ηλικία. Αργότερα αντικαταστάθηκαν από μαύρα δετά παπούτσια τις γιορτές και τα «μέστια» για κοινωνικές συγκεντρώσεις και το καλοκαίρι.. Τα μέστια ήταν σαν παντόφλες, σολιασμένα με λάστιχο, καμωμένα με μαύρη σεγκούνα και πλαϊνά με δέρμα που τα περνούσαν βερνίκι.
Απαραίτητο συμπλήρωμα ήταν το χει-ρομάντηλο από λευκό ύφασμα τοποθετημένο στην αριστερή εξωτερική πλευρά του σεγκουνιού. Τα κοσμήματα ήταν προαιρετικά ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα της καθεμιάς. Η καρφίτσα έκλεινε το μισοφόρι, στο λαιμό φορούσαν αλυσίδες, φλουριά και σταυρούς ενώ το άνοιγμα του σε-γκουνιού το κούμπωναν με συρματε-ρές ή σκαλιστές ασημένιες πόρπες.
Η κατασκευή των υφασμάτων γινόταν από το μαλλί των προβάτων που υπάρχουν και σήμερα στην Δεσφίνα. Το βάψιμο γινόταν σε καζάνια όπου τοποθετούσαν τα νήματα με φυσικά χρώματα. Για καφέ χρησιμοποιούσαν καρύδι, για μπεζ βελανίδια, σπαρτο-λούλουδα για κίτρινο, λαπαθόριζα με λουλάκι για μπλέ, κρεμμύδια για το κρεμεζί, ρίζες χόρτων για το κόκκινο. Η ύφανση γινόταν σε αργαλειό, εργασία επίπονη και βαριά όπως διασώζεται σε δημοτικό τραγούδι.
«..μα ο αργαλειός σκλαβιά σκλαβιά βαριά και πόνος». Σε όλη τη ζωή τους οι άνδρες δεν είχαν πολλές φορεσιές και θάβονταν με την τελευταία τους. Σε αντίθεση οι γυναικείες φορεσιές ήταν περισσότερες. Άλλη όταν ήταν νέα, άλλη για το γάμο, άλλη όταν γινόταν μάνα, άλλη όταν ήταν ενήλικη, άλλη σαν ηλικιωμένη. Το κορίτσι από τα 12 έως τα 17 ετοίμαζε τις φορεσιές που χρειαζόταν στη ζωή του ενώ στην τελευταία κατοικία φορούσαν την γεροντική. Σαν επίλογο θα μπορούσαμε να επισημάνουμε ότι η ενασχόλησή μας με τις παραδοσιακές στολές, δεν είναι μια απλή καταγραφή με μουσειακό χαρακτήρα αλλά μπορεί να γίνει αντικείμενο μελέτης που θα μας βοηθήσει να γνωρίσουμε καλύτερα τον χαρακτήρα του τόπου μας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Η παραδοσιακή φορεσιά της Δεσφίνας, έκδοση Δήμου Δεσφίνας 2001-02

1 σχόλιο:

  1. epitrepete na exete anartisei tin foresia tis sarakatsanas thrakis kai na milate gia tin desfina fokidas? oute tin foresia sas de gnorizete?

    ΑπάντησηΔιαγραφή

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

ΡΟΥΜΕΛΗ - Η ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΔΕΣΦΙΝΑΣ


ΡΟΥΜΕΛΗ - Η ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΔΕΣΦΙΝΑΣ

Απέναντι απ την οροσειρά του Παρνασσού, στη λοφοσειρά της Κίρφης, σ ένα γυμνό οροπέδιο, βρίσκεται σκαρφαλωμένη η κωμόπολη της Δεσφίνας που ανήκει στο Νομό Φωκίδας με πρωτεύουσα την Άμφισσα (Σάλωνα).
Η ιστορία της ξεκινάει από πολύ παλιά, στα χρόνια των Πελασγών όπου και τη συναντάμε με την επωνυμία Εχεδάμεια ενώ τα βυζαντινά μνημεία της εκκλησίας των Ταξιαρχών και της μονής του Τιμίου Προδρόμου μιλούν για τη συνέχεια της ιστορίας που φθάνει ως τις μέρες μας.
Εδώ γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Εθνομάρτυρας δεσπότης Σαλώνων Ησαΐας που κήρυξε την επανάσταση στα 1821 στο Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία με τον οπλαρχηγό Πανουριά.
Εδώ γεννήθηκε και μια από τις σημαντικές μορφές της Ελληνικής ζωγραφικής της γενιάς του 30, ο Παπαλουκάς.
Στα δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς αλλά και μετά την απελευθέρωση, οι κάτοικοι της Δεσφίνας κράτησαν τις παραδόσεις και τα έθιμα και χόρεψαν στους ρυθμούς του τσάμικου, του συρτού και του καγκελιού με τους ήχους του βιολιού, της πίπιζας, του λαούτου και του Νταουλιού φορώντας την τοπική παραδοσιακή φορεσιά ,πανέμορφη και γνωστή ως τις μέρες μας σαν μια από τις ωραιότερες παραδοσιακές φορεσιές.
Η επίσημη ανδρική φορεσιά, περιλάμβανε την φουστανέλα, ραμμένη από βαμβακερό υφαντοχασέ με 250 περίπου αλλεπάλληλες πτυχές σε δυο κομμάτια που ενώνονταν μεταξύ τους με κουμπιά. Το πουκάμισο που γινόταν από λευκό χασέ με χαρακτηριστικό γνώρισμα τις πιέτες που κοσμούσαν το μπροστινό τμήμα, μικρό γιακά που κατέληγε σε μύτη και μανίκια που κατέληγαν στον καρπό είτε με κουμπιά, είτε ελεύθερα.
Το γιλέκο με βελούδινο μπορντώ και μαύρη τσόχα, κεντημένο με μαύρη κλωστή στο χέρι χειροποίητες θηλιές, ασημένια αλυσίδα και διακοσμητικά, ραμμένα στο πίσω μέρος των μανικιών. Οι κάλτσες που κάλυπταν όλο το πόδι εκτός από την πατούσα όπου κρεμούσαν μαύρα γονατάρια από λάστιχο ή μαύρο κορδόνι που κατέληγε σε φούντα στο πίσω μέρος του ποδιού, γνωστά με την επωνυμία, καλτσοδέτες. Το ντύσιμο του ποδιού, ολοκληρώνεται με το τσαρούχι.
Τα τσαρούχια ήταν φτιαγμένα από δέρμα βοδιού ή γαϊδάρου ειδικά επεξεργασμένα και πλουμισμένα με πούλιες. Για να τρίζουν στο περπάτημα, έβαζαν θειάφι στις σόλες ενώ οι σόλες ήταν γεμάτες καρφιά. Στην αρχή είχαν κόκκινο χρώμα ή κίτρινο αφού τους έδιναν την άδεια οι Τούρκοι. Αργότερα αντικαταστάθηκαν με το μαύρο χρώμα. Το δέσιμο της φορεσιάς ολοκληρώνεται με το στενό ζωνάρι (ζνάρ) με άσπρες και μπλε γραμμές. Η σκούφια της κεφαλής ήταν από μαύρο μάλλινο ύφασμα με κέντημα στο γείσο.
Η επίσημη γυναικεία φορεσιά περιλάμβανε το μισοφόρι από λευκό βαμβακερό ύφασμα με μανίκια που κατέληγε σε δαντέλα ή κοφτό φεστόνι. Το εξωτερικό φόρεμα που λεγόταν πουκάμισο και ήταν από διαφανές μεταξωτό, χρώματος μπεζ με λαιμόκοψη. Το σιγκούνι από ειδικό χοντρό ύφασμα που λεγόταν σεγκούνα, υφασμένο στον αργαλειό, αμάνικο, ανοικτό στο στήθος που έδενε με δυο κορδόνια, με μύτες στολισμένες με συρίτια στο πίσω μέρος που ήταν πεταχτό. Στο ύψος της περιφέρειας υπήρχαν δυο τρύπες για την υποδοχή του ζωναρι-ού. Το ζωνάρι ήταν κόκκινη τσόχα για την ελεύθερη γυναίκα και από μαύρο μάλλινο υφαντό για την παντρεμένη.
Η ποδιά από μπορντώ βυσσινί βελούδο που έδενε στο κλείσιμο του σε-γκουνιού. Κεντημένη με ανεβατό πλακέ και ριζοβολιά από χρυσή κλωστή και πούλιες. Το σχέδιο συνήθως περιλάμβανε κλάρες, λουλούδια, πουλιά αγγελάκια και κάλυπτε το κάτω μέρος της ποδιάς. Η ζώνη της ποδιάς (ποδι-όσνο) από βελούδο κεντημένο με τον ίδιο τρόπο. Το κεφαλομάντηλο από άσπρη μπαμπακέλα, τετράγωνη που δενόταν στο πάνω μέρος του κεφαλιού και στερεωνόταν πίσω. Χαρακτηριστικό της γνώρισμα τα κουμπουρέλια από μεταξοβάμβακο τοποθετημένα στο σημείο που δένονταν το μαντήλι. Το σύνολο ολοκληρώνεται από λευκές βαμβακερές κάλτσες που αντικατέστησαν τις μάλλινες ενώ τον παλιό καιρό φορούσαν πλουμισμένα τσαρούχια των οποίων τα χρώματα ήταν ανάλογα με την ηλικία. Αργότερα αντικαταστάθηκαν από μαύρα δετά παπούτσια τις γιορτές και τα «μέστια» για κοινωνικές συγκεντρώσεις και το καλοκαίρι.. Τα μέστια ήταν σαν παντόφλες, σολιασμένα με λάστιχο, καμωμένα με μαύρη σεγκούνα και πλαϊνά με δέρμα που τα περνούσαν βερνίκι.
Απαραίτητο συμπλήρωμα ήταν το χει-ρομάντηλο από λευκό ύφασμα τοποθετημένο στην αριστερή εξωτερική πλευρά του σεγκουνιού. Τα κοσμήματα ήταν προαιρετικά ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα της καθεμιάς. Η καρφίτσα έκλεινε το μισοφόρι, στο λαιμό φορούσαν αλυσίδες, φλουριά και σταυρούς ενώ το άνοιγμα του σε-γκουνιού το κούμπωναν με συρματε-ρές ή σκαλιστές ασημένιες πόρπες.
Η κατασκευή των υφασμάτων γινόταν από το μαλλί των προβάτων που υπάρχουν και σήμερα στην Δεσφίνα. Το βάψιμο γινόταν σε καζάνια όπου τοποθετούσαν τα νήματα με φυσικά χρώματα. Για καφέ χρησιμοποιούσαν καρύδι, για μπεζ βελανίδια, σπαρτο-λούλουδα για κίτρινο, λαπαθόριζα με λουλάκι για μπλέ, κρεμμύδια για το κρεμεζί, ρίζες χόρτων για το κόκκινο. Η ύφανση γινόταν σε αργαλειό, εργασία επίπονη και βαριά όπως διασώζεται σε δημοτικό τραγούδι.
«..μα ο αργαλειός σκλαβιά σκλαβιά βαριά και πόνος». Σε όλη τη ζωή τους οι άνδρες δεν είχαν πολλές φορεσιές και θάβονταν με την τελευταία τους. Σε αντίθεση οι γυναικείες φορεσιές ήταν περισσότερες. Άλλη όταν ήταν νέα, άλλη για το γάμο, άλλη όταν γινόταν μάνα, άλλη όταν ήταν ενήλικη, άλλη σαν ηλικιωμένη. Το κορίτσι από τα 12 έως τα 17 ετοίμαζε τις φορεσιές που χρειαζόταν στη ζωή του ενώ στην τελευταία κατοικία φορούσαν την γεροντική. Σαν επίλογο θα μπορούσαμε να επισημάνουμε ότι η ενασχόλησή μας με τις παραδοσιακές στολές, δεν είναι μια απλή καταγραφή με μουσειακό χαρακτήρα αλλά μπορεί να γίνει αντικείμενο μελέτης που θα μας βοηθήσει να γνωρίσουμε καλύτερα τον χαρακτήρα του τόπου μας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Η παραδοσιακή φορεσιά της Δεσφίνας, έκδοση Δήμου Δεσφίνας 2001-02

1 σχόλιο:

  1. epitrepete na exete anartisei tin foresia tis sarakatsanas thrakis kai na milate gia tin desfina fokidas? oute tin foresia sas de gnorizete?

    ΑπάντησηΔιαγραφή