Σάββατο, 19 Μαρτίου 2011

Η γενιά της αθωότητας


Δεκαετία του '20 στο Cafe de France στο Μονπελιέ της Γαλλίας, ο νεαρός φοιτητής Ιατρικής Αγγελος Κατακουζηνός (1902-1982) παρατηρεί έναν, άρτι αφιχθέντα από την Ελλάδα, αλλόκοτο τύπο που συστήνεται στη φοιτητική συντροφιά: «Γιώργος Κατσίμπαλης, ανθυπολοχαγός του πυροβολικού.
Αμυνίτης. Κι από σήμερα φοιτητής της Νομικής».
«Υστερα από την εμφάνισή του», θυμόταν χρόνια αργότερα ο Κατακουζηνός, στενός φίλος πια του «Κολοσσού του Μαρουσιού», «λέξη δεν είχα κατορθώσει να βγάλω από το στόμα μου. Η δυσφορία μου όσο πήγαινε και μεγάλωνε, όταν ξαφνικά τον ακούω να λέει: "Κύριοι, η καθαρεύουσα είναι πια ξεπερασμένη. Ψυχάρης...". Ε, αυτό πια πήγαινε πάρα πολύ. Πετιέμαι απάνω και του φωνάζω προτείνοντας το δάχτυλό μου κάτω από τη μύτη του: "Εσείς, που αρνείσθε την καθαρεύουσα, τη γνωρίζετε μήπως; Εάν ναι, τότε πείτε μου, ποιος είναι ο υπερσυντέλικος του ορώ;" Ο Κατσίμπαλης, ξαφνιασμένος δυσάρεστα, έκανε έκπληκτος προς τα πίσω, γούρλωσε τα μάτια, αγρίεψε, πήγε να με κατακεραυνώσει, όταν ξαφνικά, αλλάζοντας διάθεση, ξέσπασε σε βροντερά γέλια, και τελικά απάντησε συγκαταβατικά. "Ωπώπειν"...».
Το χαριτωμένο και αποκαλυπτικό περιστατικό ανθολογείται στο βιβλίο της Λητώς Κατακουζηνού «Αγγελος Κατακουζηνός ο Βαλής μου» που πρωτοεκδόθηκε το 1988, έξι χρόνια μετά τον θάνατο του διακεκριμένου νευρολόγου-ψυχιάτρου και καθηγητή στο Παρίσι. Διέτρεχε τη ζωή του πριν από τον γάμο του, αλλά και μετά, όταν με τη σύζυγό του, ως ζευγάρι-σημείο αναφοράς της αστικής Αθήνας, μεσουρανούσαν στην πολιτιστική και κοινωνική ζωή. Το διαμέρισμά τους στη λεωφόρο Αμαλίας (σήμερα Μουσείο του Ιδρύματος Κατακουζηνού) δεν φιλοξενούσε μόνο το περίφημο γραφείο του ψυχιάτρου, αλλά κι ένα από τα σημαντικότερα φιλολογικά σαλόνια της γενιάς του '30. Δεν υπήρχε γνωστός διανοούμενος, λογοτέχνης, ζωγράφος και επιστήμονας που να μην είχε περάσει από εκεί. Το ίδιο συνέβαινε και με επιφανείς Ευρωπαίους και Αμερικανούς επιστήμονες και καλλιτέχνες.
Ετσι η αφήγηση της Λητώς Κατακουζηνού (1909-1997) είναι ένα ντοκουμέντο της πνευματικής, πολιτιστικής, αλλά και πολιτικής ιστορίας της μεταπολεμικής Ελλάδας. «Δεν είναι τουριστικός οδηγός ξενάγησης σ' ένα νεκρό κόσμο» επισημαίνει ο Παρασκευάς Καρασούλος της «Μικρής Αρκτου», που μόλις επανέκδωσε το βιβλίο φροντίζοντας να το ενισχύσει με ανέκδοτο φωτογραφικό και αρχειακό υλικό, υπομνηματισμό και σημειώσεις. Επίσης περιλαμβάνει φωτογραφίες από τη συλλογή του ζεύγους με έργα τέχνης, όλα χαρισμένα από καλλιτέχνες φίλους τους: Πικάσο, Σαγκάλ, Τσαρούχης, Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Τόμπρος, Βασιλείου. Τα πρωτότυπα βρίσκονται στο μουσείο του ιδρύματος.
Από το πρώτο ξεφύλλισμα «συλλέγονται» περιστατικά και πρόσωπα που καθόρισαν τη φυσιογνωμία της Ελλάδας: ο Σεφέρης και ο Ελύτης, το πιάνο που πρωτέπαιξε ο Μάνος Χατζιδάκις τον «Μεγάλο Ερωτικό», τα κοστούμια του Τσαρούχη για τα θρυλικά πάρτι μασκέ της εποχής, η πρώτη έκθεση ζωγραφικής τού -άγνωστου τότε- Θεόφιλου στο σπίτι των Κατακουζηνών και αργότερα τα εγκαίνια του Μουσείου Θεόφιλου στη Μυτιλήνη με τον φίλο τους Teriade, η επίσκεψη των Γουίλιαμ Φόκνερ, Μαρκ Σαγκάλ και Αλμπέρ Καμί στην Ελλάδα.
«Από τότε οι ζωές των ανθρώπων εδώ στην Ελλάδα, αλλά και στην Ευρώπη μίκρυναν τόσο, που πια δεν χωρούν τίποτα και κανέναν άλλον εκτός από έναν εαυτό, φοβισμένο και έτοιμο να συμβιβαστεί με το χείριστο» σχολιάζει ο Καρασούλος... *

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Σάββατο, 19 Μαρτίου 2011

Η γενιά της αθωότητας


Δεκαετία του '20 στο Cafe de France στο Μονπελιέ της Γαλλίας, ο νεαρός φοιτητής Ιατρικής Αγγελος Κατακουζηνός (1902-1982) παρατηρεί έναν, άρτι αφιχθέντα από την Ελλάδα, αλλόκοτο τύπο που συστήνεται στη φοιτητική συντροφιά: «Γιώργος Κατσίμπαλης, ανθυπολοχαγός του πυροβολικού.
Αμυνίτης. Κι από σήμερα φοιτητής της Νομικής».
«Υστερα από την εμφάνισή του», θυμόταν χρόνια αργότερα ο Κατακουζηνός, στενός φίλος πια του «Κολοσσού του Μαρουσιού», «λέξη δεν είχα κατορθώσει να βγάλω από το στόμα μου. Η δυσφορία μου όσο πήγαινε και μεγάλωνε, όταν ξαφνικά τον ακούω να λέει: "Κύριοι, η καθαρεύουσα είναι πια ξεπερασμένη. Ψυχάρης...". Ε, αυτό πια πήγαινε πάρα πολύ. Πετιέμαι απάνω και του φωνάζω προτείνοντας το δάχτυλό μου κάτω από τη μύτη του: "Εσείς, που αρνείσθε την καθαρεύουσα, τη γνωρίζετε μήπως; Εάν ναι, τότε πείτε μου, ποιος είναι ο υπερσυντέλικος του ορώ;" Ο Κατσίμπαλης, ξαφνιασμένος δυσάρεστα, έκανε έκπληκτος προς τα πίσω, γούρλωσε τα μάτια, αγρίεψε, πήγε να με κατακεραυνώσει, όταν ξαφνικά, αλλάζοντας διάθεση, ξέσπασε σε βροντερά γέλια, και τελικά απάντησε συγκαταβατικά. "Ωπώπειν"...».
Το χαριτωμένο και αποκαλυπτικό περιστατικό ανθολογείται στο βιβλίο της Λητώς Κατακουζηνού «Αγγελος Κατακουζηνός ο Βαλής μου» που πρωτοεκδόθηκε το 1988, έξι χρόνια μετά τον θάνατο του διακεκριμένου νευρολόγου-ψυχιάτρου και καθηγητή στο Παρίσι. Διέτρεχε τη ζωή του πριν από τον γάμο του, αλλά και μετά, όταν με τη σύζυγό του, ως ζευγάρι-σημείο αναφοράς της αστικής Αθήνας, μεσουρανούσαν στην πολιτιστική και κοινωνική ζωή. Το διαμέρισμά τους στη λεωφόρο Αμαλίας (σήμερα Μουσείο του Ιδρύματος Κατακουζηνού) δεν φιλοξενούσε μόνο το περίφημο γραφείο του ψυχιάτρου, αλλά κι ένα από τα σημαντικότερα φιλολογικά σαλόνια της γενιάς του '30. Δεν υπήρχε γνωστός διανοούμενος, λογοτέχνης, ζωγράφος και επιστήμονας που να μην είχε περάσει από εκεί. Το ίδιο συνέβαινε και με επιφανείς Ευρωπαίους και Αμερικανούς επιστήμονες και καλλιτέχνες.
Ετσι η αφήγηση της Λητώς Κατακουζηνού (1909-1997) είναι ένα ντοκουμέντο της πνευματικής, πολιτιστικής, αλλά και πολιτικής ιστορίας της μεταπολεμικής Ελλάδας. «Δεν είναι τουριστικός οδηγός ξενάγησης σ' ένα νεκρό κόσμο» επισημαίνει ο Παρασκευάς Καρασούλος της «Μικρής Αρκτου», που μόλις επανέκδωσε το βιβλίο φροντίζοντας να το ενισχύσει με ανέκδοτο φωτογραφικό και αρχειακό υλικό, υπομνηματισμό και σημειώσεις. Επίσης περιλαμβάνει φωτογραφίες από τη συλλογή του ζεύγους με έργα τέχνης, όλα χαρισμένα από καλλιτέχνες φίλους τους: Πικάσο, Σαγκάλ, Τσαρούχης, Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Τόμπρος, Βασιλείου. Τα πρωτότυπα βρίσκονται στο μουσείο του ιδρύματος.
Από το πρώτο ξεφύλλισμα «συλλέγονται» περιστατικά και πρόσωπα που καθόρισαν τη φυσιογνωμία της Ελλάδας: ο Σεφέρης και ο Ελύτης, το πιάνο που πρωτέπαιξε ο Μάνος Χατζιδάκις τον «Μεγάλο Ερωτικό», τα κοστούμια του Τσαρούχη για τα θρυλικά πάρτι μασκέ της εποχής, η πρώτη έκθεση ζωγραφικής τού -άγνωστου τότε- Θεόφιλου στο σπίτι των Κατακουζηνών και αργότερα τα εγκαίνια του Μουσείου Θεόφιλου στη Μυτιλήνη με τον φίλο τους Teriade, η επίσκεψη των Γουίλιαμ Φόκνερ, Μαρκ Σαγκάλ και Αλμπέρ Καμί στην Ελλάδα.
«Από τότε οι ζωές των ανθρώπων εδώ στην Ελλάδα, αλλά και στην Ευρώπη μίκρυναν τόσο, που πια δεν χωρούν τίποτα και κανέναν άλλον εκτός από έναν εαυτό, φοβισμένο και έτοιμο να συμβιβαστεί με το χείριστο» σχολιάζει ο Καρασούλος... *

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου