Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

Καθενιώτικη Αντρική Φορεσιά.

Costume Grec. Ελληνική φουστανέλαImage via Wikipedia
ΑΝΔΡΙΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ
Α' ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Η π’καμίσα (πουκαμίσα) η κοντό. Η πουκαμίσα ήταν φτιαγμένη από άσπρο βαμβακερό ύφασμα υφαντό στον αργαλειό από αγοραστό νήμα και ραμμένη στο χέρι. Αργότερα έβαφαν το ύφασμα γεράνιο γιατί το άσπρο ήταν δύσκολο στο πλύσιμο. Η πουκαμίσα ήταν κοντή και έφτανε μέχρι τα γόνατα Είχε άνοιγμα μέχρι την μέση και κούμπωνε με μικρά κουμπιά. Η περιοχή του στήθους καλυπτόταν από πυκνές πένσες που σχημάτιζαν ένα ξεχωριστό τετράγωνο. Από την μέση και κάτω ήταν φαρδύ και λεγόταν πουκαμίσα φουστανελλάδικη. Τα μανίκια ήταν πλατιά και ανοικτά κάτω. Αργότερα έγιναν κοντά και κούμπωναν στον καρπό. Οι κάλτσες ήταν πλεκτές ή υφαντές χωρίς πατούσα που έφταναν μέχρι το γόνατο όπου δένονταν με την γονατάρα. Στο κάτω μέρος ήταν ραμμένη μια λεπτή λουρίδα που περνούσε κάτω από την καμάρα του ποδιού και κρατούσε την κάλτσα τεντωμένη. Η λουρίδα αυτή ονομαζόταν παλιά στάφα αργότερα πατήκι. Το παντελόνι. Οι Καθενιώτες άρχισαν να φορούν παντελόνια, μετά το 1880. Το παντελόνι εκείνης της εποχής ήταν κοντό και, έφτανε μέχρι το γόνατο. Το έλεγαν μπουτούρι. Ήταν ραμμένο από υφαντό ύφασμα συνήθως μαύρο. Αργότερα τα μπουντούρια και οι κάλτσες αντικαταστάθηκαν από τα πανωβράκια.. Όταν έφτασε στο χωριό η Ευρωπαϊκή (Φράγκικη ) ενδυμασία το πανωβράκι αντικαταστήθηκε από το παντελόνι που το έραβαν από ντρίλινο αγοραστό ύφασμα . Αυτό το ύφασμα το ονόμαζαν της ρετσίνας. Τα πανωβράκια φτιάχνονταν από υφαντό μάλλινο ύφασμα μαύρου χρώματος. Ήταν στενά αλλά κάτω από τα σκέλια σχημάτιζαν την σέλα για να μη δυσκολεύονται στο περπάτημα. Τα έδεναν στη μέση με ένα κομμάτι σχοινί την βρακοζώνα, την οποία περνούσαν μέσα από την φακαρόλα, στο κενό δηλαδή που δημιουργείται στο πάνω μέρος του πανωβρακιού όταν δίπλωναν το ύφασμα προς τα κάτω και το έραβαν. Τον χειμώνα φορούσαν το σταυρωτό η γιλέκο. Ήταν φτιαγμένο από σκούρο μπλε υφαντό ύφασμα Το ύφασμα ήταν φτηνό χωρίς πολλά κεντίδια. Στα βαριά χειμωνιάτικα κρύα φορούσαν πάνω από όλα την πατατούκα. Ήταν φτιαγμένη από μάλλινο προβάτινο ύφασμα χρώματος μπλε ή μαύρου και έφτανε λίγο πιο πάνω από τα γόνατα. Όταν ύφαιναν το ύφασμα το πήγαιναν στο μαντάνι για να μπάσει και για να γίνει χοντρό και το έλεγαν σ’κτι (σκουτί). Την πατατούκα τη έραβαν στο χέρι ή στην χειροκίνητη ραπτομηχανή .Γνωστός ράφτης ήταν ο Μπαρδαμπούλιας. ΕΠΙΣΗΜΗ Του π’κμάμ’σου (πουκάμισο) ή κοντό. Το έραβαν από λευκό και λεπτό βαμβακερό αγοραστό ύφασμα. Ήταν ανοιχτό στο στήθος, όπου έφτιαχναν πολλές πιέτες. Τα μανίκια ήταν φαρδιά στις άκρες και μακριά ή στενά στον καρπό για να κουμπώνουν αλλά το ίδιο φαρδιά. Ο γιακάς ήταν μικρός και στρογγυλός. Φουστανέλα Φουστανέλα. Κατασκευάσθηκε το 1904 στα Ψαχνά. Κάτοχος. Αντώνης Ρουμπής. Φέσι. Κάτοχος. Αντώνης Ρουμπής Ζωνάρι σε φουστανέλα. Κάτοχος Α. Ρουμπής Κάλτσες. Κάτοχος Φανή Κορώνη. Γιλέκο. Κάτοχος Φανή Κορώνη. Πάνω από το πουκάμισο φορούσαν το σταυρωτό γιλέκο. Αυτό ήταν φτιαγμένο από σκουτί ή τσόχα χρώματος βαθύ μπλε ή μαύρου με ωραία κεντήματα στο στήθος όπου κούμπωνε σταυρωτά με ειδικά κουμπιά. Τα κουμπιά ήταν μικρά, στρογγυλά με κρόσσια και κούμπωναν σε θηλιές. Κεντήματα είχε και στην πίσω πλευρά ένα στην μέση και ένα κοντά στον τράχηλο. Η φόρμα με μανίκια (πισλί). Ήταν φτιαγμένη από αγοραστό ύφασμα βαθύ μπλε και μαύρου χρώματος. Στο μπροστινό μέρος είχε κεντήματα φτιαγμένα με χοντρούς πράσινους μουλινέδες και κουμπιά με θηλιές σε σειρά που σπάνια κούμπωναν. Στο πίσω μέρος κρέμονταν δύο ψευτομάνικα που κατέληγαν σε γλωσσίδια κεντημένα και ήταν φοδραρισμένα εσωτερικά με μεταξωτό κόκκινο πανί. Τα ψευτομάνικα είχαν σε όλη την περίμετρο τους σειράδια από πράσινους μεταξωτούς μουλινέδες. Τα δύο άκρα των μανικιών καθώς και το πίσω μέρος ήταν καλυμμένα από κεντήματα. Η φ’στανέλλα (φουστανέλα). Το σύμβολο της Ελληνικής λεβεντιάς. Ήταν φτιαγμένη από χασέ, λευκό αγοραστό ύφασμα. Για να βγαίνουν ωραία τα κομμάτια πριν τα κόψουν έβαζαν το ύφασμα μια μέρα στο νερό για να μπάσει και ύστερα το στέγνωνα και το σιδέρωνα. Έραβαν την φουστανέλα στο χέρι και αργότερα με τις χειροκίνητες ραπτομηχανές. Πρώτα έκοβαν το ύφασμα σε ισοσκελή τρίγωνα, τις λόξες ή φιλέτα ή φύλλα. Οι λόξες είχαν μήκος 15 εκατοστά στην βάση και 3ή 4 εκατοστά στην κορυφή που δεν ήταν μυτερή γιατί ήταν κομμένη. Όσο πιο στενή είναι η κορυφή τόσο πιο φουσκωτή γίνεται κάτω η φουστανέλα. Για να μην ξεφτίζουν οι λόξες τις δίπλωναν στις πλευρές τους και τις έραβαν με Γαλλική ραφή ή πλακοραφή. Επίσης για να είναι ακριβώς ίσιες τις τοποθετούσαν την μια πάνω στην άλλη όταν τις έκοβαν και διόρθωναν τις τυχόν ατέλειες. Τις λόξες τις έραβαν ή τις γάζωναν από την βάση προς την κορυφή, για να είναι οι βάσεις ακριβώς στο ίδιο ύψος, ενώ αν εξείχε καμιά άκρη στη κορυφή τη έραβαν μέσα στη ζώνη και δεν φαινόταν η ατέλεια. Οι κορυφές ράβονταν από τις δυο πλευρές (μέσα και έξω) σε μια ζώνη περίπου δέκα εκατοστών που την έλεγαν φακαρόλα. Η φουστανέλα αποτελούταν από δύο κομμάτια τα οποία ενώνονταν με κόπιτσες και την στερέωναν στην μέση ή ήταν μονοκόμματη και την στερέωναν στη μέση με κορδόνι το οποίο περνούσαν μέσα στο κενό που είχε η φακαρόλα. Για να υπολογίσουν τον αριθμό των φύλλων μετρούσαν την μέση του άνδρα ή του παιδιού. Ο αριθμός των τριγωνικών υφασμάτων που είχε μια φουστανέλα καθόριζε το μέγεθος και το βάρος της. Οι μεγαλύτερες είχαν 400 φύλλα ή λόξες. Για να είναι ατσαλάκωτες οι φουστανέλες τις σιδέρωναν φύλλο -φύλλο με ειδικό σίδερο με κάρβουνα που το έλεγαν σκανταλέτο. Οι Καθενιώτες έραβαν τις φουστανέλες τους στο χωριό, αλλά και σε άλλα χωριά όπως τα Ψαχνά, σε ραφτάδες που ήταν ειδικοί τεχνίτες. Γνωστός Καθενιώτης ράφτης ήταν ο Μπαρδαμπόυλιας. Οι Καθενιώτες φορούσαν δύο ειδών φουστανέλες . Κυρίως την παλαιοελλαδίτικη που ήταν μακριά και την φορούσαν οι κάτοικοι της παλιάς Ελλάδας, αυτή που φορούσε ο Κολοκοτρώνης και τη κοντή που λεγόταν Τυρναβίτικη, γιατί αυτό το είδος φοριότανε στον Τύρναβο. Συνέχεια της φουστανέλας ήταν οι κάλτσες. Ήταν άσπρες υφαντές ή πλεκτές και πολύ μακριές. Στους μηρούς του έδεναν με νήματα και κάτω από το πόδι τις στερέωναν στην στάφα ή πήχη (πατήχι). Τις έδεναν κάτω από το γόνατο με τις γονατάρες, οι οποίες στο ένα άκρο είχαν δύο μαύρες φούντες και στο άλλο μια θηλιά μέσα από την οποία περνούσαν οι φούντες κατά το δέσιμο. Του ζ’ναρ (ζωνάρι). Το φορούσαν στην μέση για φιγούρα αλλά και για να καλύπτει την φουστανέλα στο σημείο που στηριζότανε στο σώμα και για να μη φαίνεται η φακαρόλα. Ήταν αγοραστό ή υφαντό το ανεπίσημο. Είχε μήκος 1,80 μέχρί 2,00 μέτρα. Το πλάτος του ποίκιλε. Πολλές φορές το φαρδύ το δίπλωναν στη μέση και το έραβαν στις άκρες. Το κενό που δημιουργούταν το γέμιζαν με κλωστές ή στριφτό ύφασμα για να είναι σκληρό. Το ζωνάρι δενόταν με κορδόνι περασμένο μέσα από το κενό ή με κόπιτσα. Είχε διάφορα χρώματα και στις άκρες λεπτά και μακριά κρόσσια που έπεφταν στο αριστερό μέρος. Παλιά ήταν έθιμο να χαρίζουν ζωνάρια στους φίλους τους οι συγγενείς των μελλονύμφων κατά τον αρραβώνα ή τον γάμο. Το κεφάλι κάλυπτε του φες (φέσι) Ήταν αγοραστό, βελούδινο κόκκινου χρώματος και αργότερα το έβαφαν γεράνιο γιατί το άσπρο ήταν δύσκολο στο πλύσιμο. Είχε μια μπλε ή μαύρη φούντα. Τα εσώρουχα Γυναικεία Ο στηθόδεσμος. Ήταν σαν την τραχυλιά και τον έδεναν πίσω. Τον έλεγαν μπούστο. Το ύφασμα ήταν βαμβακερό και το έραβαν μόνες τους ή σε τοπικές μοδίστρες. Το μεσοφόρι. Φοριόταν κάτω από το πουκάμισο και είχε συνήθως το ίδιο σχήμα με αυτό. Ήταν βαμβακερό υφαντό από αγοραστό κάμποτ. Ήταν αμάνικο και ανοιχτό στο λαιμό ή με λαιμόκοψη. Το βρακί. Ήταν μακρύ και το έδεναν πάνω από το γόνατο με κορδόνια, όπως και στη μέση επίσης το έδεναν με κορδόνι. Το ύφασμα ήταν υφαντό ή αγοραστό λευκού χρώματος. Ανδρικά. Το Σώβρακο με σέλα, ήταν μακρύ μέχρι τον αστράγαλο (σκελέα) και κατασκευασμένο από βαμβακερό ύφασμα, συνήθως άσπρο αλλά και μαύρο. Η Φανέλα Ήταν λευκή μάλλινη, υφαντή στον σπιτικό αργαλειό. Είχε μανίκια και λαιμόκοψη. Στη μια πλευρά είχε άνοιγμα και έπιανε με μια κόπιτσα. Τα λευκά εσώρουχα αλλά και όλα τα ασπρόρουχα τα έπλεναν με ασπρόχωμα. Τσαρούχια από δέρμα γουρουνιού. Κάτοχος. Γιάννης Κούρος ή Κάπελας. Τα παπούτσια Τα επίσημα παπούτσια τα αγόραζαν. Είχαν φούντα και τα έλεγαν τζάμκα. Τα αγόραζαν γιατί οι κατασκευαστές ήταν ειδικοί τεχνίτες και δεν υπήρχαν τέτοιοι στο χωριό. Οι τσαγκάριδες απλώς τα επισκεύαζαν. Τα τσαρούχια τα οποία έφτιαχναν μόνοι τους, ήταν τα παπούτσια των φτωχών και διακρίνονταν σε δύο είδη. Στα καουτσούκια, για την κατασκευή των οποίων χρησιμοποιούσαν σόλα από καουτσούκ που το αγόραζαν και πάνω της κάρφωναν δύο δερμάτινες λουρίδες, τη μία για να κρατά το πάνω μέρος του ποδιού και την άλλη για να κρατά την φτέρνα και στα καθημερινά. Τα καθημερινά τσαρούχια είχαν για σόλα κομμάτι γουρουνίσιου ή βοδινού δέρματος. Το κομμάτι του επεξεργασμένου δέρματος το έκοβαν όσο χρειαζόταν για να τυλίξει το πόδι. Τρυπούσαν κατόπιν τις άκρες του και περνούσαν μέσα τους λεπτές λουρίδες δέρματος ή κορδόνι, το οποίο πέρναγαν και από την φτέρνα όταν το έδεναν, για να το συγκρατήσουν στο πόδι Στην φτέρνα ήταν ανοιχτά ή κλειστά Η επεξεργασία του δέρματος πριν γίνει τσαρούχι ήταν ολόκληρη διαδικασία. Μετά το γδάρσιμο του ζώου έκοβαν σε λουρίδες το δέρματου. Ύστερα τις αλάτιζαν και τις κρεμούσαν για να στεγνώσουν αλλά και για να ψηθούν από το αλάτι. Μετά από μερικές μέρες τις καθάριζαν με στάχτη και στη συνέχεια τις έπλεναν με σταχτόνερο. Αφού στέγνωναν τις αλάτιζαν πάλι και ξεκινούσαν την ίδια διαδικασία από την αρχή. Για να πετύχουν πολύ καλή επεξεργασία στο δέρμα πολλές φορές το δούλευαν με αυτό τον τρόπο μέχρι και ένα χρόνο. Στο πόδι τοποθετούσαν την γδαρμένη πλευρά του δέρματος, ενώ την άλλη με τις τρίχες την είχαν εξωτερικά. Δεν ξύριζαν τις τρίχες του ζώου από το δέρμα για να μην κολλούν τον χειμώνα ή λάσπη και το χιώνι. . Το είδος του δέρματος καθόριζε και την ποιότητα των τσαρουχιών . Τα τσαρούχια από δέρμα γουρουνιού ήταν κακής ποιότητας γιατί είχαν λίπος το οποίο όταν ζεσταινόταν ή έπαιρνε υγρασία άλλαζε τη μορφή και το σχήμα των τσαρουχιών. Τα τσαρούχια από δέρμα βοδιού ήταν τα καλλίτερα γιατί το δέρμα του δεν έχει λίπος. Τα παιδικά παπούτσια τα έλεγαν στιβόλια . Ήταν κλειστά και τα έδενα με κορδόνια.


Enhanced by Zemanta

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

Καθενιώτικη Αντρική Φορεσιά.

Costume Grec. Ελληνική φουστανέλαImage via Wikipedia
ΑΝΔΡΙΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ
Α' ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Η π’καμίσα (πουκαμίσα) η κοντό. Η πουκαμίσα ήταν φτιαγμένη από άσπρο βαμβακερό ύφασμα υφαντό στον αργαλειό από αγοραστό νήμα και ραμμένη στο χέρι. Αργότερα έβαφαν το ύφασμα γεράνιο γιατί το άσπρο ήταν δύσκολο στο πλύσιμο. Η πουκαμίσα ήταν κοντή και έφτανε μέχρι τα γόνατα Είχε άνοιγμα μέχρι την μέση και κούμπωνε με μικρά κουμπιά. Η περιοχή του στήθους καλυπτόταν από πυκνές πένσες που σχημάτιζαν ένα ξεχωριστό τετράγωνο. Από την μέση και κάτω ήταν φαρδύ και λεγόταν πουκαμίσα φουστανελλάδικη. Τα μανίκια ήταν πλατιά και ανοικτά κάτω. Αργότερα έγιναν κοντά και κούμπωναν στον καρπό. Οι κάλτσες ήταν πλεκτές ή υφαντές χωρίς πατούσα που έφταναν μέχρι το γόνατο όπου δένονταν με την γονατάρα. Στο κάτω μέρος ήταν ραμμένη μια λεπτή λουρίδα που περνούσε κάτω από την καμάρα του ποδιού και κρατούσε την κάλτσα τεντωμένη. Η λουρίδα αυτή ονομαζόταν παλιά στάφα αργότερα πατήκι. Το παντελόνι. Οι Καθενιώτες άρχισαν να φορούν παντελόνια, μετά το 1880. Το παντελόνι εκείνης της εποχής ήταν κοντό και, έφτανε μέχρι το γόνατο. Το έλεγαν μπουτούρι. Ήταν ραμμένο από υφαντό ύφασμα συνήθως μαύρο. Αργότερα τα μπουντούρια και οι κάλτσες αντικαταστάθηκαν από τα πανωβράκια.. Όταν έφτασε στο χωριό η Ευρωπαϊκή (Φράγκικη ) ενδυμασία το πανωβράκι αντικαταστήθηκε από το παντελόνι που το έραβαν από ντρίλινο αγοραστό ύφασμα . Αυτό το ύφασμα το ονόμαζαν της ρετσίνας. Τα πανωβράκια φτιάχνονταν από υφαντό μάλλινο ύφασμα μαύρου χρώματος. Ήταν στενά αλλά κάτω από τα σκέλια σχημάτιζαν την σέλα για να μη δυσκολεύονται στο περπάτημα. Τα έδεναν στη μέση με ένα κομμάτι σχοινί την βρακοζώνα, την οποία περνούσαν μέσα από την φακαρόλα, στο κενό δηλαδή που δημιουργείται στο πάνω μέρος του πανωβρακιού όταν δίπλωναν το ύφασμα προς τα κάτω και το έραβαν. Τον χειμώνα φορούσαν το σταυρωτό η γιλέκο. Ήταν φτιαγμένο από σκούρο μπλε υφαντό ύφασμα Το ύφασμα ήταν φτηνό χωρίς πολλά κεντίδια. Στα βαριά χειμωνιάτικα κρύα φορούσαν πάνω από όλα την πατατούκα. Ήταν φτιαγμένη από μάλλινο προβάτινο ύφασμα χρώματος μπλε ή μαύρου και έφτανε λίγο πιο πάνω από τα γόνατα. Όταν ύφαιναν το ύφασμα το πήγαιναν στο μαντάνι για να μπάσει και για να γίνει χοντρό και το έλεγαν σ’κτι (σκουτί). Την πατατούκα τη έραβαν στο χέρι ή στην χειροκίνητη ραπτομηχανή .Γνωστός ράφτης ήταν ο Μπαρδαμπούλιας. ΕΠΙΣΗΜΗ Του π’κμάμ’σου (πουκάμισο) ή κοντό. Το έραβαν από λευκό και λεπτό βαμβακερό αγοραστό ύφασμα. Ήταν ανοιχτό στο στήθος, όπου έφτιαχναν πολλές πιέτες. Τα μανίκια ήταν φαρδιά στις άκρες και μακριά ή στενά στον καρπό για να κουμπώνουν αλλά το ίδιο φαρδιά. Ο γιακάς ήταν μικρός και στρογγυλός. Φουστανέλα Φουστανέλα. Κατασκευάσθηκε το 1904 στα Ψαχνά. Κάτοχος. Αντώνης Ρουμπής. Φέσι. Κάτοχος. Αντώνης Ρουμπής Ζωνάρι σε φουστανέλα. Κάτοχος Α. Ρουμπής Κάλτσες. Κάτοχος Φανή Κορώνη. Γιλέκο. Κάτοχος Φανή Κορώνη. Πάνω από το πουκάμισο φορούσαν το σταυρωτό γιλέκο. Αυτό ήταν φτιαγμένο από σκουτί ή τσόχα χρώματος βαθύ μπλε ή μαύρου με ωραία κεντήματα στο στήθος όπου κούμπωνε σταυρωτά με ειδικά κουμπιά. Τα κουμπιά ήταν μικρά, στρογγυλά με κρόσσια και κούμπωναν σε θηλιές. Κεντήματα είχε και στην πίσω πλευρά ένα στην μέση και ένα κοντά στον τράχηλο. Η φόρμα με μανίκια (πισλί). Ήταν φτιαγμένη από αγοραστό ύφασμα βαθύ μπλε και μαύρου χρώματος. Στο μπροστινό μέρος είχε κεντήματα φτιαγμένα με χοντρούς πράσινους μουλινέδες και κουμπιά με θηλιές σε σειρά που σπάνια κούμπωναν. Στο πίσω μέρος κρέμονταν δύο ψευτομάνικα που κατέληγαν σε γλωσσίδια κεντημένα και ήταν φοδραρισμένα εσωτερικά με μεταξωτό κόκκινο πανί. Τα ψευτομάνικα είχαν σε όλη την περίμετρο τους σειράδια από πράσινους μεταξωτούς μουλινέδες. Τα δύο άκρα των μανικιών καθώς και το πίσω μέρος ήταν καλυμμένα από κεντήματα. Η φ’στανέλλα (φουστανέλα). Το σύμβολο της Ελληνικής λεβεντιάς. Ήταν φτιαγμένη από χασέ, λευκό αγοραστό ύφασμα. Για να βγαίνουν ωραία τα κομμάτια πριν τα κόψουν έβαζαν το ύφασμα μια μέρα στο νερό για να μπάσει και ύστερα το στέγνωνα και το σιδέρωνα. Έραβαν την φουστανέλα στο χέρι και αργότερα με τις χειροκίνητες ραπτομηχανές. Πρώτα έκοβαν το ύφασμα σε ισοσκελή τρίγωνα, τις λόξες ή φιλέτα ή φύλλα. Οι λόξες είχαν μήκος 15 εκατοστά στην βάση και 3ή 4 εκατοστά στην κορυφή που δεν ήταν μυτερή γιατί ήταν κομμένη. Όσο πιο στενή είναι η κορυφή τόσο πιο φουσκωτή γίνεται κάτω η φουστανέλα. Για να μην ξεφτίζουν οι λόξες τις δίπλωναν στις πλευρές τους και τις έραβαν με Γαλλική ραφή ή πλακοραφή. Επίσης για να είναι ακριβώς ίσιες τις τοποθετούσαν την μια πάνω στην άλλη όταν τις έκοβαν και διόρθωναν τις τυχόν ατέλειες. Τις λόξες τις έραβαν ή τις γάζωναν από την βάση προς την κορυφή, για να είναι οι βάσεις ακριβώς στο ίδιο ύψος, ενώ αν εξείχε καμιά άκρη στη κορυφή τη έραβαν μέσα στη ζώνη και δεν φαινόταν η ατέλεια. Οι κορυφές ράβονταν από τις δυο πλευρές (μέσα και έξω) σε μια ζώνη περίπου δέκα εκατοστών που την έλεγαν φακαρόλα. Η φουστανέλα αποτελούταν από δύο κομμάτια τα οποία ενώνονταν με κόπιτσες και την στερέωναν στην μέση ή ήταν μονοκόμματη και την στερέωναν στη μέση με κορδόνι το οποίο περνούσαν μέσα στο κενό που είχε η φακαρόλα. Για να υπολογίσουν τον αριθμό των φύλλων μετρούσαν την μέση του άνδρα ή του παιδιού. Ο αριθμός των τριγωνικών υφασμάτων που είχε μια φουστανέλα καθόριζε το μέγεθος και το βάρος της. Οι μεγαλύτερες είχαν 400 φύλλα ή λόξες. Για να είναι ατσαλάκωτες οι φουστανέλες τις σιδέρωναν φύλλο -φύλλο με ειδικό σίδερο με κάρβουνα που το έλεγαν σκανταλέτο. Οι Καθενιώτες έραβαν τις φουστανέλες τους στο χωριό, αλλά και σε άλλα χωριά όπως τα Ψαχνά, σε ραφτάδες που ήταν ειδικοί τεχνίτες. Γνωστός Καθενιώτης ράφτης ήταν ο Μπαρδαμπόυλιας. Οι Καθενιώτες φορούσαν δύο ειδών φουστανέλες . Κυρίως την παλαιοελλαδίτικη που ήταν μακριά και την φορούσαν οι κάτοικοι της παλιάς Ελλάδας, αυτή που φορούσε ο Κολοκοτρώνης και τη κοντή που λεγόταν Τυρναβίτικη, γιατί αυτό το είδος φοριότανε στον Τύρναβο. Συνέχεια της φουστανέλας ήταν οι κάλτσες. Ήταν άσπρες υφαντές ή πλεκτές και πολύ μακριές. Στους μηρούς του έδεναν με νήματα και κάτω από το πόδι τις στερέωναν στην στάφα ή πήχη (πατήχι). Τις έδεναν κάτω από το γόνατο με τις γονατάρες, οι οποίες στο ένα άκρο είχαν δύο μαύρες φούντες και στο άλλο μια θηλιά μέσα από την οποία περνούσαν οι φούντες κατά το δέσιμο. Του ζ’ναρ (ζωνάρι). Το φορούσαν στην μέση για φιγούρα αλλά και για να καλύπτει την φουστανέλα στο σημείο που στηριζότανε στο σώμα και για να μη φαίνεται η φακαρόλα. Ήταν αγοραστό ή υφαντό το ανεπίσημο. Είχε μήκος 1,80 μέχρί 2,00 μέτρα. Το πλάτος του ποίκιλε. Πολλές φορές το φαρδύ το δίπλωναν στη μέση και το έραβαν στις άκρες. Το κενό που δημιουργούταν το γέμιζαν με κλωστές ή στριφτό ύφασμα για να είναι σκληρό. Το ζωνάρι δενόταν με κορδόνι περασμένο μέσα από το κενό ή με κόπιτσα. Είχε διάφορα χρώματα και στις άκρες λεπτά και μακριά κρόσσια που έπεφταν στο αριστερό μέρος. Παλιά ήταν έθιμο να χαρίζουν ζωνάρια στους φίλους τους οι συγγενείς των μελλονύμφων κατά τον αρραβώνα ή τον γάμο. Το κεφάλι κάλυπτε του φες (φέσι) Ήταν αγοραστό, βελούδινο κόκκινου χρώματος και αργότερα το έβαφαν γεράνιο γιατί το άσπρο ήταν δύσκολο στο πλύσιμο. Είχε μια μπλε ή μαύρη φούντα. Τα εσώρουχα Γυναικεία Ο στηθόδεσμος. Ήταν σαν την τραχυλιά και τον έδεναν πίσω. Τον έλεγαν μπούστο. Το ύφασμα ήταν βαμβακερό και το έραβαν μόνες τους ή σε τοπικές μοδίστρες. Το μεσοφόρι. Φοριόταν κάτω από το πουκάμισο και είχε συνήθως το ίδιο σχήμα με αυτό. Ήταν βαμβακερό υφαντό από αγοραστό κάμποτ. Ήταν αμάνικο και ανοιχτό στο λαιμό ή με λαιμόκοψη. Το βρακί. Ήταν μακρύ και το έδεναν πάνω από το γόνατο με κορδόνια, όπως και στη μέση επίσης το έδεναν με κορδόνι. Το ύφασμα ήταν υφαντό ή αγοραστό λευκού χρώματος. Ανδρικά. Το Σώβρακο με σέλα, ήταν μακρύ μέχρι τον αστράγαλο (σκελέα) και κατασκευασμένο από βαμβακερό ύφασμα, συνήθως άσπρο αλλά και μαύρο. Η Φανέλα Ήταν λευκή μάλλινη, υφαντή στον σπιτικό αργαλειό. Είχε μανίκια και λαιμόκοψη. Στη μια πλευρά είχε άνοιγμα και έπιανε με μια κόπιτσα. Τα λευκά εσώρουχα αλλά και όλα τα ασπρόρουχα τα έπλεναν με ασπρόχωμα. Τσαρούχια από δέρμα γουρουνιού. Κάτοχος. Γιάννης Κούρος ή Κάπελας. Τα παπούτσια Τα επίσημα παπούτσια τα αγόραζαν. Είχαν φούντα και τα έλεγαν τζάμκα. Τα αγόραζαν γιατί οι κατασκευαστές ήταν ειδικοί τεχνίτες και δεν υπήρχαν τέτοιοι στο χωριό. Οι τσαγκάριδες απλώς τα επισκεύαζαν. Τα τσαρούχια τα οποία έφτιαχναν μόνοι τους, ήταν τα παπούτσια των φτωχών και διακρίνονταν σε δύο είδη. Στα καουτσούκια, για την κατασκευή των οποίων χρησιμοποιούσαν σόλα από καουτσούκ που το αγόραζαν και πάνω της κάρφωναν δύο δερμάτινες λουρίδες, τη μία για να κρατά το πάνω μέρος του ποδιού και την άλλη για να κρατά την φτέρνα και στα καθημερινά. Τα καθημερινά τσαρούχια είχαν για σόλα κομμάτι γουρουνίσιου ή βοδινού δέρματος. Το κομμάτι του επεξεργασμένου δέρματος το έκοβαν όσο χρειαζόταν για να τυλίξει το πόδι. Τρυπούσαν κατόπιν τις άκρες του και περνούσαν μέσα τους λεπτές λουρίδες δέρματος ή κορδόνι, το οποίο πέρναγαν και από την φτέρνα όταν το έδεναν, για να το συγκρατήσουν στο πόδι Στην φτέρνα ήταν ανοιχτά ή κλειστά Η επεξεργασία του δέρματος πριν γίνει τσαρούχι ήταν ολόκληρη διαδικασία. Μετά το γδάρσιμο του ζώου έκοβαν σε λουρίδες το δέρματου. Ύστερα τις αλάτιζαν και τις κρεμούσαν για να στεγνώσουν αλλά και για να ψηθούν από το αλάτι. Μετά από μερικές μέρες τις καθάριζαν με στάχτη και στη συνέχεια τις έπλεναν με σταχτόνερο. Αφού στέγνωναν τις αλάτιζαν πάλι και ξεκινούσαν την ίδια διαδικασία από την αρχή. Για να πετύχουν πολύ καλή επεξεργασία στο δέρμα πολλές φορές το δούλευαν με αυτό τον τρόπο μέχρι και ένα χρόνο. Στο πόδι τοποθετούσαν την γδαρμένη πλευρά του δέρματος, ενώ την άλλη με τις τρίχες την είχαν εξωτερικά. Δεν ξύριζαν τις τρίχες του ζώου από το δέρμα για να μην κολλούν τον χειμώνα ή λάσπη και το χιώνι. . Το είδος του δέρματος καθόριζε και την ποιότητα των τσαρουχιών . Τα τσαρούχια από δέρμα γουρουνιού ήταν κακής ποιότητας γιατί είχαν λίπος το οποίο όταν ζεσταινόταν ή έπαιρνε υγρασία άλλαζε τη μορφή και το σχήμα των τσαρουχιών. Τα τσαρούχια από δέρμα βοδιού ήταν τα καλλίτερα γιατί το δέρμα του δεν έχει λίπος. Τα παιδικά παπούτσια τα έλεγαν στιβόλια . Ήταν κλειστά και τα έδενα με κορδόνια.


Enhanced by Zemanta

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου