Παρασκευή, 11 Φεβρουαρίου 2011

Γαίας ανάγνωσμα 3.


.
Φωτ.: Πορεία σιωπής
Το ταξίδι μας είχε άλλες χάρες, που η καθημερινή ρουτίνα των ίδιων στιγμών δεν τις σκότωνε και κάθε μέρα τις απολαμβάναμε εξίσου δυνατά. Μας άρεσε η μυρωδιά της γης, μια ιδέα μούχλας που μας τρέλαινε!, λες και το χώμα ανάσαινε, αφήνοντας το χνώτο του πάνω μας. θεωρούσαμε ευλογία να ρουφούμε αυτή την ανάσα. Το σπουργίτι που μας ακολουθούσε ήταν συνήθεια απαραίτητη, το περιμέναμε -σάμπως νάταν το ίδιο κάθε φορά;-, επιζητούσαμε το τραγούδι του, το φτερούγισμά του στην καλαμιά, το ξέχυμά του μπρος μας, τη στροφή του στον ουρανό και τ' ακολούθημά του. Ήταν θεόσταλτο το παιχνίδι του, ήταν πράγματι μεγαλειώδες να βλέπεις το αθώο τούτο μικρό πλάσμα, το λεύτερο κι ανεξάρτητο, να παίζει μαζί σου! Μας άρεσε να παρατηρούμε στο βάθος την ατέλειωτη θάλασσα, ακολουθώντας πορεία παράλληλη με τον ορίζοντα, να χάνεται στο απέραντο γαλάζιο η ματιά, να ξεσηκωνόμαστε, να γινόμαστε ποιητές στο κοίταγμά της, να ζούμε έναν πρωτογενή υπερρεαλισμό στην ιδέα ότι αυτή η άδολη, η τολμηρή, η θάλασσά μας!, αντλούσε το φυσικό φως και μας το έστελνε αντανακλώντας το, ενισχυμένο από τη ζωογόνα δύναμή της. Ήταν αλήθεια στιγμές μέθης εκείνες, έκστασης κι αληθινού πάθους, από τη φύση που ρουφούσαμε, νιώθοντάς την αγνή, ατόφια, καθαρή, να μας αποκαλύπτεται και να μας υποβάλλει στο μεθύσι της. Συνομιλούσαμε λες μαζί της, την αφουγκραζόμασταν. Αμφιβάλλω πια, αν τα σύγχρονα μέσα μετακίνησης, στους ασφαλτοστρωμένους αγροτόδρομους, προσφέρουν την ευτυχία της δύσκολης κείνης διαδρομής. Λες και η φύση μάς αντάμειβε για ότι η ζωή μάς στερούσε!..

Σα φτάναμε στον αγρό, η μάνα μάς έβαζε κάτω από τη λεύκα, στην άκρη του αύλακα, από τον οποίον ποτιζόταν το χωράφι και μετά χανόταν σβησμένη κάπου μέσα σε αυτό. Τη βλέπαμε μετά από ώρα, όταν ξαπόσταινε για να πάρει μιαν ανάσα, και το μεσημέρι, όταν ετοίμαζε το «υπαίθριο τραπέζι». Η λεύκα αποτελούσε για μας σύμβολο, ήταν το καταφύγιό μας, μέρος ενός ονείρου, ενταγμένη στο μικρόκοσμό μας. Κάτω από το δένδρο διαβάζαμε (βιβλία σχολικά, της επόμενης χρονιάς, από δεύτερο χέρι, για να προετοιμαστούμε για το σχολειό...), εκεί παίζαμε, εκεί κοιμόμασταν. Το νερό του αύλακα μάς συντρόφευε στους παιδικούς μας περιπάτους, στις μυθοπλασίες μας, στις ιστορίες που σκαρώναμε για ήρωες, που τάχατες διάβηκαν το μεγάλο τούτο ποταμό...


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Παρασκευή, 11 Φεβρουαρίου 2011

Γαίας ανάγνωσμα 3.


.
Φωτ.: Πορεία σιωπής
Το ταξίδι μας είχε άλλες χάρες, που η καθημερινή ρουτίνα των ίδιων στιγμών δεν τις σκότωνε και κάθε μέρα τις απολαμβάναμε εξίσου δυνατά. Μας άρεσε η μυρωδιά της γης, μια ιδέα μούχλας που μας τρέλαινε!, λες και το χώμα ανάσαινε, αφήνοντας το χνώτο του πάνω μας. θεωρούσαμε ευλογία να ρουφούμε αυτή την ανάσα. Το σπουργίτι που μας ακολουθούσε ήταν συνήθεια απαραίτητη, το περιμέναμε -σάμπως νάταν το ίδιο κάθε φορά;-, επιζητούσαμε το τραγούδι του, το φτερούγισμά του στην καλαμιά, το ξέχυμά του μπρος μας, τη στροφή του στον ουρανό και τ' ακολούθημά του. Ήταν θεόσταλτο το παιχνίδι του, ήταν πράγματι μεγαλειώδες να βλέπεις το αθώο τούτο μικρό πλάσμα, το λεύτερο κι ανεξάρτητο, να παίζει μαζί σου! Μας άρεσε να παρατηρούμε στο βάθος την ατέλειωτη θάλασσα, ακολουθώντας πορεία παράλληλη με τον ορίζοντα, να χάνεται στο απέραντο γαλάζιο η ματιά, να ξεσηκωνόμαστε, να γινόμαστε ποιητές στο κοίταγμά της, να ζούμε έναν πρωτογενή υπερρεαλισμό στην ιδέα ότι αυτή η άδολη, η τολμηρή, η θάλασσά μας!, αντλούσε το φυσικό φως και μας το έστελνε αντανακλώντας το, ενισχυμένο από τη ζωογόνα δύναμή της. Ήταν αλήθεια στιγμές μέθης εκείνες, έκστασης κι αληθινού πάθους, από τη φύση που ρουφούσαμε, νιώθοντάς την αγνή, ατόφια, καθαρή, να μας αποκαλύπτεται και να μας υποβάλλει στο μεθύσι της. Συνομιλούσαμε λες μαζί της, την αφουγκραζόμασταν. Αμφιβάλλω πια, αν τα σύγχρονα μέσα μετακίνησης, στους ασφαλτοστρωμένους αγροτόδρομους, προσφέρουν την ευτυχία της δύσκολης κείνης διαδρομής. Λες και η φύση μάς αντάμειβε για ότι η ζωή μάς στερούσε!..

Σα φτάναμε στον αγρό, η μάνα μάς έβαζε κάτω από τη λεύκα, στην άκρη του αύλακα, από τον οποίον ποτιζόταν το χωράφι και μετά χανόταν σβησμένη κάπου μέσα σε αυτό. Τη βλέπαμε μετά από ώρα, όταν ξαπόσταινε για να πάρει μιαν ανάσα, και το μεσημέρι, όταν ετοίμαζε το «υπαίθριο τραπέζι». Η λεύκα αποτελούσε για μας σύμβολο, ήταν το καταφύγιό μας, μέρος ενός ονείρου, ενταγμένη στο μικρόκοσμό μας. Κάτω από το δένδρο διαβάζαμε (βιβλία σχολικά, της επόμενης χρονιάς, από δεύτερο χέρι, για να προετοιμαστούμε για το σχολειό...), εκεί παίζαμε, εκεί κοιμόμασταν. Το νερό του αύλακα μάς συντρόφευε στους παιδικούς μας περιπάτους, στις μυθοπλασίες μας, στις ιστορίες που σκαρώναμε για ήρωες, που τάχατες διάβηκαν το μεγάλο τούτο ποταμό...


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου